Η κατάρρευση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα δεν είναι μόνο εσωκομματική κατάρρευση. Είναι κρίση κοινωνικής εκπροσώπησης. Το ερώτημα δεν είναι απλώς γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε ψηφοφόρους, αλλά γιατί οι κοινωνικές ομάδες που τον ανέδειξαν δεν βρήκαν σταθερή νέα κεντροαριστερή κατοικία μετά την αποσύνθεσή του. Η απάντηση βρίσκεται στη φύση της συμμαχίας που τον ανέβασε. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2012–2015 δεν εξέφρασε ένα συμπαγές ταξικό μπλοκ με ενιαία ιδεολογία, ενιαία κοινωνική θέση και ενιαίο πρόγραμμα. Εξέφρασε μια συρραφή πληγών: ανέργους, νέους χωρίς προοπτική, πρώην πασοκικούς ψηφοφόρους, δημόσιους υπαλλήλους υπό απειλή, μικρομεσαίους υπό διάλυση, αριστερούς ακτιβιστές, αντιδεξιά ακροατήρια, αγανακτισμένους πολίτες και μορφωμένα στρώματα που είδαν την κοινωνική άνοδο να μπλοκάρεται. Αυτή η συμμαχία είχε πολιτική ένταση, αλλά όχι αναγκαστικά κοινωνιολογική συνοχή.

Η πρώτη μεγάλη ομάδα που αποσυνδέθηκε ήταν οι αντιμνημονιακοί ψηφοφόροι χωρίς βαθιά αριστερή ταυτότητα. Αυτοί δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ επειδή είχαν διαβάσει ριζοσπαστική θεωρία ή επειδή ήθελαν ανασχηματισμό του σοσιαλιστικού κινήματος. Τον ψήφισαν επειδή ήθελαν τιμωρία του παλιού συστήματος, διαπραγμάτευση με τους δανειστές, ανάκτηση αξιοπρέπειας και υπόσχεση ότι η λιτότητα δεν είναι μονόδρομος. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε και εφάρμοσε μνημονιακή προσαρμογή, ένα μέρος αυτών δεν πήγε αμέσως αλλού. Έμεινε, περίμενε, αποδέχθηκε εν μέρει τον συμβιβασμό. Αλλά η αρχική πίστη είχε ραγίσει. Σταδιακά, αυτή η ομάδα μετακινήθηκε προς αποχή, αντισυστημικές επιλογές, δεξιά διαμαρτυρία, προσωπική αποστράτευση ή αναμονή νέου φορέα. Η αποχώρησή της ήταν κρίσιμη, επειδή αφαίρεσε από τον ΣΥΡΙΖΑ τη μη ιδεολογική μαζικότητα που τον είχε κάνει κόμμα εξουσίας.

Η δεύτερη ομάδα ήταν οι πρώην πασοκικοί ψηφοφόροι. Αυτοί αποτέλεσαν τη μεγάλη δεξαμενή της συριζαϊκής ανόδου. Όμως η σχέση τους με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν σχέση αντικατάστασης, όχι αναγκαστικά σχέση βαθιάς ταύτισης. Μετακινήθηκαν επειδή το ΠΑΣΟΚ ταυτίστηκε με τη μνημονιακή φθορά και έπαψε να λειτουργεί ως φορέας προστασίας των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ τους πρόσφερε νέα αντιδεξιά στέγη και υπόσχεση κοινωνικής αποκατάστασης. Όμως δεν κατάφερε να τους μετατρέψει σε σταθερούς συριζαϊκούς ψηφοφόρους με νέα συλλογική ταυτότητα. Όταν έχασε την κυβερνητική προοπτική, αυτοί οι ψηφοφόροι άρχισαν να διαχέονται: κάποιοι προς ΠΑΣΟΚ, κάποιοι προς νέο φορέα Τσίπρα, κάποιοι προς αποχή, κάποιοι προς κεντρώα σταθερότητα. Η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να τους μονιμοποιήσει δείχνει ότι δεν κατόρθωσε να ιδρύσει νέα παράταξη· διαχειρίστηκε προσωρινά το κενό της παλιάς.

Η τρίτη ομάδα είναι οι νέοι, οι επισφαλείς, οι μορφωμένοι εργαζόμενοι, οι άνθρωποι των χαμηλών μισθών και των υψηλών προσδοκιών που ματαιώθηκαν. Αυτή η κοινωνική κατηγορία ήταν κρίσιμη για τη ριζοσπαστική ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν παρέμεινε οργανικά δεμένη μαζί του. Ο λόγος είναι ότι η νέα κοινωνική αγωνία δεν είναι ίδια με την αγωνία του 2010–2015. Η νέα γενιά δεν ζει μόνο τη μνημονιακή περικοπή. Ζει τη μόνιμη αδυναμία ανεξαρτητοποίησης: ακριβά ενοίκια, χαμηλούς μισθούς, εργασιακή ρευστότητα, αδύναμη κοινωνική κινητικότητα, ψυχική κόπωση, θεσμική δυσπιστία, αίσθηση ότι το κράτος δεν προστατεύει. Τα Τέμπη, η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια και η εργασιακή επισφάλεια συγκροτούν διαφορετικό πολιτικό σύμπαν από εκείνο της πλατείας Συντάγματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να μεταφράσει αυτό το νέο σύμπαν σε πολιτικό σχέδιο με υλικό βάθος.

Η τέταρτη ομάδα είναι οι μικρομεσαίοι, ίσως η πιο υποτιμημένη κοινωνική κατηγορία στην αποτυχία της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η Ελλάδα δεν είναι κλασική βιομηχανική κοινωνία με ισχυρό οργανωμένο προλεταριάτο και σταθερή σοσιαλδημοκρατική αντιστοίχιση. Είναι χώρα μικρής επιχειρηματικότητας, αυτοαπασχόλησης, οικογενειακών επιχειρήσεων, επαγγελματικής επισφάλειας και υβριδικών κοινωνικών θέσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύτηκε να μιλήσει πειστικά σε αυτό το σώμα. Συχνά αντιμετώπισε τους μικρομεσαίους είτε ως φορολογική βάση είτε ως κοινωνικά αντιφατική κατηγορία, χωρίς να αναπτύξει πειστική πολιτική για παραγωγή, ρευστότητα, φορολογική δικαιοσύνη, επαγγελματική ασφάλεια και θεσμική απλοποίηση. Σε μια χώρα όπου οι μικρομεσαίοι είναι κεντρικός κοινωνικός κορμός, αυτή η αδυναμία ήταν στρατηγικό έλλειμμα, όχι τεχνική λεπτομέρεια.

Η πέμπτη ομάδα είναι οι ιδεολογικοί αριστεροί που αισθάνθηκαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε την ταυτότητά του. Για αυτούς, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η εκλογική ήττα, αλλά ο εκφυλισμός μιας υπόσχεσης. Η Νέα Αριστερά προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το κενό, διατυπώνοντας στόχο έκφρασης της σύγχρονης, οικολογικής, φεμινιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, σύμφωνα με την παρουσίαση του ίδιου του εγχειρήματος. Όμως η πορεία της έδειξε ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε ένα στελεχιακό εγχείρημα ταυτότητας και σε ένα κοινωνικό ρεύμα. Η κατάρρευσή της ως κοινοβουλευτικής ομάδας το 2026, μετά από αποχωρήσεις βουλευτών, επιβεβαίωσε ότι η ριζοσπαστική Αριστερά δεν αντιμετωπίζει απλώς πρόβλημα ονόματος ή ηγεσίας· αντιμετωπίζει πρόβλημα κοινωνικού εδάφους.

Το βαθύτερο ερώτημα είναι γιατί αυτές οι ομάδες δεν επέστρεψαν σταθερά σε μια ενιαία Κεντροαριστερά. Η απάντηση είναι ότι η ελληνική Κεντροαριστερά δεν έχει ακόμη διατυπώσει νέο ιστορικό συμβόλαιο. Το ΠΑΣΟΚ παραμένει θεσμικά αναγνωρίσιμο αλλά δεν παράγει κύμα κοινωνικής επανένταξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την αξιοπιστία του. Η Νέα Αριστερά δεν απέκτησε μαζικότητα. Ο νέος φορέας Τσίπρα καταγράφει δημοσκοπική δυναμική, αλλά η δυναμική αυτή είναι ακόμη περισσότερο προσδοκία ανασύνθεσης παρά αποδεδειγμένη κοινωνική γείωση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος θα ηγηθεί. Είναι τι ακριβώς θα εκπροσωπηθεί: οι εργαζόμενοι φτωχοί; οι νέοι χωρίς στέγη; οι μικρομεσαίοι; οι δημόσιοι υπάλληλοι; οι προοδευτικοί του Κέντρου; οι αντιδεξιοί; οι θεσμικά αγανακτισμένοι; Χωρίς απάντηση σε αυτό, η Κεντροαριστερά παραμένει χώρος διαθέσεων, όχι χώρος εξουσίας.

Η κατάρρευση της ριζοσπαστικής Αριστεράς αποκαλύπτει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει πια προνομιακά αριστερή μετάφραση. Η ακρίβεια μπορεί να οδηγήσει σε αντιδεξιά ψήφο, αλλά μπορεί και να οδηγήσει σε δεξιό λαϊκισμό. Η θεσμική δυσπιστία μπορεί να οδηγήσει σε αίτημα δημοκρατικής ανασυγκρότησης, αλλά μπορεί και να οδηγήσει σε αντικοινοβουλευτικό κυνισμό. Η νεανική οργή μπορεί να γίνει προοδευτική πολιτικοποίηση, αλλά μπορεί και να γίνει αποχή. Η αίσθηση αδικίας μπορεί να στραφεί προς κοινωνική δημοκρατία, αλλά μπορεί και να στραφεί προς συνωμοσιολογική ή τιμωρητική ψήφο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε επειδή θεώρησε ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια θα είχε φυσικά προοδευτική κατεύθυνση. Δεν έχει. Θέλει οργάνωση, γλώσσα, πρόγραμμα και εμπιστοσύνη.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της κρίσης εκπροσώπησης: η κοινωνία που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεν εξαφανίστηκε, αλλά άλλαξε μορφή. Οι άνθρωποι που πίεσε η κρίση δεν έγιναν ξαφνικά ικανοποιημένοι. Οι νέοι δεν απέκτησαν ξαφνικά προοπτική. Οι μικρομεσαίοι δεν ένιωσαν ξαφνικά ασφαλείς. Οι εργαζόμενοι χαμηλού εισοδήματος δεν λύτρωσαν το πρόβλημα της αξιοπρεπούς ζωής. Αυτό που εξαφανίστηκε είναι η ικανότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς να μετατρέπει αυτές τις αγωνίες σε ενιαία πολιτική εκπροσώπηση

.