Η ένταση που καταγράφεται στις κινητοποιήσεις των αγροτών συνδέεται με μία βαθύτερη μετάβαση στην πολιτική οικονομία της γεωργίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο απαιτήσεις: από τη μία πλευρά, η ανάγκη διατήρησης της οικονομικής βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και της κοινωνικής συνοχής των αγροτικών περιοχών, και από την άλλη, η ανάγκη προσαρμογής σε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα που θέτει στο προσκήνιο την κλιματική ανθεκτικότητα, την περιβαλλοντική προστασία και την τεχνολογική ανανέωση. Η επιχειρησιακή πραγματικότητα της ελληνικής γεωργίας, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού, κατακερματισμό εκμεταλλεύσεων, περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαιο και ανεπάρκεια σε συστήματα δεδομένων και αγροτεχνογνωσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εξωτερικές πιέσεις εντείνονται, ενώ η ικανότητα προσαρμογής παραμένει χαμηλή.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως απλή αντίδραση στην αύξηση του κόστους παραγωγής, αλλά ως ένδειξη ενός ευρύτερου παραγωγικού αδιεξόδου. Οι παραγωγοί αντιλαμβάνονται ότι το υφιστάμενο μοντέλο δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις της αγοράς, οι οποίες επιβάλλουν υψηλή ποιότητα, τυποποίηση, ιχνηλασιμότητα και ανταγωνιστικό κόστος. Η ελληνική αγορά αγροτικών προϊόντων, με θεσμικές αδυναμίες στη λειτουργία των αλυσίδων αξίας και ασύμμετρη κατανομή ισχύος, δεν επιτρέπει την ισόρροπη κατανομή των ωφελειών. Το φαινόμενο των υψηλών λιανικών τιμών και των χαμηλών τιμών παραγωγού υπονομεύει την εμπιστοσύνη στον μηχανισμό της αγοράς και περιορίζει την ικανότητα των εκμεταλλεύσεων να επενδύσουν σε τεχνολογίες που θα ενίσχυαν την ανθεκτικότητα και την παραγωγικότητά τους.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ανταγωνιστικότητα του πρωτογενούς τομέα δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από τις επιδοτήσεις αλλά από το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές λειτουργούν. Χώρες όπως η Ολλανδία, η Ισπανία ή η Δανία δημιούργησαν συστήματα ολοκληρωμένης υποστήριξης που συνδυάζουν αγροτική έρευνα, συνεργατικά σχήματα, υποδομές και ισχυρή διασύνδεση με τη βιομηχανία τροφίμων. Η Ελλάδα, αντίθετα, παρουσιάζει θεσμική υστέρηση στη γεωργική εκπαίδευση, χαμηλή συμμετοχή νέων αγροτών, ελλείψεις σε εγγειοβελτιωτικές υποδομές και αργή υιοθέτηση καινοτομιών όπως η γεωργία ακριβείας. Η απόσταση αυτή από τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές αναδεικνύει τον δομικό χαρακτήρα των σημερινών προκλήσεων.
Η προσαρμογή στη νέα ΚΑΠ, η οποία εισάγει αυξημένες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις και προωθεί πολιτικές βιώσιμης γεωργίας, απαιτεί από τον ελληνικό πρωτογενή τομέα να υπερβεί τον παραδοσιακό προσανατολισμό των επιδοτήσεων ως εισοδηματικού υποκατάστατου και να μεταβεί σε ένα πλαίσιο όπου οι πόροι κατευθύνονται σε τεχνολογία, έρευνα, συλλογικά σχήματα και υποδομές. Η επιτυχία αυτού του μετασχηματισμού προϋποθέτει συνολικές μεταρρυθμίσεις σε τρία επίπεδα: πρώτον, στην οργάνωση της παραγωγής, με ενθάρρυνση συνεργασιών και συλλογικής τυποποίησης· δεύτερον, στις υποδομές και στα δίκτυα μεταφοράς και νερού· τρίτον, στη γεωργική εκπαίδευση και την τεχνική κατάρτιση, που παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ανταγωνιστικότητας.
Οι κινητοποιήσεις των αγροτών, στην παρούσα συγκυρία, αποτελούν ταυτόχρονα πίεση και ευκαιρία. Πίεση, διότι καταδεικνύουν την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις που θα ανακουφίσουν το αγροτικό εισόδημα χωρίς όμως να ενισχύσουν περαιτέρω τις στρεβλώσεις του συστήματος. Ευκαιρία, διότι μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για έναν ουσιαστικό, τεκμηριωμένο διάλογο για τον ανασχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η μετάβαση της ελληνικής γεωργίας σε ένα μοντέλο υψηλής προστιθέμενης αξίας δεν μπορεί να στηρίζεται σε αποσπασματικές ενισχύσεις, αλλά σε ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών που θα ευθυγραμμίζει επενδύσεις, τεχνολογία, θεσμούς και ανθρώπινο δυναμικό.
Πρόσφατα σχόλια