Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα του Ιράν δεν μπορεί να αναλυθεί επαρκώς με τα εργαλεία της συγκριτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης καθώς πρόκειται για ένα σκληρό, ιδεολογικά κλειστό, αυταρχικό σύστημα εξουσίας, το οποίο δεν επιδιώκει κοινωνική συναίνεση μέσω συμμετοχής ή θεσμικής ενσωμάτωσης, αλλά σταθερότητα μέσω φθοράς, κόπωσης και χρονικής εξάντλησης της κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η «πολιτική της εξάντλησης» δεν συνιστά παρενέργεια αποτυχίας διακυβέρνησης, αλλά συνειδητή και δομικά ενσωματωμένη στρατηγική άσκησης εξουσίας.

Η πολιτική σταθερότητα δεν επιδιώκεται μέσω επίλυσης κρίσεων, αλλά μέσω της χρονικής παράτασής τους, έως ότου η κοινωνική ενέργεια αποσυντεθεί, οι προσδοκίες διαβρωθούν και η πολιτική δράση μετατραπεί σε ατομική στρατηγική επιβίωσης. Η εξουσία στο Ιράν λειτουργεί ως μηχανισμός φθοράς: δεν χρειάζεται να νικήσει την κοινωνία· αρκεί να την κουράσει.

Η οικονομική διάσταση αυτής της στρατηγικής είναι κεντρική. Ο επίμονος υψηλός πληθωρισμός, η διαρκής υποτίμηση του ριάλ, η διάλυση της αγοραστικής δύναμης και η συστηματική αβεβαιότητα γύρω από βασικά αγαθά δεν αποτελούν απλώς αποτέλεσμα κυρώσεων ή κακοδιαχείρισης. Εντάσσονται σε ένα μοντέλο κρατικού ελέγχου, όπου η οικονομική ασφυξία λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής πειθάρχησης. Όταν η καθημερινότητα μετατρέπεται σε συνεχή αγώνα επιβίωσης, η δυνατότητα συλλογικής πολιτικής δράσης μειώνεται δραστικά. Η κοινωνία αναδιπλώνεται στον εαυτό της, και η πολιτική αντίσταση αποσυντίθεται σε μεμονωμένες, αποσπασματικές εκρήξεις χωρίς διάρκεια.

Το καθεστώς αξιοποιεί αυτή τη συνθήκη μεθοδικά. Δεν επιδιώκει οικονομική ομαλότητα, αλλά ελεγχόμενη δυσλειτουργία. Η επιλεκτική επιδότηση, οι πολλαπλές συναλλαγματικές ισοτιμίες, η αυθαίρετη κρατική παρέμβαση στην αγορά και η αδιαφάνεια στη διανομή πόρων δεν είναι τεχνικές ατέλειες· είναι εργαλεία εξάρτησης. Ο πολίτης δεν αντιμετωπίζει ένα ουδέτερο, αποτυχημένο κράτος, αλλά ένα κράτος που τον καθιστά μόνιμα ευάλωτο, εξαρτημένο και ανασφαλή. Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική διαμαρτυρία δεν καταστέλλεται μόνο με βία, αλλά και με κόπωση.

Η καταστολή στο Ιράν δεν λειτουργεί με τον τρόπο των μαζικών, θεαματικών εκκαθαρίσεων που χαρακτηρίζουν άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αντίθετα, είναι κλιμακωτή, επιλεκτική και χρονικά παρατεταμένη. Η βία δεν αποσκοπεί μόνο στον εκφοβισμό, αλλά στη διάβρωση της προσδοκίας αλλαγής. Οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι διαμαρτυρίας και καταστολής δημιουργούν ένα μοτίβο συλλογικής ματαίωσης: η κοινωνία κινητοποιείται, καταστέλλεται, θρηνεί, σιωπά και επιστρέφει σε μια κατάσταση αναμονής, μέχρι τον επόμενο κύκλο. Το καθεστώς δεν φοβάται τις εξεγέρσεις· φοβάται τη συνέχεια. Και γι’ αυτό επενδύει στην εξάντληση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος του χρόνου ως πολιτικού εργαλείου. Το ιρανικό κράτος δεν λειτουργεί με ορίζοντα εκλογικών κύκλων ή κοινωνικής αποδοχής. Διαθέτει μακροχρόνια αντίληψη επιβίωσης, όπου η κοινωνία θεωρείται μεταβλητή αντοχής. Οι ηγετικές ελίτ γνωρίζουν ότι δεν χρειάζεται να πείσουν την πλειοψηφία· αρκεί να αντέξουν περισσότερο από αυτήν. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναμονή μετατρέπεται σε μορφή καταστολής. Οι πολίτες περιμένουν μεταρρυθμίσεις που δεν έρχονται, βελτιώσεις που αναβάλλονται, υποσχέσεις που διαρκώς μετατίθενται στο μέλλον. Η πολιτική αδράνεια δεν είναι κενό εξουσίας, αλλά ενεργός στρατηγική.

Η θεσμική δομή του καθεστώτος ενισχύει αυτή τη λογική. Η αλληλοεπικάλυψη εξουσιών, η απουσία σαφούς λογοδοσίας και η κυριαρχία υπερθεσμικών μηχανισμών δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η αποτυχία δεν αποδίδεται ποτέ σε συγκεκριμένο κέντρο ευθύνης. Η κοινωνική δυσαρέσκεια διαχέεται, αλλά δεν εστιάζεται. Το κράτος εμφανίζεται ταυτόχρονα πανίσχυρο και απρόσωπο, κατασταλτικό και αδιαπέραστο. Αυτό το θεσμικό θολό τοπίο ενισχύει την αίσθηση αδυναμίας της κοινωνίας να επηρεάσει το σύστημα.

Η πολιτική της εξάντλησης εκτείνεται και στο πεδίο της πληροφορίας. Οι περιοδικές διακοπές του διαδικτύου, ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και η ποινικοποίηση της δημόσιας έκφρασης δεν στοχεύουν μόνο στη φίμωση. Στοχεύουν στη διάρρηξη της συλλογικής εμπειρίας. Όταν η κοινωνία δεν μπορεί να δει τον εαυτό της, να μετρήσει το εύρος της δυσαρέσκειας ή να συντονίσει τον λόγο της, η πολιτική ενέργεια αποσυντίθεται. Η απομόνωση γίνεται εργαλείο εξάντλησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνική κόπωση δεν είναι απλώς ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά πολιτικό αποτέλεσμα. Το καθεστώς παράγει συστηματικά συνθήκες στις οποίες η ελπίδα γίνεται επικίνδυνη, διότι οδηγεί σε απογοήτευση. Η επαναλαμβανόμενη διάψευση προσδοκιών μετατρέπει την πολιτική συμμετοχή σε συναισθηματικό κόστος που πολλοί πολίτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν. Έτσι, η απάθεια δεν είναι ένδειξη συναίνεσης, αλλά προϊόν εξαναγκασμένης κόπωσης.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η στρατηγική δεν οδηγεί σε σταθερότητα με την ουσιαστική έννοια. Δημιουργεί μια εύθραυστη ισορροπία, βασισμένη όχι στην κοινωνική νομιμοποίηση, αλλά στην αντοχή των μηχανισμών καταστολής και στον κατακερματισμό της κοινωνικής δυναμικής. Κάθε νέος κύκλος κρίσης απαιτεί μεγαλύτερη ένταση, μεγαλύτερη βία και μεγαλύτερη οικονομική πίεση. Το καθεστώς επιβιώνει, αλλά φθείρεται μαζί με την κοινωνία που κυβερνά.

Η πολιτική της εξάντλησης στο Ιράν αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξεταστεί σε συνάρτηση με την απουσία μηχανισμών θεσμικής εκτόνωσης. Σε αντίθεση με τα δημοκρατικά ή υβριδικά καθεστώτα, όπου η κοινωνική πίεση μπορεί να απορροφηθεί μέσω εκλογών, εναλλαγής κυβερνήσεων ή θεσμικών μεταρρυθμίσεων, το ιρανικό σύστημα δεν διαθέτει αξιόπιστες βαλβίδες αποσυμπίεσης. Οι εκλογικές διαδικασίες είναι αυστηρά ελεγχόμενες, η πολιτική αντιπροσώπευση απονευρωμένη και η θεσμική ανανέωση ουσιαστικά ανύπαρκτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται σε πολιτική αλλαγή, αλλά συσσωρεύεται, εκτονώνεται βίαια και στη συνέχεια καταστέλλεται, αφήνοντας πίσω της ένα βαθύτερο στρώμα συλλογικής κόπωσης.

Αυτή η κυκλικότητα δεν είναι τυχαία. Το καθεστώς έχει μάθει να διαχειρίζεται τις κρίσεις όχι ως απειλές προς εξάλειψη, αλλά ως φαινόμενα προς χρονική εξουθένωση. Κάθε κύμα κινητοποιήσεων αντιμετωπίζεται με έναν συνδυασμό στοχευμένης βίας, επιλεκτικών παραχωρήσεων χαμηλού κόστους και επικοινωνιακής θολότητας. Οι παραχωρήσεις αυτές δεν αποσκοπούν στην επίλυση των δομικών αιτιών της κρίσης, αλλά στη διάσπαση της κοινωνικής δυναμικής, δημιουργώντας προσωρινές ρωγμές στη συλλογική δράση. Το αποτέλεσμα είναι η μετατροπή της πολιτικής σύγκρουσης σε μαραθώνιο αντοχής, όπου το κράτος, ελέγχοντας τους πόρους, τον χρόνο και τα μέσα καταστολής, διαθέτει εγγενές πλεονέκτημα.

Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η αντίληψη ότι η κοινωνία δεν είναι φορέας πολιτικής κυριαρχίας, αλλά αντικείμενο διαχείρισης. Το καθεστώς δεν αναγνωρίζει στους πολίτες πολιτικά δικαιώματα με την ουσιαστική έννοια, αλλά τους αντιμετωπίζει ως πληθυσμό προς πειθάρχηση. Η εξάντληση λειτουργεί εδώ ως μέθοδος αποπολιτικοποίησης: όσο περισσότερο η καθημερινή ζωή κατακλύζεται από άγχη επιβίωσης, τόσο λιγότερος χώρος απομένει για συλλογική πολιτική σκέψη και δράση. Η πολιτική μετατρέπεται σε πολυτέλεια για όσους δεν αγωνίζονται καθημερινά να καλύψουν βασικές ανάγκες.

Η διάσταση της εργασίας και της κοινωνικής επισφάλειας είναι καθοριστική. Η αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, η εκτεταμένη ανεργία των νέων, η επισφαλής απασχόληση και η απουσία κοινωνικής προστασίας δημιουργούν ένα περιβάλλον μόνιμης ανασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η απεργιακή ή κινηματική δράση συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος για το άτομο. Το καθεστώς αξιοποιεί αυτή την πραγματικότητα, όχι μόνο μέσω καταστολής, αλλά μέσω της σιωπηρής απειλής κοινωνικού αφανισμού. Η εξάντληση, εδώ, δεν είναι μόνο σωματική ή ψυχολογική, αλλά και κοινωνικοοικονομική.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο η κρατική βία ενσωματώνεται στην καθημερινότητα. Η καταστολή στο Ιράν δεν εμφανίζεται πάντα ως εξαιρετικό γεγονός, αλλά ως μόνιμο υπόβαθρο. Η παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας, η αυθαίρετη σύλληψη, η απειλή φυλάκισης ή αποκλεισμού από την εργασία δημιουργούν ένα περιβάλλον διαρκούς επιτήρησης. Αυτή η «χαμηλής έντασης» καταστολή είναι εξαιρετικά αποτελεσματική, διότι δεν προκαλεί πάντα άμεση αντίδραση, αλλά σταδιακή εσωτερίκευση του φόβου. Ο πολίτης μαθαίνει να αυτοπεριορίζεται, να αποφεύγει, να σιωπά. Η πολιτική εξάντληση ολοκληρώνεται όταν η καταστολή παύει να χρειάζεται να επιβληθεί εξωτερικά και λειτουργεί εσωτερικευμένα.

Η πολιτική της εξάντλησης έχει επίσης σημαντικές επιπτώσεις στη μορφή που λαμβάνει η αντίσταση. Η απουσία θεσμικών διαύλων και η διαρκής καταστολή οδηγούν σε κινητοποιήσεις χωρίς σταθερή οργάνωση, χωρίς σαφή ηγεσία και χωρίς μακροπρόθεσμη στρατηγική. Αυτή η μορφή αντίστασης, αν και εκρηκτική, είναι ευάλωτη στη χρονική φθορά. Το καθεστώς το γνωρίζει και επενδύει στη διάσπαση, στη στοχοποίηση επιμέρους ομάδων και στη δημιουργία ανταγωνισμών εντός της κοινωνίας. 

Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η στρατηγική αυτή παράγει μια κοινωνία αποπολιτικοποιημένη, αλλά όχι απαραίτητα παθητική. Η αποχή από την επίσημη πολιτική διαδικασία, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η γενικευμένη κυνικότητα συνιστούν ενδείξεις μιας κοινωνίας που δεν έχει πειστεί, αλλά έχει κουραστεί. Αυτή η συνθήκη είναι αμφίσημη για το καθεστώς. Από τη μία πλευρά, μειώνει την πιθανότητα άμεσης ανατροπής. Από την άλλη, υπονομεύει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος, διότι διαβρώνει κάθε μορφή νομιμοποίησης, ακόμη και την καταναγκαστική.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η πολιτική της εξάντλησης μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Ιστορικά, τα αυταρχικά καθεστώτα που βασίζονται αποκλειστικά στη φθορά της κοινωνίας τείνουν να εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο αυξανόμενης βίας και μειούμενης αποτελεσματικότητας. Κάθε νέος κύκλος καταστολής απαιτεί περισσότερους πόρους, μεγαλύτερη ένταση και αυστηρότερο έλεγχο. Ταυτόχρονα, η κοινωνία, αν και κουρασμένη, συσσωρεύει εμπειρία αντίστασης και αναπτύσσει νέες μορφές προσαρμογής. Η εξάντληση, ως στρατηγική, έχει όρια που δεν είναι πάντα ορατά εκ των προτέρων.

Στην περίπτωση του Ιράν, αυτά τα όρια συνδέονται άρρηκτα με τη δημογραφική δυναμική, την οικονομική στασιμότητα και τη διεθνή απομόνωση. Μια νεότερη γενιά, κοινωνικοποιημένη σε συνθήκες κρίσης και καταστολής, ενδέχεται να μην αντιδρά με τον ίδιο τρόπο στην πολιτική της φθοράς. Η εξάντληση μπορεί να οδηγήσει είτε σε παρατεταμένη απάθεια είτε σε απρόβλεπτες εκρήξεις, των οποίων η ένταση υπερβαίνει τις δυνατότητες ελέγχου του καθεστώτος. Αυτή η αβεβαιότητα αποτελεί τον δομικό κίνδυνο της στρατηγικής που ακολουθείται.

 Η πολιτική της εξάντλησης είναι αδυναμία προσαρμογής. Ένα καθεστώς που δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, να ενσωματώσει ή να πείσει, καταφεύγει στη φθορά ως έσχατο μηχανισμό επιβίωσης. Η κοινωνία δεν ηττάται πολιτικά· εξουθενώνεται. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η εξουθένωση δεν ισοδυναμεί με σταθερότητα, αλλά με συσσώρευση αθέατων ρηγμάτων, τα οποία αργά ή γρήγορα αναζητούν διέξοδο.