Στον δημόσιο λόγο η ύπαρξη του κειμένου στη Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών εμφανίζεται κατά καιρούς ως ένδειξη ότι ο ΟΗΕ το έχει «αναγνωρίσει», «επικυρώσει» ή ακόμη και αποδεχθεί ως νομικά ορθή θαλάσσια οριοθέτηση. Καμία από αυτές τις διατυπώσεις δεν αποδίδει τη λειτουργία της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 102 του Χάρτη. Η καταχώριση αποτελεί θεσμό δημοσιότητας και διοικητικής καταγραφής διεθνών συμφωνιών· δεν αποτελεί κρίση επί της νομιμότητας του περιεχομένου τους ούτε δικαστική επιβεβαίωση των δικαιωμάτων που επικαλούνται τα συμβαλλόμενα μέρη.
Το ίδιο το αρχείο των Ηνωμένων Εθνών αποτυπώνει με ακρίβεια την πορεία του Τουρκολιβυκού Μνημονίου. Το κείμενο υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Νοεμβρίου 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της τότε Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης. Στη βάση δεδομένων της Συλλογής Συνθηκών αναφέρεται ότι τέθηκε σε ισχύ στις 8 Δεκεμβρίου 2019 μέσω γνωστοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο VI του ίδιου του μνημονίου, και ότι καταχωρίστηκε από την Τουρκία στις 11 Δεκεμβρίου 2019 με αριθμό καταχώρισης 56119. Η αλληλουχία έχει ιδιαίτερη σημασία: η καταχώριση ακολούθησε τη δήλωση των μερών ότι η συμφωνία είχε τεθεί σε ισχύ μεταξύ τους. Δεν ήταν η πράξη της Γραμματείας εκείνη που δημιούργησε την ισχύ της.
Η διάκριση αυτή προκύπτει ευθέως και από τους Κανονισμούς εφαρμογής του άρθρου 102. Οι Κανονισμοί προβλέπουν ότι, κατά κανόνα, μια συμφωνία καταχωρίζεται αφού έχει τεθεί σε ισχύ μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, με ειδική δυνατότητα καταχώρισης συμφωνίας που εφαρμόζεται προσωρινά. Αυτό σημαίνει ότι η Γραμματεία καταγράφει μια κατάσταση που τα μέρη παρουσιάζουν ως ήδη υφιστάμενη σύμφωνα με τους όρους του κειμένου. Η καταχώριση δεν λειτουργεί ως συστατική πράξη η οποία δημιουργεί διεθνή ισχύ εκεί όπου προηγουμένως δεν υπήρχε.
Ακόμη σαφέστερη είναι η ίδια η επίσημη θέση της Γραμματείας. Η Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών διευκρινίζει ρητά ότι η καταχώριση ενός κειμένου δεν συνεπάγεται κρίση της Γραμματείας για τη φύση του, για το καθεστώς κάποιου από τα μέρη ή για άλλο συναφές νομικό ζήτημα. Η αποδοχή ενός κειμένου προς καταχώριση δεν του προσδίδει ιδιότητα διεθνούς συνθήκης εάν δεν την έχει ήδη, ούτε απονέμει σε κάποιο μέρος νομικό καθεστώς που διαφορετικά δεν θα διέθετε. Η διατύπωση αυτή έχει αποφασιστική σημασία για το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, επειδή αποκλείει ακριβώς την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η πράξη καταχώρισης συνιστά πιστοποιητικό ουσιαστικής νομιμότητας.
Η θεσμική λογική πίσω από αυτή τη στάση είναι σαφής. Η Γραμματεία δεν αποτελεί διεθνές δικαστήριο και η Υπηρεσία Συνθηκών δεν διαθέτει αρμοδιότητα να επιλύει διαφορές ως προς την εγκυρότητα, τη συμβατότητα ή την αντιταξιμότητα μιας συμφωνίας. Η διαδικασία του άρθρου 102 δημιουργήθηκε πρωτίστως για να εξασφαλίζει ότι οι διεθνείς συμφωνίες δεν παραμένουν μυστικές, ότι είναι προσβάσιμες στη διεθνή κοινότητα και ότι μπορούν να ενταχθούν σε ένα δημόσιο αρχείο. Η ίδια η Συλλογή Συνθηκών συνδέει ρητά το άρθρο 102 με τον ιστορικό στόχο αποτροπής της μυστικής διπλωματίας και διατήρησης των συνθηκών στο δημόσιο πεδίο.
Η συγκεκριμένη λειτουργία εξηγεί και γιατί η Γραμματεία εφαρμόζει σχετικά ευρεία αντίληψη ως προς το ποια κείμενα μπορούν να καταχωριστούν. Οι όροι «συνθήκη» και «διεθνής συμφωνία» δεν ορίζονται εξαντλητικά στον Χάρτη και στους Κανονισμούς, ενώ η μορφή ή η ονομασία του εγγράφου —συνθήκη, πρωτόκολλο, ανταλλαγή επιστολών, μνημόνιο συνεννόησης— δεν είναι από μόνη της καθοριστική. Η Γραμματεία λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη θέση του κράτους που υποβάλλει το κείμενο ότι πρόκειται, ως προς αυτό, για διεθνή συμφωνία του άρθρου 102. Η διοικητική αυτή πρακτική είναι σχεδιασμένη για να ενισχύει τη δημοσιότητα, όχι για να μετατρέπει την Υπηρεσία Συνθηκών σε όργανο προκαταρκτικού δικαστικού ελέγχου.
Η μεγαλύτερη νομική συνέπεια της καταχώρισης βρίσκεται αλλού. Το άρθρο 102 παράγραφος 2 ορίζει ότι ένα μέρος σε διεθνή συμφωνία που δεν έχει καταχωριστεί δεν μπορεί να την επικαλεστεί ενώπιον οργάνου των Ηνωμένων Εθνών. Η καταχώριση επομένως αίρει ένα συγκεκριμένο διαδικαστικό εμπόδιο: επιτρέπει στο συμβαλλόμενο μέρος να επικαλεστεί το καταχωρισμένο κείμενο σε πλαίσιο Ηνωμένων Εθνών. Από αυτό δεν συνάγεται ότι το αρμόδιο όργανο οφείλει να δεχθεί ως νόμιμους τους ισχυρισμούς που θεμελιώνονται στη συμφωνία. Η δυνατότητα επίκλησης αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση· η ουσιαστική βασιμότητα της επίκλησης παραμένει ανεξάρτητο νομικό ζήτημα.
Αυτή ακριβώς η διάκριση είναι κρίσιμη για τις ελληνικές θαλάσσιες αξιώσεις. Το ότι το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή Συνθηκών σημαίνει ότι η ύπαρξή του είναι επίσημα καταγεγραμμένη και ότι τα μέρη μπορούν να το επικαλούνται ως δική τους διεθνή συμφωνία. Δεν σημαίνει ότι η γραμμή που περιλαμβάνει είναι δεσμευτική για την Ελλάδα. Το δίκαιο των συνθηκών στηρίζεται στη βασική αρχή ότι μια συμφωνία δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του. Η αρχή αυτή, γνωστή ως pacta tertiis nec nocent nec prosunt, κωδικοποιείται στο άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης.
Η εφαρμογή της αρχής στις θαλάσσιες οριοθετήσεις είναι ακόμη σαφέστερη. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επανειλημμένα προστατεύσει τα δικαιώματα τρίτων κρατών όταν χαράσσει θαλάσσια σύνορα μεταξύ δύο διαδίκων. Σε υποθέσεις οριοθέτησης έχει επισημάνει ότι συμφωνίες με τρίτα κράτη δεν μπορούν να καθορίζουν τα δικαιώματα άλλων παράκτιων κρατών και ότι οι γραμμές που χαράσσονται δικαστικά ισχύουν χωρίς βλάβη των δικαιωμάτων τρίτων. Η καταχώριση στον ΟΗΕ δεν αλλάζει αυτή την αρχή ούτε μετατρέπει μια διμερή οριοθέτηση σε πολυμερώς δεσμευτικό θαλάσσιο όριο.
Η νέα πολιτική κατάσταση μετά την κύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή στις 20 Οκτωβρίου 2026 δεν μεταβάλλει τη φύση της καταχώρισης του 2019. Η Τουρκία εξακολουθεί να δηλώνει ότι το μνημόνιο βρίσκεται σε ισχύ από το 2019 και ότι βασίζεται στο διεθνές δίκαιο και στην αρχή της ευθυδικίας. Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι η συμφωνία παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και ότι δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα γι’ αυτά. Η ίδια η ύπαρξη αυτής της ουσιαστικής νομικής αντιπαράθεσης αποδεικνύει γιατί η διοικητική καταχώριση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως επίλυση της διαφοράς.
Η ορθότερη νομική ανάγνωση είναι επομένως πολύ πιο συγκεκριμένη. Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο υπάρχει στο διεθνές αρχείο, έχει αριθμό καταχώρισης, έχει δημοσιευθεί και μπορεί να επικληθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη ενώπιον οργάνων των Ηνωμένων Εθνών. Καμία από αυτές τις ιδιότητες δεν ισοδυναμεί με δικαστική επικύρωση της οριοθέτησης ούτε με αναγνώριση ότι η συγκεκριμένη γραμμή μπορεί να αντιταχθεί στην Ελλάδα. Η πραγματική νομική διαφορά εξακολουθεί να κρίνεται από τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας, τα δικαιώματα που παράγουν οι σχετικές ακτές και την αρχή ότι οι συμφωνίες δύο κρατών δεν μπορούν να διαθέτουν δικαιώματα τρίτου.
Η καταχώριση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου έχει επομένως σαφή αλλά περιορισμένη έννομη σημασία. Εξασφαλίζει δημοσιότητα, τεκμηριώνει την ύπαρξη του κειμένου στο σύστημα του ΟΗΕ και αίρει το κώλυμα του άρθρου 102 ως προς την επίκλησή του. Δεν μεταβάλλει τη γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου, δεν δημιουργεί θαλάσσιο τίτλο εκεί όπου αυτός δεν απορρέει από το διεθνές δίκαιο και δεν υποκαθιστά τη συναίνεση ή τη δικαιοδοτική κρίση που απαιτείται για την οριστική ρύθμιση επικαλυπτόμενων θαλάσσιων δικαιωμάτων
Πρόσφατα σχόλια