Η πραγματικότητα του Ιράν χαρακτηρίζεται από μια διαχρονική θεσμική παράλυση, η οποία είναι εγγενές γνώρισμα του ίδιου του καθεστωτικού του οικοδομήματος. Το ιρανικό κράτος λειτουργεί ως ένα κλειστό, αυτοαναφορικό σύστημα εξουσίας, στο οποίο η πολιτική αλλαγή, η θεσμική προσαρμογή και η οργανική μεταρρύθμιση δεν αντιμετωπίζονται ως αναγκαία στοιχεία επιβίωσης, αλλά ως υπαρξιακές απειλές. Σε αυτό το πλαίσιο, η θεσμική ακινησία δεν είναι αποτυχία διακυβέρνησης· είναι συνειδητή επιλογή καθεστωτικής αυτοσυντήρησης.

Τα απολυταρχικά καθεστώτα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τον βαθμό ευελιξίας, την ικανότητα ενσωμάτωσης κοινωνικών πιέσεων και τη δυνατότητα ελεγχόμενης προσαρμογής. Το Ιράν, ωστόσο, ανήκει σε μια ιδιαίτερα άκαμπτη κατηγορία ανελεύθερων συστημάτων, όπου η θεσμική αρχιτεκτονική έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποτρέπει ή να ακυρώνει οποιαδήποτε μεταβολή θα μπορούσε να αλλοιώσει τον πυρήνα της εξουσίας. Η διακυβέρνηση δεν λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης κοινωνικών αναγκών, αλλά ως μηχανισμός διατήρησης ιεραρχιών, ιδεολογικής κυριαρχίας και ελέγχου.

Η απουσία μεταρρυθμιστικής ικανότητας είναι συστημικό χαρακτηριστικό το οποίο απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ίδια η πολιτική εξουσία. Οι θεσμοί δεν υπάρχουν για να εξυπηρετούν τη λειτουργικότητα του κράτους, αλλά για να θωρακίζουν την καθεστωτική συνέχεια. Κάθε θεσμική πρωτοβουλία αξιολογείται πρωτίστως με όρους πολιτικής ασφάλειας και ιδεολογικής καθαρότητας, όχι με όρους αποτελεσματικότητας ή κοινωνικής ανταπόκρισης.

Συνεπώς η έννοια της μεταρρύθμισης αποκτά στο Ιράν μια στρεβλή και περιορισμένη σημασία. Δεν νοείται ως δομική αναπροσαρμογή πολιτικών και θεσμών, αλλά ως επιφανειακή διαχείριση κρίσεων, με στόχο την εκτόνωση πιέσεων χωρίς καμία ουσιαστική ανακατανομή εξουσίας. Η όποια αλλαγή επιτρέπεται μόνο εφόσον δεν αγγίζει τον σκληρό πυρήνα του συστήματος, δηλαδή τη συγκέντρωση πολιτικής, θρησκευτικής και θεσμικής ισχύος σε μη λογοδοτούσες δομές.

Σε αντίθεση με άλλα αυταρχικά καθεστώτα που επιδεικνύουν επιλεκτική ευελιξία προκειμένου να διασφαλίσουν μακροπρόθεσμη σταθερότητα, το ιρανικό σύστημα επιλέγει τη στασιμότητα ως στρατηγική. Η προσαρμογή εκλαμβάνεται ως παραχώρηση, η παραχώρηση ως αδυναμία και η αδυναμία ως απειλή για την επιβίωση του καθεστώτος. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σύστημα εγκλωβισμένο στον ίδιο του τον φόβο.

Η θεσμική παράλυση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη σχέση κράτους και κοινωνίας. Το ιρανικό κράτος δεν διαθέτει μηχανισμούς ουσιαστικής ανατροφοδότησης από την κοινωνία, ούτε θεσμικά κανάλια ενσωμάτωσης κοινωνικών αιτημάτων. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται σε πολιτική πίεση εντός του συστήματος, αλλά συσσωρεύεται εκτός αυτού, οδηγώντας σε επαναλαμβανόμενες εκρήξεις έντασης. Αντί να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής κοινωνικών συμφερόντων, το κράτος λειτουργεί ως επιτηρητής και κατασταλτικός μηχανισμός.

Αυτή η αποσύνδεση παράγει ένα φαύλο κύκλο. Η αδυναμία μεταρρύθμισης εντείνει τις κοινωνικές πιέσεις· οι κοινωνικές πιέσεις ενισχύουν την καθεστωτική καχυποψία· η καχυποψία οδηγεί σε περαιτέρω θεσμικό κλείσιμο και καταστολή. Έτσι, το σύστημα αυτοπαγιδεύεται σε μια λογική διαρκούς άμυνας, θυσιάζοντας τη λειτουργικότητα, τη νομιμοποίηση και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του.

Το ιρανικό κράτος, ως κλειστό θεσμικό σύστημα, εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μηχανισμού που δεν μπορεί να μάθει από τα λάθη του. Η έλλειψη θεσμικής αυτοκριτικής, η απουσία ανεξάρτητων μηχανισμών αξιολόγησης πολιτικών και η ποινικοποίηση της διαφωνίας εμποδίζουν κάθε διαδικασία προσαρμοστικής μάθησης. Οι αποτυχίες δεν αναγνωρίζονται ως αποτυχίες πολιτικής, αλλά αποδίδονται σε εξωτερικές απειλές, εσωτερικούς εχθρούς ή ηθική χαλάρωση της κοινωνίας.

Από αναλυτική σκοπιά, η θεσμική ακινησία του Ιράν δεν συνιστά ένδειξη σταθερότητας, αλλά σύμπτωμα βαθιάς δομικής φθοράς. Η πολιτική ακινησία δεν παγώνει τον χρόνο· συσσωρεύει αντιφάσεις. Όσο περισσότερο το σύστημα αρνείται να μεταρρυθμιστεί, τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται η ικανότητά του να ελέγχει τις εξελίξεις που το περιβάλλουν. Η απουσία προσαρμοστικότητας μετατρέπει κάθε κρίση σε υπαρξιακή δοκιμασία.

Η ιδιαιτερότητα του ιρανικού καθεστώτος έγκειται στο ότι έχει οικοδομήσει μια μορφή διακυβέρνησης η οποία επιβιώνει όχι μέσω συναίνεσης ή αποτελεσματικότητας, αλλά μέσω αδράνειας και καταστολής. Η θεσμική παράλυση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα αυταρχισμού· είναι εργαλείο του. Η ακινησία προστατεύει τις υφιστάμενες ιεραρχίες, αποτρέπει την ανανέωση και διατηρεί τον έλεγχο σε ένα στενό καθεστωτικό πυρήνα.

Ωστόσο, αυτή η στρατηγική έχει σαφή όρια. Ένα κράτος που δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί δεν μπορεί ούτε να εξελιχθεί ούτε να ανανεωθεί. Η αδυναμία προσαρμογής δεν ακυρώνει τις κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές μεταβολές· απλώς τις αφήνει να λειτουργούν αποσταθεροποιητικά. Το ιρανικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπο με μια θεμελιώδη αντίφαση: για να επιβιώσει βραχυπρόθεσμα, αρνείται να αλλάξει· για να επιβιώσει μακροπρόθεσμα, θα έπρεπε να μετασχηματιστεί.