Η καταστολή στο Ιράν δεν αποτελεί έκτακτο μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων, αλλά θεμελιώδες δομικό στοιχείο της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης του καθεστώτος. Η βία δεν ενεργοποιείται μόνο σε περιόδους μαζικών κινητοποιήσεων ή ανοιχτής αμφισβήτησης, αλλά διαπερνά την καθημερινότητα, λειτουργώντας προληπτικά, πειθαρχικά και παραδειγματικά. Το κράτος δεν επιδιώκει απλώς να καταστείλει την αντίσταση όταν αυτή εκδηλώνεται, αλλά να αποτρέψει εκ των προτέρων τη συγκρότησή της, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον μόνιμης επιτήρησης και ανασφάλειας.

Η λογική της καταστολής στο Ιράν βασίζεται στην πλήρη απουσία ορίων ανάμεσα στη νόμιμη κρατική εξουσία και την ωμή αυθαιρεσία. Οι μηχανισμοί ασφαλείας δεν δεσμεύονται από σαφές νομικό πλαίσιο ούτε υπόκεινται σε ανεξάρτητο έλεγχο. Αντιθέτως, λειτουργούν σε καθεστώς σχεδόν απόλυτης ασυλίας, γεγονός που επιτρέπει τη συστηματική χρήση βίας χωρίς συνέπειες. Η σύλληψη, η κράτηση, η ανάκριση και η τιμωρία δεν αποτελούν διακριτά στάδια μιας θεσμικά ρυθμισμένης διαδικασίας, αλλά συγχωνεύονται σε έναν ενιαίο μηχανισμό καταναγκασμού.

Η καταστολή στοχεύει πρωτίστως στη διάλυση κάθε συλλογικής μορφής δράσης. Οι διαδηλώσεις αντιμετωπίζονται εξαρχής ως απειλή κατά της κρατικής ασφάλειας, ανεξαρτήτως του περιεχομένου ή της έκτασής τους. Το καθεστώς δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα στη διαμαρτυρία ως πολιτικό δικαίωμα, αλλά ως πράξη εχθρική προς την κρατική τάξη. Η βίαιη διάλυση συγκεντρώσεων, οι μαζικές συλλήψεις και η χρήση υπέρμετρης βίας αποσκοπούν όχι μόνο στη φυσική αποτροπή, αλλά και στη δημιουργία συλλογικής μνήμης φόβου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συστηματική στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, με σκοπό την αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών και την αποτροπή της αλληλεγγύης. Οι γυναίκες, οι νέοι, οι φοιτητές, οι εργαζόμενοι σε κρίσιμους τομείς και οι εθνοτικές ή θρησκευτικές μειονότητες αντιμετωπίζονται ως δυνητικοί φορείς αμφισβήτησης. Η καταστολή δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά προσαρμόζεται στις κοινωνικές δυναμικές, επιλέγοντας στόχους που μπορούν να λειτουργήσουν παραδειγματικά.

Η βία κατά των γυναικών κατέχει κεντρική θέση στη στρατηγική κοινωνικού ελέγχου. Το γυναικείο σώμα μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής επιβολής, με τη συμμόρφωση να επιβάλλεται μέσω απειλών, εξευτελισμού και φυσικής βίας. Η έμφυλη καταστολή δεν αφορά μόνο την επιβολή συγκεκριμένων κοινωνικών κανόνων, αλλά λειτουργεί ως μήνυμα προς το σύνολο της κοινωνίας: το κράτος διεκδικεί το δικαίωμα ελέγχου ακόμη και των πιο προσωπικών πτυχών της ζωής. Η δημόσια στοχοποίηση των γυναικών αποσκοπεί στη γενίκευση του φόβου και στην αποθάρρυνση κάθε μορφής ανυπακοής.

Η ποινικοποίηση της καθημερινής ζωής αποτελεί βασικό εργαλείο διακυβέρνησης. Η αοριστία των νόμων επιτρέπει στις αρχές να χαρακτηρίζουν σχεδόν οποιαδήποτε συμπεριφορά ως παράνομη ή αντικαθεστωτική. Η έννοια της «απειλής κατά της εθνικής ασφάλειας» χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να δικαιολογήσει συλλήψεις, βαριές ποινές και μακροχρόνιες φυλακίσεις. Με τον τρόπο αυτό, το καθεστώς διαμορφώνει ένα καθεστώς διαρκούς επισφάλειας, στο οποίο κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής.

Η κράτηση και η φυλάκιση δεν λειτουργούν μόνο ως μέσο τιμωρίας, αλλά και ως μηχανισμός διάλυσης της κοινωνικής συνοχής. Οι κρατούμενοι συχνά απομονώνονται, στερούνται βασικών δικαιωμάτων και υποβάλλονται σε ψυχολογική και σωματική κακοποίηση. Η εμπειρία της φυλακής μετατρέπεται σε εργαλείο εκφοβισμού όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και για το κοινωνικό τους περιβάλλον. Η συλλογική δράση αποδυναμώνεται όταν το κόστος της συμμετοχής γίνεται υπαρξιακό.

Η πληροφοριακή καταστολή συμπληρώνει τη φυσική βία. Ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης, η λογοκρισία και η παρακολούθηση της ψηφιακής επικοινωνίας περιορίζουν δραστικά τη δυνατότητα δημόσιου λόγου. Το καθεστώς δεν αρκείται στη φίμωση της αντιπολίτευσης, αλλά επιδιώκει τη διαμόρφωση μιας ελεγχόμενης πραγματικότητας, όπου η επίσημη αφήγηση κυριαρχεί. Η διάδοση εναλλακτικών πληροφοριών αντιμετωπίζεται ως απειλή ισοδύναμη με την πολιτική δράση.

Η καταστολή στο Ιράν έχει επίσης έντονη προληπτική διάσταση. Η παρουσία των μηχανισμών ασφαλείας στον δημόσιο χώρο λειτουργεί αποτρεπτικά, υπενθυμίζοντας διαρκώς τα όρια της ανεκτής συμπεριφοράς. Η επιτήρηση δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και κοινωνική: η καλλιέργεια καχυποψίας και ο φόβος της καταγγελίας διαβρώνουν τις κοινωνικές σχέσεις. Το κράτος επιδιώκει να μετατρέψει την κοινωνία σε συνεργό της καταστολής, ενσωματώνοντας τον φόβο στην καθημερινή αλληλεπίδραση.

Από θεωρητική σκοπιά, το ιρανικό μοντέλο καταστολής συνιστά παράδειγμα καθεστώτος που βασίζεται στην αρνητική σταθερότητα. Η τάξη δεν διασφαλίζεται μέσω συναίνεσης ή θεσμικής νομιμοποίησης, αλλά μέσω της συνεχούς απειλής βίας. Ωστόσο, αυτή η μορφή σταθερότητας είναι εγγενώς εύθραυστη. Όσο περισσότερο το καθεστώς επενδύει στην καταστολή, τόσο περισσότερο αποκαλύπτει την αδυναμία του να ενσωματώσει την κοινωνία με θετικούς όρους.

Η συστηματική χρήση βίας παράγει σωρευτικά αποτελέσματα απονομιμοποίησης. Η κοινωνική μνήμη της καταστολής δεν εξαφανίζεται, αλλά συσσωρεύεται, μετατρέποντας τον φόβο σε οργή και την παθητικότητα σε δυνητική ρήξη. Το καθεστώς, εγκλωβισμένο στη λογική της βίας, αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η καταστολή δεν εξαλείφει τις αιτίες της αντίστασης, αλλά,αντιθέτως, τις βαθαίνει.

Η καταστολή στο Ιράν δεν είναι απλώς εργαλείο εξουσίας, αλλά ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας της. Η βία, ο φόβος και ο κοινωνικός έλεγχος συνθέτουν ένα σύστημα διακυβέρνησης που μπορεί να διατηρείται μόνο μέσω συνεχούς έντασης. Αυτή η συνθήκη καθιστά το καθεστώς ταυτόχρονα πανίσχυρο και δομικά ευάλωτο, καθώς η επιβίωσή του εξαρτάται από τη διαρκή αναπαραγωγή της καταστολής.