Η 19η Μαΐου δεν είναι μια απλή επέτειος του εθνικού ημερολογίου ούτε μία ακόμη ημέρα τελετουργικής αναφοράς στο παρελθόν. Είναι ημέρα μνήμης, ιστορικής ευθύνης και πολιτειακού χρέους απέναντι σε έναν πληθυσμό που γνώρισε την εξόντωση, τον ξεριζωμό, τη βίαιη αποκοπή από τις πατρογονικές του εστίες και την ανάγκη να ξαναχτίσει την ύπαρξή του μέσα από τα ερείπια της γενοκτονικής βίας. Η καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων από την Ελληνική Δημοκρατία υπήρξε πράξη θεσμικής αναγνώρισης της ιστορικής εμπειρίας του ποντιακού ελληνισμού, αλλά και ένταξής της στον πυρήνα της εθνικής αυτοσυνειδησίας. Με την πράξη αυτή, η Πολιτεία αναγνώρισε ότι η μνήμη των Ποντίων δεν αφορά μόνο τους απογόνους των θυμάτων, αλλά ολόκληρο το ελληνικό έθνος και, ευρύτερα, κάθε κοινωνία που θέλει να θεμελιώνει την ταυτότητά της στην αλήθεια, στη δικαιοσύνη και στην αξιοπρέπεια.
Η σημασία της 19ης Μαΐου υπερβαίνει τη συγκίνηση της επετείου. Η μνήμη δεν είναι παθητική αναπόληση, αλλά ενεργή ηθική στάση. Δεν αρκεί να τιμώνται τα θύματα με λόγους, στεφάνια και τελετές, εάν η μνήμη δεν μετατρέπεται σε παιδεία, σε ιστορική γνώση, σε δημόσια συνείδηση και σε θεσμική συνέπεια. Η Γενοκτονία των Ποντίων πρέπει να διδάσκεται, να μελετάται, να ερευνάται και να αναδεικνύεται ως μέρος της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού, αλλά και ως περίπτωση μαζικής βίας που φωτίζει τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους ο εθνικισμός, όταν μετατρέπεται σε κρατική ιδεολογία αποκλεισμού, μπορεί να οδηγήσει στην εξόντωση ολόκληρων κοινοτήτων. Η 19η Μαΐου, επομένως, δεν πρέπει να περιορίζεται σε μία ετήσια τελετουργία μνήμης, αλλά να λειτουργεί ως σταθερός θεσμικός άξονας ιστορικής παιδείας και δημοκρατικής εγρήγορσης.
Για τον ποντιακό ελληνισμό, η μνήμη της γενοκτονίας συνδέεται άρρηκτα με τη συλλογική ταυτότητα. Οι Πόντιοι δεν συγκρότησαν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από την τραγωδία, αλλά και μέσα από την αντοχή, την αναγέννηση, την πολιτισμική συνέχεια και την κοινωνική προσφορά. Η προσφυγική εγκατάσταση στην Ελλάδα δεν υπήρξε μια απλή μετακίνηση πληθυσμών, αλλά μια βαθιά ιστορική τομή που άλλαξε την κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική φυσιογνωμία του νεότερου ελληνικού κράτους. Οι Πόντιοι μετέφεραν μαζί τους όχι μόνο το τραύμα της απώλειας, αλλά και έναν πλούσιο πολιτισμό, μια ιδιαίτερη γλωσσική και μουσική παράδοση, ισχυρούς κοινοτικούς δεσμούς και μια αξιοσημείωτη βούληση δημιουργίας. Η μνήμη, συνεπώς, δεν αφορά μόνο τον θάνατο· αφορά και τη συνέχεια της ζωής μετά την καταστροφή. Αφορά την ικανότητα ενός λαού να επιβιώνει χωρίς να λησμονεί, να ενσωματώνεται χωρίς να διαλύεται, να συμμετέχει στο παρόν χωρίς να αποκηρύσσει το παρελθόν του.
Το πολιτειακό χρέος απέναντι στη 19η Μαΐου είναι πολλαπλό. Αφορά την προστασία της ιστορικής αλήθειας από την παραχάραξη, την ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας, τη διεθνή προβολή του ζητήματος, την αξιοπρεπή εκπροσώπηση της μνήμης στους δημόσιους θεσμούς και την καλλιέργεια μιας ώριμης ιστορικής συνείδησης που δεν θα εγκλωβίζεται ούτε στον εθνικιστικό στόμφο ούτε στην αμνησία. Η μνήμη της Γενοκτονίας των Ποντίων δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο ευκαιριακής ρητορικής, αλλά να εντάσσεται σε μια σοβαρή εθνική στρατηγική ιστορικής δικαιοσύνης. Η 19η Μαΐου υπενθυμίζει ότι οι λαοί που ξεχνούν τα τραύματά τους κινδυνεύουν να χάσουν την ηθική τους συνέχεια, ενώ οι λαοί που μετατρέπουν τη μνήμη σε γνώση και ευθύνη μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην πρόληψη νέων εγκλημάτων.
Πρόσφατα σχόλια