Η επαναληπτικότητα των έντονων δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα έχει πάψει να αποτελεί ένα σπάνιο, ακραίο καιρικό γεγονός και έχει μετατραπεί σε προβλέψιμο, σχεδόν τυποποιημένο θερινό σενάριο. Η γεωγραφική θέση της χώρας, το μεσογειακό κλίμα με τους θερμούς και ξηρούς καλοκαιρινούς μήνες, και οι μακρές περίοδοι ανομβρίας δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες για την ανάφλεξη και την ταχεία εξάπλωση της φωτιάς. Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή δρα ως επιταχυντής, αυξάνοντας τη θερμοκρασία, εντείνοντας την ξηρασία και επεκτείνοντας τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου. Το αποτέλεσμα είναι η ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα και σφοδρότητα των πυρκαγιών, με ανυπολόγιστες συνέπειες στο φυσικό κεφάλαιο της χώρας.
Ωστόσο, το φαινόμενο δεν οφείλεται μόνο σε φυσικούς παράγοντες. Η ανθρώπινη δραστηριότητα — από την παράνομη καύση υπολειμμάτων και την ανεξέλεγκτη δόμηση σε περιαστικές ζώνες έως την ελλιπή διαχείριση των δασών και τη μη εφαρμογή δασικών χαρτών — λειτουργεί ως καταλύτης στην πρόκληση και διάδοση των πυρκαγιών. Παρά την επιστημονική και τεχνική γνώση που διαθέτουμε εδώ και δεκαετίες, η Πολιτεία εξακολουθεί να επενδύει δυσανάλογα περισσότερο στην καταστολή παρά στην πρόληψη, αναπαράγοντας ένα φαύλο κύκλο.
Η πρόληψη, που διεθνώς θεωρείται το θεμέλιο της αποτελεσματικής αντιπυρικής πολιτικής, στην Ελλάδα παραμένει αποσπασματική. Αν και έχουν υλοποιηθεί δασοτεχνικά έργα, δημιουργία αντιπυρικών ζωνών και καθαρισμοί βλάστησης, οι παρεμβάσεις αυτές συχνά στερούνται συνέχειας και σταθερής χρηματοδότησης. Η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων — όπως δορυφορική παρακολούθηση, ανάλυση κλιματικών δεδομένων και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για πρόβλεψη κινδύνου — παραμένει περιορισμένη, συχνά εγκλωβισμένη σε πιλοτικά προγράμματα που σπάνια κλιμακώνονται σε εθνικό επίπεδο.
Στον τομέα της καταστολής, οι υπηρεσίες, όπως η Πυροσβεστική Υπηρεσία και η Πολιτική Προστασία, έχουν βελτιώσει τον εξοπλισμό, την εκπαίδευση και τον συντονισμό τους. Παρά ταύτα, ακόμη και οι πιο άρτιες επιχειρησιακές δυνατότητες δεν μπορούν να ανατρέψουν την καταστροφική δυναμική όταν η πρόληψη παραμένει η αδύναμη πλευρά της εξίσωσης. Το ίδιο αφήγημα επαναλαμβάνεται: πολυήμερες μάχες με τις φλόγες, εκτεταμένες καταστροφές, αποκατάσταση που μένει ανολοκλήρωτη και, λίγους μήνες αργότερα, επανάληψη του ίδιου κύκλου στις ίδιες ή σε γειτονικές περιοχές.
Η επιστημονική κοινότητα και οι περιβαλλοντικοί φορείς συμφωνούν πως η βιώσιμη λύση απαιτεί ολιστική προσέγγιση: αυστηρή εφαρμογή δασικών χαρτών και χρήσεων γης, συνεχή καθαρισμό και διαχείριση της καύσιμης ύλης, δημιουργία και συντήρηση αντιπυρικών ζωνών, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση του πληθυσμού, καθώς και πλήρη αξιοποίηση τεχνολογιών έγκαιρης ανίχνευσης και πρόληψης. Οι πολιτικές αυτές δεν είναι απλώς περιβαλλοντικά αναγκαίες αλλά και κοινωνικά και οικονομικά αποδοτικές, αφού το κόστος πρόληψης είναι πολλαπλάσια χαμηλότερο από το κόστος καταστολής και αποκατάστασης.
Η διαρκής απώλεια χιλιάδων στρεμμάτων δάσους, η υποβάθμιση οικοσυστημάτων, η επιβάρυνση της δημόσιας υγείας από τους ρύπους και οι οικονομικές απώλειες σε τουριστικές και αγροτικές περιοχές δεν είναι πια έκτακτα περιστατικά, αλλά σταθερά μοτίβα. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι η κοινωνία και οι θεσμοί δείχνουν να προσαρμόζονται σε αυτή την κυκλική καταστροφή, σαν να πρόκειται για αναπόφευκτη μοίρα. Σε μια εποχή όπου η επιστήμη και η τεχνολογία παρέχουν όλα τα απαραίτητα εργαλεία για αποτελεσματική πρόληψη και διαχείριση, η διατήρηση του ίδιου φαύλου κύκλου δεν μπορεί να αποδοθεί στην άγνοια, αλλά στην αδράνεια και στην απουσία πολιτικής τόλμης.
Η αντιμετώπιση της επαναληπτικότητας των έντονων πυρκαγιών δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα· είναι δείκτης του αν μια κοινωνία μπορεί να προστατεύσει το φυσικό της κεφάλαιο και, κατ’ επέκταση, το μέλλον της. Χωρίς ριζική αλλαγή προτεραιοτήτων, η Ελλάδα θα συνεχίσει να χάνει όχι μόνο δάση, αλλά και την ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να μάθει από τα λάθη της και να οικοδομήσει μια πραγματικά ανθεκτική στρατηγική απέναντι σε ένα φαινόμενο που, δυστυχώς, έχει πάψει να είναι απρόβλεπτο.
Πρόσφατα σχόλια