Ο πόλεμος με το Ιράν λειτουργεί ως άτυπο δημοψήφισμα για τη δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ όχι επειδή η εξωτερική πολιτική θα αποτελέσει αναγκαστικά το μοναδικό κριτήριο των ενδιάμεσων εκλογών, αλλά επειδή η σύγκρουση συμπυκνώνει τις βασικές αξιώσεις του προεδρικού του μοντέλου και τις υποβάλλει σε πραγματική δοκιμασία. Η πολιτική προσωπικότητα του Τραμπ οικοδομήθηκε γύρω από την πεποίθηση ότι μπορεί να παρακάμπτει τις αργές διαδικασίες της παραδοσιακής διπλωματίας, να χρησιμοποιεί την απειλή δυσανάλογης ισχύος και να επιτυγχάνει συμφωνίες μέσω προσωπικής διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, υποσχέθηκε να αποφύγει τους μακροχρόνιους και δαπανηρούς πολέμους που χαρακτήριζαν το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον. Η σύγκρουση ελέγχει ταυτόχρονα την αξιοπιστία της ισχύος, της διαπραγμάτευσης και της υπόσχεσης αυτοσυγκράτησης.
Η έννοια του «δημοψηφίσματος» έχει ιδιαίτερη σημασία στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές καθώς η εκλογική συμπεριφορά οργανώνεται σε μεγάλο βαθμό ως αξιολόγηση της προεδρικής διακυβέρνησης. Το κυβερνών κόμμα συνήθως υφίσταται απώλειες, επειδή η αντιπολίτευση κινητοποιείται εντονότερα και επειδή οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι χρησιμοποιούν το Κογκρέσο για να περιορίσουν τον πρόεδρο. Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026, η στενή ρεπουμπλικανική πλειοψηφία καθιστά ακόμη και μικρή μεταβολή στους ανεξάρτητους, στους νεότερους ή στους προαστιακούς ψηφοφόρους ικανή να αλλάξει τον έλεγχο τουλάχιστον ενός νομοθετικού σώματος.
Η πρώτη προεδρική αξίωση που δοκιμάζεται είναι η στρατηγική ικανότητα. Ο Τραμπ έχει παρουσιάσει την απρόβλεπτη συμπεριφορά ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Ο αντίπαλος, μη γνωρίζοντας μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φθάσει ο πρόεδρος, υποτίθεται ότι αποδέχεται ευκολότερα μια συμφωνία. Η τακτική μπορεί να λειτουργήσει σε συναλλαγές περιορισμένου αντικειμένου. Στον πόλεμο, όμως, η απρόβλεπτη κλιμάκωση δημιουργεί και αντίστροφο πρόβλημα: μειώνει την αξιοπιστία των δεσμεύσεων αποκλιμάκωσης. Εάν μια συμφωνία ή εκεχειρία μπορεί να ανατραπεί γρήγορα, ο αντίπαλος έχει μικρότερο κίνητρο να πραγματοποιήσει μη αναστρέψιμες παραχωρήσεις.
Η προσωρινή συμφωνία του Ιουνίου παρουσιάστηκε ως απόδειξη ότι η στρατιωτική πίεση είχε οδηγήσει σε επιτυχή διαπραγμάτευση. Η επανάληψη των εχθροπραξιών λίγες εβδομάδες αργότερα μετέβαλε την ερμηνεία. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι το Ιράν είχε παραβιάσει τις δεσμεύσεις του και ότι η νέα στρατιωτική δράση ήταν αναγκαία για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων. Στην εσωτερική πολιτική, όμως, η διάκριση μεταξύ της αποτυχίας της άλλης πλευράς και της αποτυχίας μιας αμερικανικής συμφωνίας είναι δυσκολότερο να διατηρηθεί. Ο πρόεδρος είχε επενδύσει προσωπικά στο αποτέλεσμα και επομένως είχε αναλάβει προσωπικά και το πολιτικό ρίσκο της κατάρρευσής του.
Η δεύτερη αξίωση που δοκιμάζεται είναι η ικανότητα τερματισμού των «ατελείωτων πολέμων». Η τραμπική εξωτερική πολιτική δεν υπήρξε ειρηνιστική. Υποσχόταν όμως ότι η χρήση ισχύος θα ήταν σύντομη, συντριπτική και απαλλαγμένη από τις ανοιχτές αποστολές οικοδόμησης κρατών του παρελθόντος. Η υπόσχεση αυτή στηριζόταν στην ιδέα ότι η υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να μετατρέψει τον πόλεμο σε περιορισμένη επιβολή κόστους. Η αντίληψη υποτιμά την πολιτική φύση της αντίστασης. Ο αντίπαλος δεν αξιολογεί μόνο τη στρατιωτική ζημία αλλά και το εάν μπορεί να αντέξει περισσότερο από την πολιτική βούληση της αμερικανικής κοινωνίας.
Τον Μάρτιο, το 54% των Αμερικανών πίστευε ήδη ότι η σύγκρουση θα διαρκούσε τουλάχιστον ακόμη έξι μήνες, ενώ το 29% προέβλεπε διάρκεια ενός έτους ή περισσότερο. Τον Ιούλιο, η εκτίμηση περί παρατεταμένης εμπλοκής είχε αυξηθεί στο 79%, ενώ μόνο το 18% θεωρούσε ότι ο πόλεμος θα τελείωνε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η μεταβολή αυτή είναι πολιτικά καταστροφική για μια προεδρία που είχε παρουσιάσει τη γρήγορη επίλυση ως αποτέλεσμα προσωπικής αποφασιστικότητας. Η κοινή γνώμη δεν αξιολογούσε πλέον τη σύγκρουση ως περιορισμένο επεισόδιο, αλλά ως δέσμευση χωρίς ορατό τέλος.
Η τρίτη αξίωση είναι η σαφήνεια του εθνικού συμφέροντος. Το America First υποσχέθηκε ότι κάθε εξωτερική δράση θα αξιολογείται βάσει του άμεσου οφέλους για τον Αμερικανό πολίτη. Η σύγκρουση πρέπει επομένως να απαντά σε ένα ερώτημα αυστηρότερο από την απλή δυνατότητα στρατιωτικής νίκης: τι συγκεκριμένα κερδίζει η αμερικανική κοινωνία και με ποιο κόστος; Η κυβέρνηση έχει επικαλεστεί πολλαπλούς στόχους, αλλά η πολλαπλότητα αποδυναμώνει την πολιτική τους σαφήνεια. Όταν οι πολίτες δεν γνωρίζουν αν το ζητούμενο είναι η ναυσιπλοΐα, το πυρηνικό πρόγραμμα, οι στρατιωτικές δυνατότητες ή μια ευρύτερη αλλαγή συμπεριφοράς, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ποια εξέλιξη θα συνιστούσε επιτυχία.
Τον Απρίλιο, το 48% των ερωτηθέντων έλεγε ότι οι κυβερνητικοί στόχοι ήταν ελάχιστα ή καθόλου σαφείς και μόνο το 24% τους θεωρούσε πολύ σαφείς. Περίπου οι μισοί δήλωναν ότι δεν είχαν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη πως η κυβέρνηση θα τους επιτύχει. Η ασάφεια αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, επειδή δεν επιτρέπει στην προεδρία να κατασκευάσει σταθερό κριτήριο προόδου. Κάθε στρατιωτικό επίτευγμα μπορεί να παρουσιάζεται ως επιτυχία, αλλά κάθε νέα επίθεση αποκαλύπτει ότι η επιτυχία δεν ήταν αρκετή για να τερματίσει τη σύγκρουση.
Η τέταρτη αξίωση είναι η οικονομική διαχείριση. Ο Τραμπ επανήλθε στην προεδρία έχοντας θέσει στο κέντρο της εκλογικής του υπόσχεσης τον περιορισμό του πληθωρισμού και την προστασία των νοικοκυριών από το κόστος ζωής. Ο πόλεμος συνδέεται άμεσα με τις τιμές ενέργειας, τις μεταφορές, την ασφάλιση, τις αλυσίδες εφοδιασμού και τις προσδοκίες των αγορών. Ακόμη και όταν η αύξηση της τιμής ενός προϊόντος δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη σύγκρουση, η πολιτική απόδοση ευθύνης λειτουργεί απλούστερα: ο πρόεδρος επέλεξε ή επέκτεινε έναν πόλεμο και οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα καύσιμα και τρόφιμα.
Η τιμή της βενζίνης είχε αναδειχθεί από την άνοιξη ως η σημαντικότερη κοινωνική ανησυχία που συνδεόταν με τον πόλεμο. Το 69% των πολιτών δήλωνε ανήσυχο, συμπεριλαμβανομένου του 59% των Ρεπουμπλικανών. Τον Ιούλιο, το 60% προέβλεπε περαιτέρω επιδείνωση των τιμών καυσίμων. Η εμπιστοσύνη στον πρόεδρο ήταν αισθητά χαμηλότερη μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που ανησυχούσαν για το ενεργειακό κόστος. Η οικονομία λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός μέσω του οποίου η εξωτερική πολιτική διαβρώνει ακόμη και την κομματική υποστήριξη.
Η νέα αίτηση για 87,6 δισεκατομμύρια δολάρια επιτείνει το πρόβλημα. Ο αριθμός αποκτά πολιτική σημασία επειδή επιτρέπει στους αντιπάλους της κυβέρνησης να μετατρέψουν τον πόλεμο σε σύγκριση εναλλακτικών χρήσεων δημόσιων πόρων. Οι Δημοκρατικοί μπορούν να αντιπαραθέσουν τη στρατιωτική δαπάνη με το κόστος υγείας, στέγασης ή υποδομών. Οι δημοσιονομικοί συντηρητικοί μπορούν να επισημάνουν την αύξηση των ελλειμμάτων. Οι libertarians μπορούν να παρουσιάσουν τη συμπληρωματική πίστωση ως συνέπεια προεδρικής απόφασης που δεν είχε εγκριθεί από το Κογκρέσο. Η κυβέρνηση απαντά ότι η αναπλήρωση αποθεμάτων και η φροντίδα των στρατιωτών αποτελούν ανελαστικές υποχρεώσεις. Πολιτικά, όμως, η επιχειρηματολογία επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος δεν είναι «χαμηλού κόστους».
Η πέμπτη αξίωση είναι η προεδρική αποτελεσματικότητα. Ο Τραμπ οικοδόμησε μια πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η συγκέντρωση της απόφασης στο πρόσωπο του προέδρου μειώνει τη γραφειοκρατική αδράνεια και επιτρέπει ταχύτερα αποτελέσματα. Ο πόλεμος αναδεικνύει το αντίστροφο κόστος της συγκέντρωσης: όταν οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων περιορίζονται και η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απιστία, μειώνεται η δυνατότητα θεσμικής διόρθωσης. Οι εναλλακτικές αναλύσεις φθάνουν δυσκολότερα στον πρόεδρο, οι υπουργοί και οι στρατιωτικοί έχουν κίνητρο να προσαρμόζουν τις εισηγήσεις τους στις προεδρικές προτιμήσεις και τα λάθη συνδέονται άμεσα με το κύρος ενός προσώπου.
Η προσωποποίηση αυξάνει το πολιτικό κέρδος της επιτυχίας, αλλά συγκεντρώνει και το κόστος της αποτυχίας. Μια επιτυχής συμφωνία θα παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα της μοναδικής ικανότητας του Τραμπ. Η κατάρρευση της συμφωνίας, η επανάληψη των επιχειρήσεων και η αδυναμία καθορισμού τέλους δεν μπορούν αντίστοιχα να αποδοθούν εύκολα σε μια απρόσωπη γραφειοκρατία. Η προεδρία έχει καταστήσει τον πόλεμο προέκταση της προσωπικής αξιοπιστίας του προέδρου.
Η έκτη αξίωση αφορά τη λαϊκή εντολή. Η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίξει ότι ο πρόεδρος εξελέγη με ευρεία εξουσία να προστατεύσει την εθνική ασφάλεια. Ωστόσο, ο Τραμπ είχε επίσης υποσχεθεί να κρατήσει τη χώρα μακριά από δαπανηρούς εξωτερικούς πολέμους. Η σύγκρουση δημιουργεί επομένως αντιπαράθεση για την ερμηνεία της εκλογικής εντολής. Οι παρεμβατικοί υποστηρικτές θεωρούν ότι οι ψηφοφόροι εξουσιοδότησαν αποφασιστική χρήση ισχύος. Οι περιοριστές θεωρούν ότι η βασική εντολή ήταν η αποφυγή νέων παρατεταμένων εμπλοκών. Δεν υπάρχει ουδέτερος τρόπος να επιλυθεί αυτή η διαφορά χωρίς εκλογική αξιολόγηση.
Οι δημοσκοπήσεις έως τα μέσα του 2026 παρουσίαζαν δυσμενή εικόνα. Τον Μάρτιο, το 61% αποδοκίμαζε τον χειρισμό της σύγκρουσης και το 59% θεωρούσε λανθασμένη την απόφαση χρήσης βίας. Τον Μάιο, η αποδοκιμασία παρέμενε στο 62%. Τον Ιούνιο, μόνο το 24% θεωρούσε ότι ο πόλεμος άξιζε το κόστος, ενώ η γενική αποδοχή του προέδρου είχε υποχωρήσει στο 34%, το χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης θητείας του έως τότε. Μόνο το 23% πίστευε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν σε ισχυρότερη θέση από ό,τι πριν από τον πόλεμο.
Τα δεδομένα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι ο πόλεμος θα καθορίσει μηχανικά το αποτέλεσμα των midterms. Η εκλογική συμπεριφορά επηρεάζεται από την οικονομία, τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα, τις κοινωνικές πολιτικές, την ποιότητα των υποψηφίων και τις τοπικές συνθήκες. Δείχνουν όμως ότι ο πόλεμος δεν προσφέρει στον πρόεδρο το συνηθισμένο πλεονέκτημα εθνικής συσπείρωσης. Αντί να υπερβαίνει τις προϋπάρχουσες αδυναμίες, συνδέεται με αυτές: το ενεργειακό κόστος ενισχύει την οικονομική δυσαρέσκεια, η παράκαμψη του Κογκρέσου ενισχύει την κριτική περί αυταρχισμού και η απουσία σαφούς τέλους ενισχύει την εικόνα διοικητικής ανικανότητας.
Η επίδραση θα είναι διαφορετική μεταξύ των τμημάτων της εκλογικής συμμαχίας του 2024. Ο σκληρός κομματικός πυρήνας μπορεί να εξακολουθήσει να υποστηρίζει τον Τραμπ, ερμηνεύοντας κάθε δυσκολία ως αποτέλεσμα της αντίστασης του Κογκρέσου, των μέσων ενημέρωσης ή της γραφειοκρατίας. Οι μη τραμπικοί Ρεπουμπλικάνοι μπορεί να εγκρίνουν τη στρατιωτική ισχύ αλλά να ανησυχούν για τη διοίκηση και το κόστος. Οι νεότεροι συντηρητικοί εμφανίζουν μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στην εμπλοκή. Οι ανεξάρτητοι, οι οποίοι είχαν στηρίξει τον Τραμπ για λόγους πληθωρισμού ή δυσαρέσκειας με τους Δημοκρατικούς, είναι πιθανότερο να απομακρυνθούν εάν ο πόλεμος συνδεθεί με νέα αύξηση τιμών και θεσμική αστάθεια.
Η ηλικιακή διάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Τον Μάρτιο, μόνο το 49% των Ρεπουμπλικανών ηλικίας 18–29 ετών ενέκρινε τον χειρισμό της σύγκρουσης, έναντι 84% στις ηλικίες άνω των 65. Την ίδια περίοδο, μόλις το 46% των νεότερων Ρεπουμπλικανών δήλωνε εμπιστοσύνη στην ικανότητα του προέδρου να λαμβάνει σωστές αποφάσεις για το Ιράν, ενώ το 53% εξέφραζε δυσπιστία. Η γενεακή αυτή διαφορά δεν απειλεί άμεσα τον έλεγχο του κόμματος από τον Τραμπ, αλλά επηρεάζει τη μελλοντική ιδεολογική του κατεύθυνση και τη συμμετοχή στις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο πρόεδρος διαθέτει ακόμη δυνατότητες πολιτικής ανάκαμψης. Η πρώτη είναι μια συμφωνία με σαφείς, επαληθεύσιμους και δημοσίως κατανοητούς όρους, η οποία θα του επέτρεπε να υποστηρίξει ότι η στρατιωτική πίεση παρήγαγε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η δεύτερη είναι η ταχεία μείωση του οικονομικού κόστους, ιδίως των τιμών καυσίμων. Η τρίτη είναι η αποφυγή σημαντικών αμερικανικών απωλειών και χερσαίας εμπλοκής. Η τέταρτη είναι η μετατόπιση της εσωτερικής ατζέντας προς ζητήματα στα οποία η βάση του εμφανίζει μεγαλύτερη συνοχή.
Καθεμία από αυτές τις δυνατότητες έχει όρια. Μια συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής από τους παρεμβατιστές ή αναξιόπιστη μετά την αποτυχία της προηγούμενης. Η μείωση των τιμών μπορεί να απαιτήσει σταθερότητα που η συνεχιζόμενη σύγκρουση δεν επιτρέπει. Η αποφυγή απωλειών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον. Η αλλαγή ατζέντας είναι δύσκολη όταν η πολεμική επικαιρότητα και η δημοσιονομική χρηματοδότηση παραμένουν στο Κογκρέσο.
Για τους Δημοκρατικούς, ο πόλεμος προσφέρει σημαντική αλλά όχι αυτονόητη πολιτική ευκαιρία. Μπορούν να τον συνδέσουν με το κόστος ζωής, την προεδρική αυθαιρεσία, την ασάφεια στρατηγικής και την απόκλιση από τις υποσχέσεις του America First. Κινδυνεύουν όμως να περιοριστούν σε αρνητική κριτική χωρίς σαφή εναλλακτική. Η κοινωνία μπορεί να απορρίπτει τον πόλεμο αλλά να εξακολουθεί να ανησυχεί για το πυρηνικό πρόγραμμα, τη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των αμερικανικών δυνάμεων. Μια πειστική αντιπολίτευση πρέπει να συνδυάσει τον τερματισμό της ανοιχτής σύγκρουσης με συγκεκριμένο σχέδιο διπλωματίας, επαλήθευσης και περιφερειακής αποκλιμάκωσης.
Το δημοψήφισμα για την προεδρία Τραμπ δεν αφορά τελικά μόνο την επιτυχία ή αποτυχία μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Αφορά την εγκυρότητα ολόκληρης της θεωρίας διακυβέρνησής του. Μπορεί η προσωποποιημένη ηγεσία να υποκαταστήσει τις θεσμικές διαδικασίες χωρίς να αυξήσει τον κίνδυνο στρατηγικού λάθους; Μπορεί η απρόβλεπτη κλιμάκωση να παράγει σταθερές συμφωνίες; Μπορεί η στρατιωτική ισχύς να χρησιμοποιείται χωρίς μακροχρόνια οικονομική και πολιτική δέσμευση; Μπορεί το America First να συμβιβαστεί με έναν πόλεμο ο οποίος επηρεάζει το κόστος ζωής και απαιτεί δεκάδες δισεκατομμύρια νέας χρηματοδότησης;
Η πολιτική έκβαση παραμένει ανοιχτή. Μια πραγματική συμφωνία θα μπορούσε να μεταβάλει την εικόνα. Εάν όμως η σύγκρουση παραταθεί έως τις ενδιάμεσες εκλογές, ο πόλεμος θα πάψει να αποτελεί ένα μεταξύ πολλών ζητημάτων. Θα μετατραπεί σε συνολική κρίση της προεδρικής αξιοπιστίας, επειδή θα ενώνει σε ένα ενιαίο πεδίο τη στρατηγική ικανότητα, το κόστος ζωής, τη συνταγματική νομιμότητα και την τήρηση της κεντρικής πολιτικής υπόσχεσης του Τραμπ.
Πρόσφατα σχόλια