Έξι μήνες μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στην επικύρωση μιας εμπορικής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον, αποφεύγοντας μεν μια μετωπική σύγκρουση, αλλά επωμιζόμενη σημαντικό πολιτικό κόστος, με επιπτώσεις δυνητικά μη διαχειρίσιμες. Η αδυναμία της Κομισιόν να συνδιαμορφώσει ενεργά το πλαίσιο των διατλαντικών σχέσεων επιβεβαιώνει την απουσία στρατηγικής αυτοπεποίθησης και ενιαίας γεωπολιτικής αντίληψης εκ μέρους των ευρωπαϊκών θεσμών. Αντί να λειτουργήσει ως συνδιαμορφωτής των εξελίξεων, η Κομισιόν περιθωριοποιήθηκε στον ρόλο του παθητικού παρατηρητή.

Παρά τις αρχικές ρητορικές δεσμεύσεις για επιθετική διαπραγμάτευση και άσκηση πίεσης προς την αμερικανική πλευρά, η τελική αποδοχή των όρων που έθεσε μονομερώς ο Λευκός Οίκος υποδηλώνει τη στρατηγική αδυναμία των Βρυξελλών να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  ως οικονομικής υπερδύναμης. Στην πραγματικότητα, η Κομισιόν αποδέχθηκε ένα νέο, σαφώς δυσμενέστερο εμπορικό πλαίσιο, προσδοκώντας απλώς την αποφυγή ενός πλήρους εμπορικού πολέμου — ο οποίος, ωστόσο, όπως κατέδειξαν οι προηγούμενες συγκρούσεις των ΗΠΑ με την Κίνα, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενδέχεται να μην ήταν ποτέ τόσο ρεαλιστικός όσο προβλήθηκε.

Η στρατηγική διαπραγμάτευσης του Τραμπ, βασισμένη στην επικαιροποίηση της θεωρίας του “τρελού παίκτη” (madman theory), είχε ήδη επιδείξει την αποτελεσματικότητά της. Μέσω ακραίας ρητορικής και εξωπραγματικών απειλών, όπως η επιβολή δασμών άνω του 100% ή η γεωπολιτική προσβολή κατά του Καναδά ως πιθανής «51ης πολιτείας», ο Τραμπ κατόρθωσε να τροποποιήσει τους όρους των εμπορικών διαπραγματεύσεων χωρίς να χρειαστεί να υλοποιήσει τις απειλές του. Η Ουάσιγκτον, αν και προσέγγισε το όριο της ρήξης, τελικά προχώρησε σε διμερείς συμφωνίες με όλες τις κρίσιμες δυνάμεις, αποφεύγοντας οποιαδήποτε μετωπική ρήξη.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι Βρυξέλλες επέδειξαν αδικαιολόγητη διπλωματική αμηχανία. Παρά το γεγονός ότι διέθεταν χρονικό περιθώριο αρκετών μηνών να διαγνώσουν τα διαπραγματευτικά όρια της αμερικανικής κυβέρνησης, υπαναχώρησαν, αποδεχόμενες αυξημένους δασμούς της τάξεως του 15%, χωρίς καμία ουσιαστική αντιστάθμιση πλην της αποφυγής του εμπορικού πολέμου. Η Επιτροπή δεν προχώρησε καν στην εφαρμογή των αντιμέτρων που είχε ετοιμάσει, στοχεύοντας πολιτείες με υψηλή εκλογική στήριξη στον Τραμπ. Αντιθέτως, παρείχε την ευκαιρία στον Αμερικανό Πρόεδρο να παρουσιάσει τη συμφωνία ως «διορθωτική επέμβαση» απέναντι σε μια Ευρώπη που, κατά την αντίληψή του, επωφελούνταν αδικαιολόγητα από τις ελλείψεις των προηγούμενων αμερικανικών διοικήσεων.

Η στάση αυτή αποκάλυψε δύο δομικά ελλείμματα της ΕΕ. Αφενός, την περιορισμένη πολιτική εμβέλεια της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία αποδείχθηκε ανίκανη να ανταποκριθεί ισότιμα στο επίπεδο διαπραγματεύσεων με τον Τραμπ. Αφετέρου, την έλλειψη θεσμικής συνοχής ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ένωσης, τα οποία υφίστανται άνισες επιπτώσεις από τους δασμούς, με αποτέλεσμα η χάραξη κοινής γραμμής να καθίσταται σχεδόν ανέφικτη. Η Ευρώπη, σε αντίθεση με αυταρχικά καθεστώτα όπως αυτό της Κίνας, δεν διαθέτει τους μηχανισμούς άσκησης συγκεντρωτικής διαπραγματευτικής πίεσης.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας είναι πως η ΕΕ εμφανίζεται —και λειτουργεί— όχι ως μια γεωοικονομική υπερδύναμη, αλλά ως ένα αδύναμο θεσμικό μόρφωμα, διστακτικό, αργό και χωρίς σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Η συγκεκριμένη εμπορική συμφωνία δεν προσφέρει στην ΕΕ κάποια θετική πολιτική υπεραξία, πέραν της αρνητικής ανακούφισης πως αποφεύχθηκε το χειρότερο δυνατό σενάριο. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η επιτυχία καθίσταται σχετική, αν ληφθεί υπόψη πως ο Τραμπ σπάνια υλοποιεί τις απειλές του στην έκταση που εξαγγέλλει, όπως καταδεικνύει ο όρος «TACO» (Trump Always Chickens Out), δημοφιλής ακόμη και εντός αμερικανικών διπλωματικών κύκλων.

Το δυσμενές πλαίσιο που αποδέχθηκαν οι Βρυξέλλες —συμπεριλαμβανομένων δασμών 50% σε κρίσιμους ευρωπαϊκούς τομείς όπως η φαρμακευτική και η βαριά βιομηχανία— συνοδεύτηκε από την απουσία οποιασδήποτε επιθετικής ρητορικής ή στρατηγικής προετοιμασίας. Σε πολιτικό επίπεδο, η Κομισιόν δεν κατέγραψε καν τη στοιχειώδη συμβολική νίκη που επιτεύχθηκε από την κινεζική πλευρά, όταν αυτή απάντησε στις προκλήσεις Τραμπ με αυστηρότητα και ελεγχόμενη σύγκρουση, πριν επιτύχει τελικά μια πιο ισορροπημένη συμφωνία.

Η αντίδραση Ευρωπαίων ηγετών, όπως ο Φρανσουά Μπαϊρού και ο Βίκτορ Όρμπαν, οι οποίοι χαρακτήρισαν τη συμφωνία «σκοτεινή μέρα» και «πολιτική ταπείνωση» αντίστοιχα, αντικατοπτρίζει τη θεσμική απογοήτευση απέναντι στην Κομισιόν. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αδυνατεί να λειτουργήσει ως πυλώνας στρατηγικής αυτονομίας και διεθνούς επιρροής. Η απόκλιση μεταξύ του μεγέθους της ΕΕ και της ικανότητάς της να επιβάλλεται στο διεθνές σύστημα καθίσταται πλέον ενοχλητικά προφανής.

Αναμφίβολα, η αποφυγή ενός εμπορικού πολέμου σε περίοδο που η Ένωση επιδιώκει την ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας, θα μπορούσε να εκληφθεί ως συγκυριακή επιτυχία. Ωστόσο, η στρατηγική ηττοπάθεια, η έλλειψη συντονισμού, η υποχώρηση από την άσκηση πίεσης και η απουσία συλλογικής διαπραγματευτικής ταυτότητας οδηγούν σε μια αναπόφευκτη και πιο ανησυχητική εξέλιξη: την υπονόμευση του ίδιου του θεσμικού κύρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτών.

Συμπερασματικά, η εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ δεν σηματοδοτεί απλώς μια ανισόρροπη επανατοποθέτηση των διατλαντικών εμπορικών σχέσεων, αλλά αναδεικνύει έναν βαθύτερο, δομικό κίνδυνο: την εδραίωση της εντύπωσης ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι πλέον ανίκανη να υπερασπιστεί τα ευρωπαϊκά συμφέροντα έναντι των παγκόσμιων δυνάμεων. Στο πλαίσιο του σύγχρονου γεωοικονομικού ανταγωνισμού, όπου η Κίνα και οι ΗΠΑ αναδιατάσσουν επιθετικά τις διεθνείς ισορροπίες, η Ευρώπη καλείται να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα της εποχής: θα λειτουργήσει ως ενιαία υπερδύναμη ή θα συνεχίσει να υποχωρεί, μέχρις ότου καταστεί γεωπολιτικά αδιάφορη;