Η ιστορική φιλοσοφία του άρθρου 102 συνδέεται με την επιδίωξη περιορισμού της μυστικής διπλωματίας. Η επίσημη Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών συνδέει τη διάταξη με την προηγούμενη εμπειρία της Κοινωνίας των Εθνών και με την αρχή ότι οι διεθνείς δεσμεύσεις πρέπει να βρίσκονται στο δημόσιο πεδίο. Ο θεσμός της καταχώρισης δημιουργεί επομένως ένα κοινό αρχείο μέσα από το οποίο κυβερνήσεις, διεθνή όργανα, δικαστήρια, μελετητές και πολίτες μπορούν να γνωρίζουν τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν τα κράτη.

Η επιλογή αυτή αντανακλά μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη διεθνή νομιμότητα. Η διαφάνεια των συμφωνιών μειώνει τη δυνατότητα δημιουργίας μυστικών και αντικρουόμενων διεθνών υποχρεώσεων, διευκολύνει τον έλεγχο της κρατικής πρακτικής και επιτρέπει σε τρίτα κράτη να γνωρίζουν εγκαίρως την ύπαρξη συμφωνιών που μπορεί να επηρεάζουν τα συμφέροντά τους. Η δημοσιότητα επομένως έχει πραγματική θεσμική αξία. Αποτελεί όμως διαφορετικό πράγμα από την εξέταση της συμβατότητας μιας συμφωνίας με κάθε άλλο κανόνα του διεθνούς δικαίου.

Οι Κανονισμοί που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση για την εφαρμογή του άρθρου 102 καθιστούν σαφή αυτή τη δομή. Προβλέπουν ότι κάθε διεθνής συμφωνία, ανεξάρτητα από την ονομασία ή τη μορφή της, μπορεί να υπαχθεί στην καταχώριση εφόσον εμπίπτει στο πεδίο της διάταξης. Η καταχώριση πραγματοποιείται συνήθως μετά τη θέση της συμφωνίας σε ισχύ, ενώ προβλέπεται ειδικά και η περίπτωση προσωρινής εφαρμογής. Το σύστημα ενδιαφέρεται επομένως για την ύπαρξη και δημοσιοποίηση διεθνών δεσμεύσεων και όχι για τη δημιουργία τους μέσω απόφασης της Γραμματείας.

Η σημαντικότερη συνέπεια της μη καταχώρισης είναι επίσης ιδιαίτερα περιορισμένη και ακριβής. Το άρθρο 102 δεν ορίζει ότι μια μη καταχωρισμένη συμφωνία είναι αυτομάτως άκυρη μεταξύ των μερών της. Ορίζει ότι δεν μπορεί να επικληθεί από συμβαλλόμενο μέρος ενώπιον οργάνου των Ηνωμένων Εθνών. Η ίδια η Συλλογή Συνθηκών χαρακτηρίζει την καταχώριση προϋπόθεση για την επίκληση ενός κειμένου ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου ή άλλου οργάνου του ΟΗΕ. Η κύρωση του άρθρου 102 είναι επομένως διαδικαστική και θεσμική, όχι ακυρωτική.

Η παρατήρηση αυτή επιτρέπει να αντιστραφεί και μια συχνή λογική πλάνη. Εφόσον η μη καταχώριση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ακυρότητα μιας συμφωνίας μεταξύ των μερών της, η καταχώριση δεν μπορεί αντιστρόφως να θεωρείται ότι συνεπάγεται πλήρη νομική εγκυρότητα. Η μία έννοια δεν αποτελεί το αρνητικό είδωλο της άλλης. Το άρθρο 102 οργανώνει την πρόσβαση του κειμένου στο θεσμικό σύστημα των Ηνωμένων Εθνών· δεν αντικαθιστά τους κανόνες που διέπουν τη σύναψη, τη θέση σε ισχύ, την ακυρότητα, την ερμηνεία ή τα αποτελέσματα μιας συνθήκης έναντι τρίτων.

Αυτό εξηγεί γιατί οι επίσημες οδηγίες της Γραμματείας είναι τόσο προσεκτικές. Η Υπηρεσία Συνθηκών δηλώνει ρητά ότι η καταχώριση δεν αποτελεί κρίση για τη φύση του κειμένου, το καθεστώς των μερών ή οποιοδήποτε συναφές ζήτημα και ότι η αποδοχή ενός εγγράφου προς καταχώριση δεν του προσδίδει νομική ιδιότητα που δεν διέθετε προηγουμένως. Με τον τρόπο αυτό η ίδια η Γραμματεία αποκλείει κάθε ερμηνεία της διοικητικής της πράξης ως ουσιαστικής επικύρωσης.

Η λειτουργία του άρθρου 102 γίνεται ακόμη σαφέστερη όταν αντιπαραβληθεί με το δίκαιο της ισχύος των συνθηκών. Η θέση μιας συμφωνίας σε ισχύ καθορίζεται από τους όρους της και από τη συναίνεση των μερών. Η Σύμβαση της Βιέννης προβλέπει ότι μια συνθήκη τίθεται σε ισχύ με τον τρόπο και κατά την ημερομηνία που η ίδια ορίζει ή που συμφωνούν τα διαπραγματευόμενα κράτη. Το άρθρο 102 έρχεται μεταγενέστερα να οργανώσει την καταχώριση και δημοσιότητα αυτής της ήδη διαμορφωμένης διεθνούς συμβατικής σχέσης.

Το ίδιο ισχύει για την εγκυρότητα. Ένα κείμενο μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα που αφορούν τη συναίνεση, την αρμοδιότητα, τον εξαναγκασμό, τη σύγκρουση με αναγκαστικό κανόνα διεθνούς δικαίου ή άλλα ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται από διαφορετικούς κανόνες του δικαίου των συνθηκών. Η Υπηρεσία Συνθηκών δεν επιλύει τέτοιες διαφορές μέσω της καταχώρισης. Η ουσιαστική κρίση μπορεί να προκύψει μέσα από διεθνή δικαιοδοτική διαδικασία, συμβατική διευθέτηση ή άλλη κατάλληλη μέθοδο επίλυσης διαφορών.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία στις συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης. Μια συμφωνία μπορεί να βρίσκεται κανονικά στο αρχείο του ΟΗΕ και παράλληλα να αμφισβητείται από τρίτο κράτος ως προς τις περιοχές στις οποίες το τρίτο αυτό κράτος θεωρεί ότι διαθέτει δικά του κυριαρχικά δικαιώματα. Το άρθρο 102 δεν επιλύει την επικάλυψη. Η διεθνής νομολογία αντιμετωπίζει τις θαλάσσιες οριοθετήσεις ως διμερείς ως προς τα μέρη που τις συνάπτουν και προστατεύει χωριστά τα δικαιώματα τρίτων κρατών.

Η πρακτική σημασία του άρθρου 102 βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη θεσμική μετριοπάθεια. Η Γραμματεία δεν καλείται να αποφασίζει προκαταβολικά ποιες από τις εκατοντάδες διεθνείς συμφωνίες που υποβάλλονται κάθε χρόνο είναι τελικά δικαστικά ορθές. Μια τέτοια λειτουργία θα μετέτρεπε μια διοικητική υπηρεσία σε υπερεθνικό δικαστή χωρίς συμβατική ή καταστατική βάση. Η αποστολή της είναι να εξασφαλίζει ότι τα κείμενα είναι γνωστά, προσβάσιμα και καταγεγραμμένα.

Στην περίπτωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη αξία. Η καταχώριση του 2019 αποδεικνύει ότι το κείμενο υποβλήθηκε από την Τουρκία στη Γραμματεία, καταγράφηκε και δημοσιεύθηκε σύμφωνα με το σύστημα του άρθρου 102. Δεν αποτελεί απόφαση του ΟΗΕ ότι η συγκεκριμένη θαλάσσια γραμμή είναι συμβατή με το Δίκαιο της Θάλασσας. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί το 2026 να δηλώνει ότι η συμφωνία δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη επιβεβαιώνει ότι η καταχώριση και η ουσιαστική νομική αξιολόγηση βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα.

Το άρθρο 102 είναι επομένως κανόνας ανοιχτής διπλωματίας, θεσμικής διαφάνειας και δυνατότητας επίκλησης. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στη δημοσιότητα που επιβάλλει. Η μετατροπή του σε μηχανισμό «πιστοποίησης» της ουσιαστικής νομιμότητας των διεθνών συμφωνιών θα του απέδιδε λειτουργία που ο Χάρτης δεν προβλέπει και η Γραμματεία ρητά αρνείται ότι ασκεί. Η ορθή ερμηνεία του προστατεύει ταυτόχρονα τη διαφάνεια των διεθνών σχέσεων και τη θεσμική διάκριση μεταξύ διοικητικής καταγραφής και δικαστικής κρίσης.