Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν αποτελεί μόνον ένα ιστορικό γεγονός ανείπωτης τραγικότητας, αλλά και ένα ζήτημα με σαφές νομικό βάθος, το οποίο μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και ιδίως της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1948 για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας. Αν και η Σύμβαση θεσπίστηκε μεταγενέστερα των γεγονότων που έλαβαν χώρα στον Πόντο κατά την περίοδο 1914–1923, το νομικό της περιεχόμενο παρέχει το αναγκαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση της φύσης, της έκτασης και του σκοπού των διωγμών που υπέστη ο ποντιακός ελληνισμός. Η γενοκτονία, ως έννοια, δεν περιορίζεται στην απλή μαζική θανάτωση πληθυσμών, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης, της λεγόμενης dolus specialis, δηλαδή της πρόθεσης καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως τέτοιας. Υπό αυτή την έννοια, οι εκτοπίσεις, οι πορείες θανάτου, οι μαζικές σφαγές, η λεηλασία περιουσιών, οι βίαιοι εξισλαμισμοί, η αποδιάρθρωση των κοινοτικών θεσμών και η συστηματική εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας δεν μπορούν να εκληφθούν ως μεμονωμένες ακρότητες πολεμικής περιόδου, αλλά ως στοιχεία μιας οργανωμένης πολιτικής φυσικής, κοινωνικής και πολιτισμικής εξάλειψης.

Η περίπτωση των Ποντίων παρουσιάζει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το μεταγενέστερο διεθνές δίκαιο αναγνώρισε ως συστατικά στοιχεία του εγκλήματος της γενοκτονίας. Οι πληθυσμοί του Πόντου δεν υπέστησαν διωγμούς απλώς λόγω της γεωγραφικής τους θέσης ή λόγω συγκυριακών στρατιωτικών αναγκών, αλλά επειδή αποτελούσαν διακριτή ελληνική και χριστιανική κοινότητα μέσα σε ένα κράτος που, κατά την ύστερη οθωμανική και πρώιμη κεμαλική περίοδο, επιδίωκε τη βίαιη εθνική ομογενοποίηση. Η μετάβαση από την πολυεθνοτική αυτοκρατορία στο εθνοκεντρικό κράτος συνοδεύτηκε από την αντίληψη ότι οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί συνιστούσαν εμπόδιο στην οικοδόμηση μιας νέας εθνικής τάξης. Έτσι, η εξόντωση των Ποντίων δεν υπήρξε παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου, αλλά εντάχθηκε σε ευρύτερη κρατική στρατηγική, στην οποία η διοικητική μηχανή, οι στρατιωτικές δομές και οι παρακρατικοί μηχανισμοί λειτούργησαν συμπληρωματικά. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι το διεθνές ποινικό δίκαιο αποδίδει κρίσιμη βαρύτητα όχι μόνο στο αποτέλεσμα της εξόντωσης, αλλά και στον οργανωμένο χαρακτήρα της πράξης, στην πρόθεση, στην επαναληπτικότητα και στην ένταξή της σε σχέδιο εξάλειψης μιας προστατευόμενης ομάδας.

Η νομική αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων δεν αφορά αποκλειστικά την απονομή μιας ιστορικής δικαίωσης στους απογόνους των θυμάτων. Αφορά, πρωτίστως, την ίδια την αξιοπιστία της διεθνούς έννομης τάξης απέναντι στα εγκλήματα μαζικής βίας. Η Σύμβαση του 1948 δεν συνιστά απλώς ένα κείμενο καταστολής, αλλά και ένα κείμενο μνήμης, πρόληψης και ηθικής δέσμευσης της διεθνούς κοινότητας. Κάθε γενοκτονία που παραμένει στη σκιά της διπλωματικής σκοπιμότητας, κάθε ιστορικό έγκλημα που αποσιωπάται λόγω γεωπολιτικών ισορροπιών, υπονομεύει την καθολικότητα των αρχών του διεθνούς δικαίου. Η αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας, συνεπώς, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πράξη εθνικής αντιπαράθεσης, αλλά ως αναγκαία συμβολή στην παγκόσμια νομική συνείδηση. Διότι το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά, ούτε να αναγνωρίζει την ανθρώπινη οδύνη μόνον όταν αυτό δεν προσκρούει σε ισχυρά κρατικά συμφέροντα. Η μνήμη των Ποντίων, όταν εντάσσεται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, μετατρέπεται από τραύμα ενός λαού σε καθολικό αίτημα δικαιοσύνης.