Η αντιμετώπιση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου συνδυάζει διεθνοποίηση του ζητήματος και διμερή διαπραγμάτευση με τη Λιβύη. Οι δύο δρόμοι υπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες και εντάσσονται στην ίδια στρατηγική αρχιτεκτονική. Η διεθνοποίηση αφορά το κανονιστικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα εξελιχθεί η διαφορά. Η διμερής διαπραγμάτευση αφορά το ίδιο το αντικείμενο που χρειάζεται τελικά να ρυθμιστεί: τα θαλάσσια όρια ανάμεσα στις ελληνικές και τις λιβυκές ακτές.

Η πρώτη λειτουργία της διεθνοποίησης είναι η διατήρηση της διαφοράς έξω από ένα αποκλειστικά ελληνοτουρκικό πλαίσιο. Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο αφορά Τουρκία και Λιβύη, αλλά οι γεωγραφικές του συντεταγμένες τέμνουν περιοχές στις οποίες η Ελλάδα θεωρεί ότι παράγονται δικοί της θαλάσσιοι τίτλοι. Εάν το ζήτημα παρουσιαζόταν αποκλειστικά ως ακόμη μία εκδοχή της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, θα περιοριζόταν πολιτικά σε μια λογική ανταγωνιστικών εθνικών αξιώσεων. Η ενσωμάτωσή του στο ευρωπαϊκό και πολυμερές πλαίσιο μεταφέρει τη συζήτηση στις γενικότερες αρχές του Δικαίου της Θάλασσας, στα δικαιώματα τρίτων κρατών και στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

Η άμεση ευρωπαϊκή αντίδραση μετά τις 20 Οκτωβρίου δείχνει τη λειτουργία αυτής της προσέγγισης. Η θέση των 27 δεν περιορίστηκε σε πολιτική αλληλεγγύη προς την Ελλάδα. Συνδέθηκε ρητά με το Δίκαιο της Θάλασσας, τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και το στρατηγικό συμφέρον της Ένωσης σε ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο. Το αποτέλεσμα είναι η μεταφορά ενός μέρους του κόστους της αμφισβητούμενης οριοθέτησης από το καθαρά διμερές πεδίο σε μια ευρύτερη ευρωτουρκική και ευρωλιβυκή σχέση.

Η διεθνοποίηση υπηρετεί επίσης τη δημιουργία θεσμικού αρχείου. Οι επιστολές προς τα Ηνωμένα Έθνη, οι χαρτογραφικές καταθέσεις, οι δηλώσεις κρατών και οι ευρωπαϊκές θέσεις δημιουργούν διαχρονική συνέχεια στις επίσημες τοποθετήσεις. Η Ελλάδα απέστειλε στις 22 Οκτωβρίου επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, ενώ μία ημέρα νωρίτερα είχε θέσει το ζήτημα στις κλειστές διαβουλεύσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η αξία αυτών των ενεργειών βρίσκεται στη διαρκή καταγραφή της μη αποδοχής της επίμαχης γραμμής και στην αποτροπή μιας αργής διαδικασίας πολιτικής εξοικείωσης με αυτήν.

Η διεθνοποίηση έχει όμως εγγενές όριο. Κανένα ψήφισμα ευρωπαϊκού οργάνου και καμία διπλωματική δήλωση δεν μπορεί από μόνη της να χαράξει το οριστικό θαλάσσιο όριο Ελλάδας–Λιβύης. Η οριοθέτηση προϋποθέτει συμφωνία των παράκτιων κρατών ή προσφυγή, με την αναγκαία συναίνεση, σε δικαιοδοτικό όργανο. Η διεθνής υποστήριξη ενισχύει τη θέση μέσα στην οποία διεξάγεται μια διαπραγμάτευση· δεν αντικαθιστά τη διαπραγμάτευση.

Η διμερής οδός αποκτά γι’ αυτό ιδιαίτερη σημασία μετά την απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου. Η Ελλάδα και η Λιβύη διαθέτουν πραγματικά αντικείμενες ακτές, κυρίως μεταξύ Κρήτης και βόρειας Λιβύης. Η αμοιβαία οριοθέτηση έχει δική της αυτοτελή λογική, ανεξάρτητα από το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Η Αθήνα είχε ήδη πριν από την κύρωση ενεργοποιήσει τεχνικές συνομιλίες με τη λιβυκή πλευρά. Η συνέχιση ενός τέτοιου διαύλου σημαίνει ότι η διαφωνία για το μνημόνιο δεν χρειάζεται να παγώσει συνολικά τη δυνατότητα μιας μελλοντικής νόμιμης διευθέτησης.

Η διμερής διαπραγμάτευση μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως μηχανισμός επαναφοράς της πραγματικής γεωγραφίας στο κέντρο της συζήτησης. Αντί μιας τουρκολιβυκής γραμμής που προκύπτει από τις αντιλήψεις δύο κρατών για θαλάσσιο χώρο στον οποίο παρεμβάλλονται ελληνικές ακτές, η ελληνολιβυκή διαδικασία θα εξετάσει ευθέως τη σχέση των ακτών που βρίσκονται πραγματικά απέναντι. Η μέση γραμμή, τα μήκη των ακτών, η επίδραση των νησιών και οι σχετικές περιστάσεις μπορούν τότε να εξεταστούν με τις μεθόδους που έχει αναπτύξει η διεθνής νομολογία.

Η διαπραγμάτευση, ωστόσο, αποκτά αξιοπιστία όταν δεν διεξάγεται υπό την εντύπωση ότι η υφιστάμενη αμφισβητούμενη συμφωνία αποτελεί ήδη δεδομένο το οποίο η Ελλάδα καλείται απλώς να αποδεχθεί ή να μετριάσει. Η διεθνοποίηση παρέχει εδώ σημαντική λειτουργία εξισορρόπησης. Η ευρωπαϊκή θέση, η αντίθεση της Αιγύπτου και η καταγραφή των ελληνικών θέσεων στον ΟΗΕ δημιουργούν ένα ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο η λιβυκή πλευρά γνωρίζει ότι η οριστική οριοθέτηση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην πολιτική στήριξη της Τουρκίας.

Υπάρχει και η αντίστροφη σχέση. Μια στρατηγική που θα επένδυε αποκλειστικά στη διεθνοποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε χρόνια παγίωση της διαφοράς χωρίς πραγματικό μηχανισμό επίλυσής της. Η Λιβύη είναι παράκτιο κράτος με το οποίο η Ελλάδα θα χρειαστεί ούτως ή άλλως να ρυθμίσει κάποια στιγμή τα κοινά θαλάσσια όρια. Η πλήρης πολιτική αποξένωση θα αύξανε την εξάρτηση της λιβυκής πλευράς από την Τουρκία και θα περιόριζε τις δυνατότητες της Αθήνας να επηρεάζει την εξέλιξη των θέσεων της Τρίπολης και της Βεγγάζης.

Η πιο ενδιαφέρουσα δυνατότητα βρίσκεται συνεπώς σε μια παράλληλη διπλωματία διαφορετικών επιπέδων. Στο διεθνές επίπεδο διατηρούνται σαφείς οι βασικές αρχές: δικαιώματα των νησιών, προστασία τρίτων κρατών, ειρηνική επίλυση διαφορών και αποφυγή μονομερών ενεργειών σε περιοχές επικαλυπτόμενων αξιώσεων. Στο διμερές επίπεδο η συζήτηση μπορεί να επικεντρώνεται στη συγκεκριμένη γεωγραφία Ελλάδας–Λιβύης και στην αναζήτηση ενός αποτελέσματος που θα μπορούσε να σταθεί νομικά και πολιτικά σε βάθος χρόνου.

Η σημερινή συγκυρία ίσως καθιστά τη διπλή αυτή προσέγγιση πιο αναγκαία από οποτεδήποτε μετά το 2019. Η λιβυκή κύρωση ενισχύει την πολιτική θέση του μνημονίου, ενώ η άμεση ευρωπαϊκή αντίδραση ενισχύει το διεθνές πλαίσιο της ελληνικής θέσης. Η ταυτόχρονη ύπαρξη αυτών των δύο δεδομένων δημιουργεί χώρο για μια διπλωματία που αντιμετωπίζει τη διεθνή υποστήριξη ως μέσο δημιουργίας ευνοϊκότερων όρων για πραγματική διευθέτηση και τη διμερή διαπραγμάτευση ως τον χώρο όπου η θεσμική υποστήριξη μπορεί τελικά να μετατραπεί σε συμφωνημένο θαλάσσιο όριο.