Μια κοινωνία μπορεί να διαθέτει επιδοματικές πολιτικές, προγράμματα στήριξης και αναδιανεμητικούς μηχανισμούς, αλλά αν η ίδια η παραγωγική δομή παράγει κυρίως χαμηλής αξίας εργασία, τότε η κοινωνική δικαιοσύνη θα βρίσκεται διαρκώς σε θέση άμυνας. Θα προσπαθεί να μετριάσει τις συνέπειες ενός οικονομικού συστήματος που δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις αξιοπρεπούς προοπτικής. Για αυτό η παραγωγικότητα δεν αφορά μόνο το συνολικό προϊόν. Αφορά την ποιότητα της εργασιακής ζωής.
Η αξιοπρεπής εργασία δεν μπορεί να οριστεί μόνο ως απουσία ανεργίας. Ένας άνθρωπος μπορεί να εργάζεται και ταυτόχρονα να μην έχει πραγματική ασφάλεια, επαρκές εισόδημα, δυνατότητα αποταμίευσης, πρόσβαση σε στέγη ή προοπτική επαγγελματικής ανόδου. Η εργασία αποκτά κοινωνική αξία όταν συνδέεται με παραγωγική αξία. Όταν η επιχείρηση στην οποία εντάσσεται ο εργαζόμενος έχει τεχνολογία, διοίκηση, οργάνωση, εξωστρέφεια και δυνατότητα καινοτομίας, τότε η εργασία του δεν εξαντλείται σε απλή εκτέλεση καθηκόντων. Συμμετέχει σε διαδικασία δημιουργίας υψηλότερης αξίας. Αυτή η διαφορά είναι θεμελιώδης. Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν σημαίνει μόνο χαμηλότερο ΑΕΠ· σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι εργάζονται σε συνθήκες όπου η προσπάθειά τους δεν μετατρέπεται σε ανάλογο κοινωνικό και εισοδηματικό αποτέλεσμα.
Η ισότητα ευκαιριών εξαρτάται από την παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας. Αν μια χώρα δημιουργεί κυρίως θέσεις χαμηλής τεχνολογικής έντασης και περιορισμένης εξέλιξης, τότε ακόμη και οι μορφωμένοι πολίτες θα υποαξιοποιούνται. Αν οι επιχειρήσεις δεν έχουν ανάγκη από σύνθετες δεξιότητες, η εκπαίδευση χάνει μέρος της κοινωνικής της υπόσχεσης. Αν οι δυναμικοί κλάδοι είναι λίγοι και γεωγραφικά συγκεντρωμένοι, η κοινωνική κινητικότητα γίνεται άνιση. Η παραγωγικότητα είναι επομένως κρίσιμος μηχανισμός μετατροπής των τυπικών προσόντων σε πραγματικές δυνατότητες. Δεν αρκεί να αποκτήσει κάποιος γνώσεις. Πρέπει να υπάρχει οικονομία που να μπορεί να τις αξιοποιήσει.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό με μορφωτικό επίπεδο, εμπειρίες, ξένες γλώσσες, τεχνικές ικανότητες και επιστημονικό δυναμισμό. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτού του δυναμικού δεν εντάσσεται σε παραγωγικά περιβάλλοντα που μεγιστοποιούν την αξία του. Έτσι δημιουργείται ένα αίσθημα κοινωνικής ματαίωσης: άνθρωποι με προσόντα εργάζονται σε θέσεις που δεν αντιστοιχούν στις δυνατότητές τους, νέοι καθυστερούν την οικονομική τους αυτονομία, ειδικευμένοι εργαζόμενοι αναζητούν καλύτερη αξιοποίηση στο εξωτερικό, επιχειρήσεις δηλώνουν ελλείψεις δεξιοτήτων αλλά δεν οργανώνουν πάντα θέσεις υψηλής παραγωγικής απόδοσης. Η παραγωγικότητα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αντίφασης, επειδή συνδέει τη γνώση με την αξία και την αξία με το εισόδημα.
Η συζήτηση για την κατάρτιση συχνά παραμένει ανεπαρκής, επειδή αντιμετωπίζει τις δεξιότητες ως ατομική ευθύνη του εργαζομένου. Στην πραγματικότητα, οι δεξιότητες αποδίδουν μόνο όταν η επιχείρηση και ο κλάδος μπορούν να τις απορροφήσουν. Ένας εργαζόμενος που εκπαιδεύεται σε ψηφιακά εργαλεία, τεχνικές εφαρμογές ή διοικητικές μεθόδους χρειάζεται περιβάλλον όπου αυτά τα εργαλεία χρησιμοποιούνται πραγματικά. Διαφορετικά, η κατάρτιση γίνεται τυπική διαδικασία χωρίς παραγωγικό βάθος. Η κοινωνική δικαιοσύνη στις δεξιότητες απαιτεί όχι μόνο πρόσβαση σε προγράμματα, αλλά και οικονομία που δημιουργεί ζήτηση για υψηλότερη γνώση. Απαιτεί σύνδεση εκπαιδευτικών θεσμών, επιχειρήσεων, κλαδικών στρατηγικών και τεχνολογικής αναβάθμισης.
Η παραγωγικότητα συνδέεται επίσης με τη διαπραγματευτική θέση της εργασίας. Όταν οι επιχειρήσεις παράγουν χαμηλή αξία και ανταγωνίζονται κυρίως μέσω κόστους, ο εργαζόμενος αντιμετωπίζεται εύκολα ως δαπάνη που πρέπει να συμπιεστεί. Όταν οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μέσω ποιότητας, τεχνολογίας, οργάνωσης και εξειδίκευσης, η εργασία αποκτά διαφορετική θέση. Γίνεται φορέας γνώσης και όχι απλώς κόστος. Αυτό δεν συμβαίνει αυτόματα. Χρειάζονται θεσμοί εργασιακής προστασίας, συλλογική εκπροσώπηση, κανόνες διαφάνειας και κουλτούρα συμμετοχής. Ωστόσο, η παραγωγική αναβάθμιση δημιουργεί τις υλικές συνθήκες ώστε η εργασία να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο χωρίς να παρουσιάζεται διαρκώς ως απειλή για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει να μη συγχέεται η παραγωγικότητα με την εντατικοποίηση. Η κοινωνικά δίκαιη παραγωγικότητα δεν προκύπτει από περισσότερη εξάντληση, μεγαλύτερη πίεση και ατελείωτες ώρες. Προκύπτει από καλύτερη οργάνωση, τεχνολογική υποστήριξη, καθαρές διαδικασίες, λιγότερη σπατάλη χρόνου, μείωση γραφειοκρατίας, διοικητική επάρκεια, ασφαλέστερες μεθόδους και αναβάθμιση δεξιοτήτων. Η αύξηση της αξίας ανά ώρα εργασίας πρέπει να επιτρέπει καλύτερη ζωή, όχι μόνο μεγαλύτερη απόδοση. Αν η παραγωγικότητα γίνει συνώνυμο της πίεσης πάνω στον εργαζόμενο, χάνει την κοινωνική της νομιμοποίηση. Αν γίνει συνώνυμο της καλύτερης οργάνωσης της οικονομίας, μπορεί να υπηρετήσει την αξιοπρέπεια.
Η πολιτική δικαιοσύνης στην εργασία πρέπει να συνδέει τρία επίπεδα: προστασία δικαιωμάτων, αναβάθμιση δεξιοτήτων και μετασχηματισμό επιχειρήσεων. Η προστασία δικαιωμάτων χωρίς παραγωγική αναβάθμιση δυσκολεύεται να δημιουργήσει υψηλές αμοιβές σε βάθος χρόνου. Η κατάρτιση χωρίς ζήτηση από επιχειρήσεις γίνεται αδύναμη. Ο επιχειρηματικός μετασχηματισμός χωρίς δίκαιη διανομή δημιουργεί κοινωνική δυσπιστία. Το ώριμο υπόδειγμα χρειάζεται και τα τρία μαζί. Μόνο τότε η παραγωγικότητα μετατρέπεται από στόχο οικονομικής αποτελεσματικότητας σε μέσο κοινωνικής ανόδου.
Στην ελληνική περίπτωση, το μεγάλο στοίχημα είναι να περάσει η αγορά εργασίας από την απορρόφηση ανθρώπων στη δημιουργία ποιοτικών διαδρομών. Η μείωση της ανεργίας ήταν αναγκαία. Το επόμενο βήμα είναι η αύξηση της αξίας της εργασίας. Αυτό σημαίνει περισσότερες επιχειρήσεις που μπορούν να πληρώνουν καλά επειδή παράγουν σύνθετη αξία, περισσότερες θέσεις που αξιοποιούν δεξιότητες, περισσότερη τεχνική εκπαίδευση που οδηγεί σε πραγματική επαγγελματική ισχύ, περισσότερα κίνητρα για επιστροφή ανθρώπινου δυναμικού, περισσότερη συμμετοχή των εργαζομένων στα οφέλη της προόδου. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να αρκεστεί στο να περιορίζει την ακραία φτώχεια. Πρέπει να δημιουργεί συνθήκες αξιοπρεπούς συμμετοχής στην παραγωγή.
Η παραγωγικότητα, με αυτή την έννοια, είναι η βάση μιας κοινωνίας ευκαιριών. Όχι γιατί λύνει από μόνη της το πρόβλημα των ανισοτήτων, αλλά γιατί δημιουργεί το πεδίο μέσα στο οποίο οι ανισότητες μπορούν να μειωθούν με ουσιαστικό τρόπο. Όταν η οικονομία παράγει περισσότερη αξία και οι θεσμοί μεριμνούν για τη δίκαιη διανομή της, η εργασία γίνεται δρόμος κοινωνικής ανόδου. Όταν η οικονομία παράγει λίγη αξία, η εργασία γίνεται συχνά απλώς μηχανισμός επιβίωσης. Η Ελλάδα χρειάζεται την πρώτη εκδοχή: εργασία υψηλότερης αξίας, παραγωγικότητα με ανθρώπινο περιεχόμενο και κοινωνική δικαιοσύνη που αρχίζει μέσα στην ίδια την οικονομική παραγωγή.
Πρόσφατα σχόλια