Ένα από τα κρισιμότερα πεδία της μετα-ορμπανικής περιόδου είναι η δημόσια σφαίρα. Η Ουγγαρία των τελευταίων δεκαέξι ετών δεν υπήρξε απλώς χώρα με κυβερνητικά φιλικά μέσα ενημέρωσης. Υπήρξε περίπτωση συστηματικής ανακατασκευής του επικοινωνιακού πεδίου υπέρ μιας πολιτικής ηγεμονίας που δεν αρκέστηκε να κερδίζει εκλογές, αλλά επιδίωξε να ελέγχει τους ίδιους τους όρους υπό τους οποίους οι πολίτες αντιλαμβάνονταν την πολιτική πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η μεταρρύθμιση των μέσων ενημέρωσης δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα της νέας κυβέρνησης. Αποτελεί κεντρικό μέτρο του κατά πόσον η Ουγγαρία θα περάσει από την εκλογική εναλλαγή στη δημοκρατική αποκατάσταση.

Η μιντιακή διάσταση του ορμπανισμού υπήρξε οργανική, όχι συμπληρωματική. Το καθεστώς Όρμπαν δεν στηρίχθηκε μόνο σε συνταγματικές αλλαγές, εκλογικούς κανόνες, έλεγχο της διοίκησης, οικονομικά δίκτυα και εθνικιστική ρητορική. Στηρίχθηκε επίσης σε ένα περιβάλλον πληροφόρησης μέσα στο οποίο το κυβερνητικό αφήγημα είχε δυσανάλογη υπεροχή. Η δημόσια συζήτηση δεν εξαφανίστηκε, αλλά έγινε άνιση. Η αντιπολίτευση δεν απαγορεύτηκε πλήρως, αλλά περιορίστηκε σε ασύμμετρους όρους ορατότητας. Η κριτική δεν καταργήθηκε με κλασική λογοκρισία ολοκληρωτικού τύπου, αλλά συχνά περιθωριοποιήθηκε, απαξιώθηκε, οικονομικά αποδυναμώθηκε ή πλαισιώθηκε ως εθνικά ύποπτη. Αυτό είναι χαρακτηριστικό των σύγχρονων ανελεύθερων καθεστώτων: δεν χρειάζονται πάντοτε απροκάλυπτη καταστολή της πληροφορίας. Αρκεί να διαμορφώνουν ένα οικοσύστημα όπου η κυβερνητική εκδοχή της πραγματικότητας είναι συνεχώς παρούσα, ενώ οι εναλλακτικές φωνές εμφανίζονται αποσπασματικές, περιφερειακές ή «αντιεθνικές».

Η δημόσια σφαίρα, κατά την κλασική έννοια της δημοκρατικής θεωρίας, προϋποθέτει πολίτες ικανούς να έχουν πρόσβαση σε ανταγωνιστικές πληροφορίες και επιχειρήματα. Χωρίς αυτό, η εκλογική διαδικασία αποδυναμώνεται ουσιωδώς. Οι εκλογές μπορούν να παραμένουν τυπικά ελεύθερες, αλλά να παύουν να είναι πλήρως δίκαιες, όταν ο ψηφοφόρος ζει μέσα σε περιβάλλον επικοινωνιακής μονομέρειας. Η ουγγρική περίπτωση υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο κάλπη. Είναι και προϋποθέσεις κρίσης πριν από την κάλπη. Αν οι πολίτες δεν λαμβάνουν ισορροπημένη πληροφόρηση, αν η δημόσια τηλεόραση λειτουργεί ως παραταξιακός μηχανισμός, αν η κρατική διαφήμιση κατανέμεται με πολιτικά κριτήρια, αν φιλοκυβερνητικοί επιχειρηματικοί κύκλοι αποκτούν κυρίαρχη θέση στην αγορά ενημέρωσης, τότε η πολιτική ισότητα παραβιάζεται πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες.

Η νίκη του Μάγιαρ αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή επιτεύχθηκε παρά την ύπαρξη αυτού του ασύμμετρου επικοινωνιακού περιβάλλοντος. Ο ίδιος, μετά τη νίκη του, δήλωσε ότι θα αναστείλει τη λειτουργία των κρατικών ενημερωτικών εκπομπών και θα προχωρήσει σε νέο νόμο για τον Τύπο, χαρακτηρίζοντας την κρατική ενημέρωση «μηχανή προπαγάνδας» του απερχόμενου συστήματος. Σύμφωνα με το Reuters, ο Μάγιαρ στοχεύει στη συγκρότηση κυβέρνησης έως τα μέσα Μαΐου και στην προώθηση μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνουν την αποκατάσταση της δικαστικής ανεξαρτησίας, την καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς και την ενίσχυση της ελευθερίας των μέσων και της ακαδημαϊκής ζωής, προκειμένου να ξεκλειδωθούν ευρωπαϊκά κονδύλια. Η δήλωσή του για τα κρατικά μέσα δεν είναι απλή επικοινωνιακή χειρονομία. Ανοίγει ένα από τα πιο ευαίσθητα κεφάλαια της μετάβασης: πώς αποδομείται ένα προπαγανδιστικό σύστημα χωρίς η νέα εξουσία να υποκαταστήσει την παλαιά κομματική επιρροή με δική της.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη δυσκολία. Η αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με λογική αντι-προπαγάνδας. Αν η νέα κυβέρνηση χρησιμοποιήσει την ισχυρή της πλειοψηφία για να αντικαταστήσει τους ανθρώπους του Fidesz με δικούς της ανθρώπους, αν μετατρέψει τη δημόσια τηλεόραση από όργανο του παλαιού καθεστώτος σε όργανο του νέου κυβερνώντος κόμματος, αν αντιμετωπίσει τα μέσα ενημέρωσης ως λάφυρο της νίκης, τότε δεν θα έχει αποκαταστήσει τη δημοκρατική δημόσια σφαίρα. Θα έχει απλώς αλλάξει το πρόσημο της εξάρτησης. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η κατάληψη του επικοινωνιακού μηχανισμού από τους νικητές. Είναι η αποκομματικοποίησή του. Αυτό απαιτεί κανόνες, θεσμική αυτοσυγκράτηση, ανεξαρτησία ρυθμιστικών αρχών, διαφανή διαδικασία επιλογής διοικήσεων και πραγματικές εγγυήσεις πλουραλισμού.

Η ουγγρική υπόθεση έχει ευρύτερη αξία επειδή δείχνει ότι ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης δεν λειτουργεί μόνο ως μέσο υπεράσπισης μιας κυβέρνησης απέναντι στην κριτική. Λειτουργεί ως εργαλείο ανακατασκευής της κοινωνικής πραγματικότητας. Το καθεστώς Όρμπαν δεν περιοριζόταν να παρουσιάζει θετικά την κυβέρνησή του. Δημιουργούσε διαρκώς μια διάταξη φίλων και εχθρών: το έθνος απέναντι στις Βρυξέλλες, οι οικογένειες απέναντι στους φιλελεύθερους, η ασφάλεια απέναντι στη μετανάστευση, η ειρήνη απέναντι στους «πολεμοκάπηλους», η λαϊκή βούληση απέναντι στους δικαστές, στους δημοσιογράφους, στις ΜΚΟ ή στους τεχνοκράτες. Η ενημέρωση μετατρεπόταν έτσι σε πολιτική παιδαγωγική της καχυποψίας. Ο πολίτης δεν καλούνταν απλώς να επιδοκιμάσει την κυβέρνηση. Καλούνταν να αντιλαμβάνεται κάθε θεσμικό αντίβαρο ως πιθανή απειλή για την εθνική κοινότητα.

Αυτό το επικοινωνιακό σύστημα είχε μεγάλη ανθεκτικότητα επειδή συνδύαζε τρία επίπεδα: ιδιοκτησία, χρηματοδότηση και αφήγημα. Η ιδιοκτησία εξασφάλιζε ότι μεγάλα τμήματα του μιντιακού πεδίου βρίσκονταν σε φιλικά χέρια. Η χρηματοδότηση, ιδίως μέσω κρατικής διαφήμισης και πρόσβασης σε δημόσιους πόρους, δημιουργούσε οικονομική εξάρτηση. Το αφήγημα παρείχε ιδεολογική συνοχή, ώστε η κυβερνητική πληροφόρηση να μην εμφανίζεται ως απλή υπεράσπιση συμφερόντων, αλλά ως προστασία της χώρας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημοκρατική αντιπολίτευση δυσκολεύεται όχι μόνο να ακουστεί, αλλά και να γίνει πιστευτή. Όταν επί χρόνια ο αντίπαλος παρουσιάζεται ως πράκτορας, ανίκανος, επικίνδυνος ή ξένος προς το έθνος, η ισότιμη πολιτική αντιπαράθεση αλλοιώνεται.

Η ιδιαίτερη επιτυχία της εκστρατείας Μάγιαρ ήταν ότι βρήκε τρόπους να διαπεράσει αυτό το μιντιακό τείχος. Δεν το κατέρριψε πλήρως πριν από τις εκλογές, αλλά το αποδυνάμωσε πολιτικά. Η άμεση επαφή με τους πολίτες, η κινητοποίηση μέσω κοινωνικών δικτύων, η αξιοποίηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και η ικανότητα να εμφανιστεί ως εσωτερικός επικριτής του συστήματος περιόρισαν την αποτελεσματικότητα της προπαγάνδας. Αυτό είναι σημαντικό: η προπαγάνδα δεν αποτυγχάνει μόνο όταν ηττάται θεσμικά. Αποτυγχάνει όταν η κοινωνική εμπειρία γίνεται ισχυρότερη από την κυβερνητική αφήγηση. Όταν ο πολίτης βιώνει ακρίβεια, διαφθορά, διοικητική αλαζονεία και διεθνή απομόνωση, η συνεχής προβολή επιτυχίας μπορεί να αρχίσει να φαίνεται όχι μόνο ψευδής, αλλά προσβλητική. Η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη εικόνα και στην προσωπική εμπειρία παράγει πολιτική δυσπιστία.

Η περίπτωση της κρατικής ραδιοτηλεόρασης είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη. Σε μια δημοκρατία, τα δημόσια μέσα δεν πρέπει να είναι ούτε κυβερνητικό φερέφωνο ούτε αντιπολιτευτικό αντίβαρο με κομματική αποστολή. Πρέπει να είναι θεσμός δημόσιας υπηρεσίας. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουν να υπηρετούν την ενημέρωση, την πολυφωνία, την πολιτιστική ποιότητα, την κοινωνική συνοχή και τον έλεγχο της εξουσίας, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά. Η μετατροπή τους σε όργανα κυβερνητικής προβολής είναι διπλή παραβίαση: παραβιάζει την πολιτική ισότητα των κομμάτων και καταχράται τους πόρους των πολιτών που χρηματοδοτούν τη δημόσια ενημέρωση. Αν η κυβέρνηση Μάγιαρ θέλει να αποδείξει ότι η αλλαγή είναι ουσιαστική, πρέπει να θεσπίσει διοικητική αρχιτεκτονική που να καθιστά δύσκολη την κομματική κατάληψη της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και από την ίδια.

Το ζήτημα δεν λύνεται μόνο με αλλαγή προσώπων. Χρειάζονται θεσμικά φίλτρα: ανεξάρτητα διοικητικά συμβούλια με πολυμερή επιλογή, θητείες που δεν συμπίπτουν πλήρως με τον εκλογικό κύκλο, αυστηροί κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων, δημοσιογραφικοί κώδικες με πραγματική εφαρμογή, διαφανείς διαδικασίες προσλήψεων, δημόσιος έλεγχος της χρηματοδότησης και δυνατότητα ανεξάρτητης αξιολόγησης της κάλυψης κομμάτων και κοινωνικών ομάδων. Η ανεξαρτησία δεν είναι σύνθημα. Είναι τεχνική κατασκευή. Και αν δεν κατασκευαστεί προσεκτικά, η δημόσια ενημέρωση θα παραμείνει ευάλωτη σε κάθε μελλοντική κυβερνητική πίεση.

Εξίσου κρίσιμη είναι η ρύθμιση της κρατικής διαφήμισης. Σε πολλά υβριδικά καθεστώτα, η άμεση λογοκρισία αντικαθίσταται από οικονομική χειραγώγηση. Τα φιλικά μέσα επιβραβεύονται με διαφημιστικές δαπάνες, δημόσιες καμπάνιες και πρόσβαση σε κρατικές πληροφορίες, ενώ τα επικριτικά μέσα αποστερούνται πόρων και οδηγούνται σε οικονομική ασφυξία. Το αποτέλεσμα είναι αγορά ενημέρωσης τυπικά ιδιωτική, αλλά ουσιαστικά πολιτικά ελεγχόμενη. Η νέα ουγγρική κυβέρνηση πρέπει να διαμορφώσει κανόνες που να αποτρέπουν αυτή την πρακτική: αντικειμενικά κριτήρια κατανομής δημόσιας διαφήμισης, δημοσιοποίηση όλων των σχετικών δαπανών, έλεγχος από ανεξάρτητη αρχή και απαγόρευση χρήσης κρατικού χρήματος για κομματική προπαγάνδα. Χωρίς τέτοια μέτρα, η αγορά των μέσων θα συνεχίσει να αντανακλά πολιτική ισχύ αντί για δημοσιογραφική ποιότητα.

Η ιδιοκτησιακή συγκέντρωση αποτελεί επίσης κεντρικό πρόβλημα. Όταν μεγάλα τμήματα του μιντιακού τοπίου βρίσκονται υπό τον έλεγχο επιχειρηματικών κύκλων που συνδέονται με την προηγούμενη εξουσία, η αλλαγή κυβέρνησης δεν μεταβάλλει αυτομάτως το επικοινωνιακό πεδίο. Αντιθέτως, μπορεί να δημιουργηθεί παράδοξη κατάσταση όπου η νέα κυβέρνηση διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία αλλά αντιμετωπίζει ένα ισχυρό μιντιακό μπλοκ που λειτουργεί ως παραθεσμική αντιπολίτευση. Η λύση, όμως, δεν μπορεί να είναι κρατική κατάσχεση ή πολιτική ανακατανομή ιδιοκτησίας χωρίς κανόνες. Χρειάζεται εφαρμογή δικαίου ανταγωνισμού, έλεγχος διαφάνειας πραγματικών ιδιοκτητών, περιορισμός μονοπωλιακών δομών και διασφάλιση ότι οι μιντιακές αγορές δεν θα χρησιμοποιούνται ως πολιτικά οχυρά. Η δημοκρατική πολιτεία δεν πρέπει να επιλέγει ποιος θα ελέγχει την ενημέρωση. Πρέπει να αποτρέπει οποιονδήποτε από το να την ελέγχει μονοπωλιακά.

Η προστασία της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι ένα ακόμη κομβικό ζήτημα. Σε περιβάλλοντα διαφθοράς, η ερευνητική δημοσιογραφία λειτουργεί ως άτυπος θεσμός λογοδοσίας. Αποκαλύπτει σχέσεις εξουσίας, οικονομικές εξαρτήσεις, κακοδιαχείριση, αδιαφανείς συμβάσεις και συγκρούσεις συμφερόντων. Για τον λόγο αυτόν, αυταρχίζουσες κυβερνήσεις την αντιμετωπίζουν συχνά ως εχθρό. Η μετα-ορμπανική Ουγγαρία θα χρειαστεί δημοσιογράφους ικανούς να ελέγχουν όχι μόνο το παλαιό καθεστώς, αλλά και τη νέα εξουσία. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο στοιχείο: μια κυβέρνηση που εξελέγη με αντιδιαφθορά ατζέντα πρέπει να αποδεχθεί ότι οι ίδιοι μηχανισμοί ελέγχου θα στραφούν κάποτε και εναντίον της. Η δημοκρατική ποιότητα αποδεικνύεται όταν η εξουσία προστατεύει την ελευθερία εκείνων που μπορούν να την ενοχλήσουν.

Η σχέση μέσων ενημέρωσης και δικαιοσύνης είναι επίσης κρίσιμη. Η ελευθερία του Τύπου δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς προστασία από καταχρηστικές αγωγές, πολιτικές διώξεις, εκφοβισμό, παρακολουθήσεις ή δυσανάλογες ρυθμιστικές κυρώσεις. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι λεγόμενες SLAPP αγωγές, δηλαδή στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση δημόσιας συμμετοχής, έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξαντλήσουν οικονομικά και ψυχολογικά δημοσιογράφους και οργανώσεις. Η Ουγγαρία χρειάζεται ισχυρό πλαίσιο προστασίας από τέτοιες πρακτικές. Χρειάζεται, επίσης, διαφάνεια στις σχέσεις πολιτικών, επιχειρηματιών και μέσων. Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία δεν επιβιώνει μόνο με ελευθερία λόγου σε αφηρημένο επίπεδο. Χρειάζεται νομική, οικονομική και θεσμική ασφάλεια.

Η μιντιακή μεταρρύθμιση συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή πορεία της Ουγγαρίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετωπίζει πλέον την ελευθερία του Τύπου ως περιφερειακό ζήτημα, αλλά ως πυλώνα του κράτους δικαίου. Η κυβέρνηση Μάγιαρ επιδιώκει την αποδέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενώ οι Βρυξέλλες ζητούν μεταρρυθμίσεις στην καταπολέμηση της διαφθοράς, στη δικαιοσύνη, στα μέσα ενημέρωσης και στην ακαδημαϊκή ελευθερία. Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο, αλλά και επικοινωνιακό κίνδυνο. Αν οι μιντιακές αλλαγές παρουσιαστούν ως επιβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Fidesz θα επιχειρήσει να τις εμφανίσει ως ξένη επέμβαση. Γι’ αυτό η νέα κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει ότι η ελευθερία της ενημέρωσης είναι ουγγρικό δημοκρατικό δικαίωμα, όχι τεχνική υποχρέωση προς τις Βρυξέλλες. Η ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα μπορεί να βοηθήσει, αλλά η εσωτερική νομιμοποίηση είναι αναντικατάστατη.

Η αντιπολίτευση του Fidesz θα επιχειρήσει σχεδόν βέβαια να μετατρέψει τη μιντιακή μεταρρύθμιση σε πεδίο σύγκρουσης περί ελευθερίας λόγου. Θα κατηγορήσει τη νέα κυβέρνηση ότι διώκει συντηρητικά μέσα, ότι φιμώνει πατριωτικές φωνές, ότι παραδίδει την ενημέρωση στις Βρυξέλλες ή σε φιλελεύθερες ελίτ. Για να αντιμετωπίσει αυτή την κατηγορία, ο Μάγιαρ πρέπει να είναι θεσμικά άψογος. Κάθε παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε γενικούς κανόνες, όχι σε στοχευμένη πολιτική σκοπιμότητα. Κάθε έλεγχος πρέπει να αφορά πρακτικές, χρηματοδότηση και διαφάνεια, όχι ιδεολογική γραμμή. Κάθε αλλαγή στη δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει να οδηγεί σε πλουραλισμό, όχι σε νέα μονοφωνία. Μόνο έτσι η μεταρρύθμιση θα αντέξει πολιτικά και νομικά.

Υπάρχει, όμως, και βαθύτερο πρόβλημα: η αποκατάσταση της ενημέρωσης δεν είναι μόνο θεσμική, αλλά και κοινωνική διαδικασία. Μετά από χρόνια προπαγανδιστικού λόγου, η κοινωνία δεν αλλάζει αυτόματα τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας. Η δυσπιστία, οι συνωμοσιολογικές αφηγήσεις, ο διχασμός, η ταύτιση της πληροφορίας με στρατόπεδα και η καχυποψία προς ανεξάρτητους θεσμούς δεν εξαφανίζονται επειδή άλλαξε η κυβέρνηση. Χρειάζεται μακρά διαδικασία δημοκρατικής αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Οι πολίτες πρέπει να συνηθίσουν ξανά ότι η διαφωνία δεν είναι προδοσία, ότι η κριτική δεν είναι επίθεση στο έθνος, ότι ο δημοσιογράφος δεν είναι εχθρός όταν ελέγχει την εξουσία, ότι η δημόσια συζήτηση δεν είναι πόλεμος μέχρι εξόντωσης. Αυτό είναι πολιτισμική ανασυγκρότηση.

Σε αυτό το επίπεδο, η εκπαίδευση στα μέσα και η ενίσχυση της δημοσιογραφικής παιδείας αποκτούν κρίσιμη σημασία. Οι πολίτες χρειάζονται δεξιότητες διάκρισης αξιόπιστης πληροφορίας, κατανόησης πηγών, αναγνώρισης παραπληροφόρησης και αξιολόγησης πολιτικών ισχυρισμών. Η παραπληροφόρηση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με απαγορεύσεις. Αντιμετωπίζεται με θεσμούς, παιδεία, διαφάνεια και ενίσχυση της εμπιστοσύνης σε αξιόπιστες πηγές. Η νέα Ουγγαρία θα χρειαστεί επένδυση σε δημόσια εκπαίδευση, πανεπιστημιακή ανεξαρτησία, ερευνητικά κέντρα, fact-checking δομές και δημοσιογραφική επαγγελματική κατάρτιση. Διαφορετικά, το κενό της παλαιάς προπαγάνδας μπορεί να καλυφθεί από νέες μορφές σύγχυσης.

Η ψηφιακή διάσταση δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η πολιτική ενημέρωση δεν διαμορφώνεται πλέον μόνο από τηλεόραση, εφημερίδες και ραδιόφωνο. Τα κοινωνικά δίκτυα, οι πλατφόρμες βίντεο, τα κλειστά ψηφιακά δίκτυα, οι αλγόριθμοι και οι διασυνοριακές εκστρατείες παραπληροφόρησης διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Ο ορμπανισμός αξιοποίησε παραδοσιακά και ψηφιακά μέσα για να διατηρεί πολιτική υπεροχή. Η νέα κυβέρνηση δεν πρέπει να απαντήσει με κρατικό έλεγχο του διαδικτύου, αλλά με διαφάνεια πολιτικής διαφήμισης, κανόνες για τη χρηματοδότηση ψηφιακών εκστρατειών, συνεργασία με ευρωπαϊκούς μηχανισμούς αντιμετώπισης παραπληροφόρησης και προστασία της ελευθερίας έκφρασης. Η πρόκληση είναι λεπτή: η δημοκρατία πρέπει να αμύνεται απέναντι στην οργανωμένη χειραγώγηση χωρίς να διολισθαίνει σε λογοκριτική λογική.

Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των δημοσιογράφων στους θεσμούς. Σε περιβάλλον πολιτικής πίεσης, πολλοί δημοσιογράφοι αυτολογοκρίνονται, μετακινούνται επαγγελματικά ή εγκαταλείπουν τον κλάδο. Η επαναδημιουργία επαγγελματικής αυτοπεποίθησης απαιτεί χρόνο. Χρειάζονται ασφαλείς εργασιακές συνθήκες, προστασία πηγών, ανεξαρτησία συντακτικών ομάδων και δυνατότητα δημοσιογραφικής εργασίας χωρίς φόβο πολιτικής ή οικονομικής τιμωρίας. Η δημοκρατική ενημέρωση δεν παράγεται μόνο από θεσμούς ιδιοκτησίας. Παράγεται από επαγγελματίες που αισθάνονται ότι μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους.

Η μεταρρύθμιση του μιντιακού πεδίου πρέπει να συνδεθεί και με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός διαφάνειας μόνο αν έχουν πρόσβαση σε δημόσια δεδομένα. Η νέα κυβέρνηση οφείλει να ενισχύσει τους νόμους πρόσβασης στην πληροφορία, να ανοίξει βάσεις δεδομένων για δημόσιες συμβάσεις, ιδιοκτησιακές σχέσεις, επιδοτήσεις και κρατικές δαπάνες, και να επιτρέψει στον Τύπο και στην κοινωνία πολιτών να ελέγχουν πραγματικά τη δημόσια εξουσία. Χωρίς ανοιχτά δεδομένα, η ελευθερία του Τύπου παραμένει μερική. Ο δημοσιογράφος μπορεί να έχει δικαίωμα να γράψει, αλλά όχι επαρκή δυνατότητα να τεκμηριώσει. Η διαφάνεια είναι η υλική υποδομή της δημοσιογραφικής ελευθερίας.

Παράλληλα, η νέα κυβέρνηση πρέπει να προστατεύσει και τον πλουραλισμό των συντηρητικών φωνών. Η αποδόμηση της προπαγάνδας δεν πρέπει να μετατραπεί σε πολιτισμική εκκαθάριση της δεξιάς ή συντηρητικής άποψης. Μια δημοκρατική δημόσια σφαίρα οφείλει να χωρά και φιλελεύθερες, και συντηρητικές, και σοσιαλδημοκρατικές, και εθνικές, και κριτικές φωνές, εφόσον λειτουργούν με κανόνες αλήθειας, διαφάνειας και σεβασμού στη δημοκρατική διαδικασία. Αν η μεταρρύθμιση φανεί ότι στοχεύει την ιδεολογική δεξιά συνολικά, θα αποτύχει πολιτικά. Αν στοχεύσει την αδιαφάνεια, την κρατική χειραγώγηση και την παραπληροφόρηση, μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη νομιμοποίηση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπήρχαν φιλοκυβερνητικές γνώμες. Το πρόβλημα ήταν ότι το κράτος και η οικονομική εξουσία χρησιμοποιήθηκαν για να τις καταστήσουν κυρίαρχες εις βάρος του πλουραλισμού.

Η διεθνής κοινότητα θα παρακολουθήσει στενά αυτή τη διαδικασία. Δημοσιογραφικές οργανώσεις, ευρωπαϊκοί θεσμοί και διεθνείς παρατηρητές έχουν ήδη επισημάνει ότι η νίκη Μάγιαρ δημιουργεί ευκαιρία αποκατάστασης της ελευθερίας του Τύπου, αλλά προειδοποιούν ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να σέβονται το ευρωπαϊκό δίκαιο και τους κανόνες της δημοκρατικής νομιμότητας. Το Reuters μετέδωσε ότι οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στα κρατικά μέσα προκάλεσαν διεθνές ενδιαφέρον και ότι οργανώσεις όπως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα βλέπουν ευκαιρία αποκατάστασης της ελευθερίας του Τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεταρρυθμίσεις θα είναι θεσμικά συμβατές. Αυτή η προϋπόθεση είναι ουσιώδης. Η δημοκρατική αποκατάσταση δεν μπορεί να γίνει με αντιδημοκρατικά μέσα.

Η δημόσια σφαίρα μετά τον ορμπανισμό θα πρέπει, επιπλέον, να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της μνήμης. Τι θα γίνει με τα χρόνια προπαγάνδας; Πώς θα αξιολογηθεί ο ρόλος δημοσιογράφων, διοικήσεων και επιχειρηματικών συμφερόντων που υπηρέτησαν το προηγούμενο σύστημα; Θα υπάρξει θεσμική έρευνα; Θα υπάρξει δημόσια λογοδοσία; Θα υπάρξει αρχειακή διαφάνεια; Αυτά είναι δύσκολα ερωτήματα. Μια δημοκρατία δεν πρέπει να διολισθαίνει σε κυνήγι μαγισσών, αλλά δεν μπορεί και να προσποιείται ότι δεν συνέβη τίποτε. Η ορθή οδός ίσως βρίσκεται σε θεσμούς τεκμηρίωσης και διαφάνειας: δημόσιες εκθέσεις για τη χρηματοδότηση, έλεγχος συμβάσεων, αποτύπωση ιδιοκτησιακών δικτύων, αξιολόγηση πρακτικών κρατικής διαφήμισης, αλλά χωρίς ποινικοποίηση της γνώμης καθαυτής. Η λογοδοσία πρέπει να αφορά πράξεις, χρήμα, κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση κανόνων, όχι απλώς πολιτική τοποθέτηση.

Το ουγγρικό μιντιακό ζήτημα δείχνει επίσης κάτι ευρύτερο για τη σύγχρονη δημοκρατία: η αλήθεια δεν είναι αυτονόητη υποδομή του δημόσιου βίου. Χρειάζεται θεσμούς που να τη στηρίζουν. Χρειάζεται ανεξάρτητη δημοσιογραφία, ελεύθερη ακαδημαϊκή έρευνα, ανοιχτά δεδομένα, δημόσια διαβούλευση, δικαστική προστασία και κοινωνική παιδεία. Όταν αυτά διαβρώνονται, η πολιτική μετατρέπεται σε ανταγωνισμό κατασκευασμένων πραγματικοτήτων. Ο ισχυρότερος μηχανισμός δεν πείθει απλώς· ορίζει τι θεωρείται πραγματικό. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας, επομένως, δεν είναι μόνο αποκατάσταση διαδικασιών. Είναι αποκατάσταση κοινών πραγματολογικών βάσεων πάνω στις οποίες μπορεί να υπάρξει διαφωνία.

Αυτή η παρατήρηση έχει μεγάλη σημασία και για την Ευρώπη. Η ουγγρική περίπτωση υπήρξε προειδοποίηση για το πώς μπορεί να διαβρωθεί μια δημοκρατία χωρίς τανκς, χωρίς απαγόρευση κομμάτων, χωρίς κατάργηση εκλογών. Αρκεί να αλλοιωθεί σταδιακά ο δημόσιος λόγος, να ελεγχθεί η πληροφόρηση, να απαξιωθούν οι ανεξάρτητες πηγές, να κατασκευαστούν εσωτερικοί εχθροί και να δημιουργηθεί επικοινωνιακό περιβάλλον όπου η εξουσία εμφανίζεται ως μοναδικός αυθεντικός εκφραστής του λαού. Η απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να είναι αφελής πίστη ότι η αγορά των ιδεών αυτορρυθμίζεται. Χρειάζεται ενεργητική υπεράσπιση των όρων πλουραλισμού.

Η νέα ουγγρική κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε ιστορικό δίλημμα. Μπορεί να χρησιμοποιήσει την εκλογική της δύναμη για να κυριαρχήσει στο επικοινωνιακό πεδίο, όπως έκανε ο προκάτοχός της με διαφορετικό περιεχόμενο. Ή μπορεί να χρησιμοποιήσει την ίδια δύναμη για να καταστήσει δυσκολότερη κάθε μελλοντική κυριαρχία πάνω στην ενημέρωση. Η πρώτη επιλογή είναι βραχυπρόθεσμα δελεαστική, διότι προσφέρει έλεγχο, ταχύτητα και προστασία από την αντιπολίτευση του Fidesz. Η δεύτερη είναι θεσμικά ώριμη, διότι δημιουργεί κανόνες που μπορεί να περιορίσουν και την ίδια τη νέα κυβέρνηση. Η δημοκρατική αξία μιας μεταρρύθμισης κρίνεται από το αν ο μεταρρυθμιστής δέχεται να δεσμευθεί από αυτήν.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η μάχη για τη δημόσια σφαίρα θα είναι μία από τις αποφασιστικότερες μάχες της μετα-ορμπανικής Ουγγαρίας. Χωρίς ελεύθερη ενημέρωση, η δικαιοσύνη δεν ελέγχεται επαρκώς, η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται, η κυβέρνηση δεν λογοδοτεί, η αντιπολίτευση δεν ανταγωνίζεται ισότιμα και οι πολίτες δεν αποφασίζουν με πραγματική γνώση. Η αλλαγή κυβέρνησης άνοιξε το παράθυρο. Η δημοκρατική ενημέρωση θα κρίνει αν αυτό το παράθυρο θα γίνει θεσμική μετάβαση ή απλώς σύντομη ανάπαυλα ανάμεσα σε δύο μορφές κομματικής κυριαρχίας.

Η Ουγγαρία μπορεί να αποτελέσει ευρωπαϊκό παράδειγμα δημοκρατικής επανόρθωσης, αν κατορθώσει να μετατρέψει ένα μιντιακό σύστημα προπαγάνδας σε δημόσιο χώρο πλουραλισμού. Αυτό δεν θα συμβεί με μια υπουργική απόφαση ούτε με μία αλλαγή διοίκησης. Θα απαιτήσει νομοθεσία, θεσμούς, επαγγελματική ανασυγκρότηση, κοινωνική παιδεία, ευρωπαϊκή συνεργασία και κυρίως πολιτική αυτοσυγκράτηση.