Η ιστορική μνήμη αποτελεί την πρώτη μορφή δικαιοσύνης απέναντι σε ένα έγκλημα που επιχειρήθηκε να σβηστεί όχι μόνο από τον γεωγραφικό χάρτη, αλλά και από τη συνείδηση της ανθρωπότητας. Στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ποντίων, η μνήμη διατηρήθηκε επί δεκαετίες μέσα από τις οικογένειες των προσφύγων, τις κοινότητες των απογόνων, την προφορική παράδοση, τα μνημόσυνα, τα τραγούδια, τη γλώσσα, τους συλλόγους και τις τελετουργίες της συλλογικής ταυτότητας. Πριν αποκτήσει θεσμική μορφή, η μνήμη υπήρξε βιωμένη εμπειρία· πριν γίνει νομικό αίτημα, υπήρξε οικογενειακή μαρτυρία· πριν αναζητήσει διεθνή αναγνώριση, αποτέλεσε εσωτερικό χρέος ενός λαού που αρνήθηκε να αποδεχθεί τη σιωπή ως τελική μοίρα των θυμάτων του. Αυτή ακριβώς η μετάβαση από τη μνήμη στη διεκδίκηση, από την ηθική μαρτυρία στη νομική αξίωση, συγκροτεί τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Η νομική αναγνώριση ενός ιστορικού εγκλήματος δεν είναι πράξη τυπικής ονοματοδοσίας. Δεν εξαντλείται στην υιοθέτηση ενός όρου ούτε στην έκδοση ενός κοινοβουλευτικού ψηφίσματος. Είναι πράξη αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας μέσα στον δημόσιο και διεθνή χώρο. Είναι η αναγνώριση ότι η εξόντωση ενός πληθυσμού δεν μπορεί να παραμένει αιχμάλωτη της διπλωματικής αμηχανίας, της πολιτικής σκοπιμότητας ή της στρατηγικής άρνησης. Το αίτημα διεθνούς αναγνώρισης της Ποντιακής Γενοκτονίας δεν στρέφεται εναντίον ενός λαού, αλλά εναντίον της λήθης, της παραχάραξης και του αναθεωρητισμού. Δεν αποσκοπεί στη διαιώνιση της εχθρότητας, αλλά στη θεμελίωση μιας ειλικρινούς σχέσης με το παρελθόν. Διότι καμία συμφιλίωση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην άρνηση του εγκλήματος, όπως καμία ειρήνη δεν μπορεί να είναι βαθιά όταν στηρίζεται στη σιωπή των θυμάτων.
Η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων προσκρούει, διαχρονικά, σε ένα σύνθετο πλέγμα γεωπολιτικών υπολογισμών, διπλωματικών ισορροπιών και κρατικών συμφερόντων. Η Τουρκία, ως κράτος με σημαντικό στρατηγικό βάρος, έχει διαμορφώσει μία σταθερή πολιτική άρνησης, αντιμετωπίζοντας κάθε σχετική πρωτοβουλία ως εχθρική ενέργεια ή ως απόπειρα πολιτικής εργαλειοποίησης της ιστορίας. Αυτή η στάση, ωστόσο, αναδεικνύει ακριβώς τη σημασία του ζητήματος. Η άρνηση μιας γενοκτονίας δεν είναι ουδέτερη ιστοριογραφική διαφωνία, αλλά πολιτική πράξη που επιχειρεί να διατηρήσει ανέπαφο το συμβολικό και ηθικό κεκτημένο του θύτη. Όταν ένα κράτος αρνείται να αναμετρηθεί με τα εγκλήματα που συνδέονται με τη συγκρότησή του, τότε η διεθνής κοινότητα καλείται να αποφασίσει αν οι αρχές της ιστορικής δικαιοσύνης είναι καθολικές ή αν κάμπτονται μπροστά στην ισχύ.
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων από την Ελλάδα αποτέλεσε κρίσιμο θεσμικό βήμα, καθώς μετέφερε τη μνήμη από το επίπεδο της κοινότητας στο επίπεδο της Πολιτείας. Ωστόσο, η πλήρης δικαίωση απαιτεί την περαιτέρω διεθνοποίηση του ζητήματος, όχι ως πράξη εθνικής αυτάρκειας, αλλά ως συμβολή στη διεθνή πολιτική ηθική. Ο ποντιακός ελληνισμός δεν ζητά την αναγνώριση για να παγιδευτεί στο παρελθόν, αλλά για να τοποθετήσει την ιστορική αλήθεια εκεί όπου ανήκει: στον κοινό ορίζοντα της ανθρωπότητας. Η μετάβαση από τη μνήμη στη νομική αναγνώριση είναι, τελικά, η μετάβαση από την ιδιωτική οδύνη στη δημόσια ευθύνη. Και όσο η Γενοκτονία των Ποντίων δεν αναγνωρίζεται με την πληρότητα που της αρμόζει, τόσο παραμένει ανοικτό όχι μόνο ένα ελληνικό ή ποντιακό ζήτημα, αλλά ένα ζήτημα διεθνούς δικαιοσύνης.
Πρόσφατα σχόλια