Μια συμφωνία μπορεί να έχει τεθεί σε ισχύ μεταξύ των μερών της, να έχει καταχωριστεί κανονικά στη Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών και ταυτόχρονα να μην μπορεί να αντιταχθεί σε ένα τρίτο κράτος ως προς δικαιώματα τα οποία το τρίτο αυτό κράτος δεν έχει αποδεχθεί ότι παραχωρεί. Η διάκριση μεταξύ καταχώρισης, ισχύος και αντιταξιμότητας είναι επομένως απαραίτητη για την κατανόηση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου και γενικότερα της λειτουργίας των διμερών διεθνών συμφωνιών.

Η θέση σε ισχύ αφορά πρωτίστως τη συμβατική σχέση των μερών. Σύμφωνα με το άρθρο 24 της Σύμβασης της Βιέννης, μια συνθήκη τίθεται σε ισχύ με τον τρόπο και κατά την ημερομηνία που προβλέπει το ίδιο το κείμενο ή που συμφωνούν τα διαπραγματευόμενα κράτη. Η έννοια απαντά στο ερώτημα από ποια χρονική στιγμή οι συμβατικές υποχρεώσεις ενεργοποιούνται μεταξύ των κρατών που έχουν συναινέσει να δεσμευθούν.

Στο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο η επίσημη βάση δεδομένων του ΟΗΕ αναφέρει ως ημερομηνία θέσης σε ισχύ την 8η Δεκεμβρίου 2019, μέσω γνωστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο VI του κειμένου. Η Τουρκία εξακολουθεί και το 2026 να επικαλείται αυτή τη θέση και να χαρακτηρίζει τη συμφωνία σε ισχύ από το 2019. Το εάν και με ποια εσωτερική διαδικασία εκφράστηκε εγκύρως η λιβυκή συναίνεση υπήρξε χωριστό πεδίο πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης, το οποίο απέκτησε νέα διάσταση μετά την έγκριση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή τον Οκτώβριο του 2026.

Η καταχώριση είναι διαφορετική έννοια. Αφορά τη σχέση της συμφωνίας με το θεσμικό σύστημα δημοσιότητας των Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο 102 προβλέπει την καταχώριση των διεθνών συμφωνιών και τη δημοσίευσή τους από τη Γραμματεία, ενώ στερεί από τα μέρη μη καταχωρισμένης συμφωνίας τη δυνατότητα επίκλησής της ενώπιον οργάνου του ΟΗΕ. Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο καταχωρίστηκε από την Τουρκία στις 11 Δεκεμβρίου 2019, δηλαδή μετά την ημερομηνία που δηλώθηκε ως θέση του σε ισχύ.

Η χρονική αυτή σειρά αποτυπώνει και τη λογική των Κανονισμών του άρθρου 102. Η καταχώριση πραγματοποιείται κατά κανόνα αφού η συμφωνία έχει τεθεί σε ισχύ, χωρίς η πράξη της Γραμματείας να δημιουργεί η ίδια αυτή την ισχύ. Έτσι, το ερώτημα «έχει καταχωριστεί;» και το ερώτημα «έχει τεθεί σε ισχύ;» είναι νομικά διακριτά, ακόμη και όταν στην πράξη συνδέονται διαδικαστικά.

Υπάρχει στη συνέχεια ένα τρίτο και ιδιαίτερα σημαντικό επίπεδο: η αντιταξιμότητα. Η έννοια αφορά το κατά πόσο μια συγκεκριμένη νομική σχέση ή ένας συγκεκριμένος ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί έναντι άλλου κράτους κατά τρόπο που να επηρεάζει τη δική του νομική θέση. Η αρχή pacta tertiis nec nocent nec prosunt θέτει το βασικό όριο. Το άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης ορίζει ότι μια συνθήκη δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του.

Η αρχή αυτή δεν αποτελεί απλώς τεχνικό κανόνα του δικαίου των συνθηκών. Απορρέει από την κυρίαρχη ισότητα των κρατών. Η Διεθνής Επιτροπή Δικαίου είχε επισημάνει κατά την προπαρασκευή της Σύμβασης ότι ο κανόνας αποτελεί ένα από τα θεμέλια της ανεξαρτησίας και της ισότητας των κρατών, επειδή αποτρέπει δύο συμβαλλόμενα μέρη από το να επιβάλλουν υποχρεώσεις σε τρίτο χωρίς τη συναίνεσή του.

Στις θαλάσσιες οριοθετήσεις η αντιταξιμότητα έχει εξαιρετικά συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δύο κράτη μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα κοινά τους θαλάσσια όρια. Η συμφωνία τους όμως δεν μπορεί από μόνη της να καθορίσει δικαιώματα άλλου παράκτιου κράτους σε περιοχή όπου οι θαλάσσιοι τίτλοι του τρίτου κράτους επικαλύπτονται με εκείνους των συμβαλλομένων. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι οι θαλάσσιες συμφωνίες τρίτων κρατών δεν μπορούν να καθορίζουν την οριοθέτηση μεταξύ των διαδίκων ενώπιόν του και ότι μια δικαστική γραμμή δεν μπορεί να επηρεάζει δικαιώματα κρατών που δεν είναι μέρη της διαδικασίας.

Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διάσταση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου. Ακόμη και αν γίνει δεκτό, για τις ανάγκες της ανάλυσης, ότι το κείμενο αποτελεί ισχύουσα διεθνή συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, από αυτό δεν ακολουθεί ότι η οριοθετική γραμμή που περιλαμβάνει είναι αντιτάξιμη στην Ελλάδα. Η ελληνική νομική θέση στηρίζεται ακριβώς στην άποψη ότι η γραμμή εισέρχεται σε περιοχές στις οποίες παράγονται ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα από τις ακτές της Κρήτης και άλλων νησιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε επίσης στις 21 Οκτωβρίου 2026 ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.

Η διάκριση επιτρέπει να αποφευχθούν δύο αντίθετες υπερβολές. Η πρώτη θα ήταν να θεωρηθεί ότι επειδή το μνημόνιο έχει καταχωριστεί, η οριοθέτησή του είναι αυτομάτως διεθνώς έγκυρη έναντι όλων. Η δεύτερη θα ήταν να θεωρηθεί ότι επειδή η Ελλάδα αμφισβητεί την αντιταξιμότητά του, το κείμενο δεν μπορεί να παράγει κανένα αποτέλεσμα στις διμερείς σχέσεις Τουρκίας και Λιβύης. Η ακριβής νομική ανάλυση διαχωρίζει τα επίπεδα. Η συμβατική σχέση μεταξύ των μερών και τα αποτελέσματα έναντι τρίτων δεν ταυτίζονται.

Η ίδια διαφοροποίηση πρέπει να γίνει και ανάμεσα στην ισχύ και στην εγκυρότητα. Η αναφορά ότι ένα κείμενο έχει τεθεί σε ισχύ περιγράφει την ενεργοποίηση των συμβατικών του διατάξεων σύμφωνα με τον συμφωνημένο μηχανισμό. Δεν αποκλείει την ύπαρξη λόγων αμφισβήτησης της εγκυρότητας ή της εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων. Αντίστοιχα, η καταχώριση δεν θεραπεύει αυτόματα έναν πιθανό λόγο ακυρότητας. Η ίδια η Γραμματεία δηλώνει ότι η αποδοχή προς καταχώριση δεν αποτελεί κρίση για τέτοιου είδους ζητήματα.

Έτσι διαμορφώνονται τέσσερα διαφορετικά νομικά επίπεδα: η σύναψη της συμφωνίας, η θέση της σε ισχύ μεταξύ των μερών, η καταχώρισή της στο σύστημα του ΟΗΕ και η δυνατότητα προβολής των αποτελεσμάτων της έναντι τρίτων. Η σύγχυση αυτών των σταδίων παράγει ανακριβή νομικά συμπεράσματα και συχνά μετατρέπει μια διαδικαστική πράξη σε πολιτικό επιχείρημα πολύ ισχυρότερο από την πραγματική της σημασία.

Στην περίπτωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου η διάκριση αυτή προσφέρει την πιο καθαρή βάση ανάλυσης. Το κείμενο είναι καταχωρισμένο. Η Τουρκία και η Λιβύη το αντιμετωπίζουν ως συμβατικά ενεργό στη μεταξύ τους σχέση. Η Ελλάδα δεν έχει συναινέσει στην οριοθέτησή του και θεωρεί ότι αυτή θίγει δικούς της θαλάσσιους τίτλους. Το ζήτημα της σχέσης του μνημονίου με τα ελληνικά δικαιώματα δεν λύνεται από τον αριθμό καταχώρισής του αλλά από το εφαρμοστέο Δίκαιο της Θάλασσας και από τον κανόνα προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων κρατών.

Η νομική ακρίβεια έχει εδώ άμεση στρατηγική αξία. Επιτρέπει στην ελληνική επιχειρηματολογία να μην αμφισβητεί διοικητικά γεγονότα που είναι αναμφισβήτητα, όπως η καταχώριση, αλλά να επικεντρώνεται στο επίπεδο όπου βρίσκεται η ουσία της διαφοράς: στην έκταση των θαλάσσιων τίτλων, στη σχετική γεωγραφία και στην αδυναμία μιας διμερούς συμφωνίας να προκαθορίσει δικαιώματα τρίτου κράτους. Αυτή η διάκριση μεταξύ καταχώρισης, ισχύος και αντιταξιμότητας δεν είναι απλώς ορολογική. Είναι ο πυρήνας μιας συνεπούς διεθνοδικαιικής ανάλυσης του Τουρκολιβυκού Μνημονίου.