Η 120ή περίοδος του Κογκρέσου θα εγκαινιάσει μια νέα θεσμική φάση της δεύτερης προεδρίας Donald Trump, κατά την οποία ο χρόνος, οι πολιτικές προτεραιότητες και οι σχέσεις ανάμεσα στις ομοσπονδιακές εξουσίες θα αποκτήσουν διαφορετικό βάρος. Οι ομοσπονδιακές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 καθορίζουν τη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και το ανανεούμενο τμήμα της Γερουσίας, ενώ η νέα περίοδος του Κογκρέσου αρχίζει, σύμφωνα με το συνταγματικό πλαίσιο, στις 3 Ιανουαρίου 2027. Η χρονική σύμπτωση είναι πολιτικά ουσιώδης: η νέα κοινοβουλευτική πραγματικότητα θα καλύψει σχεδόν ολόκληρο το δεύτερο μισό της δεύτερης θητείας Trump και επομένως θα καθορίσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Λευκός Οίκος θα επιχειρήσει να ολοκληρώσει το κυβερνητικό του πρόγραμμα, να διαμορφώσει την πολιτική του κληρονομιά και να επηρεάσει τη μετάβαση προς την προεδρική εκλογή του 2028.

Η έναρξη μιας νέας περιόδου του Κογκρέσου στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελεί απλή αλλαγή αρίθμησης. Ιδίως στη Βουλή των Αντιπροσώπων, συνιστά ουσιαστική θεσμική επανεκκίνηση. Η Βουλή δεν αποτελεί «συνεχιζόμενο σώμα»: η διετής θητεία όλων των μελών της λήγει μαζί και η νέα Βουλή συγκροτείται εκ νέου, εκλέγοντας Πρόεδρο, ορκίζοντας τα μέλη της, συγκροτώντας τις επιτροπές της και υιοθετώντας το δικό της σύνολο διαδικαστικών κανόνων. Αντίθετα, η Γερουσία λειτουργεί ως συνεχές σώμα, καθώς μόνο περίπου το ένα τρίτο των μελών της ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια. Αυτή η διαφορά έχει βαθύτερη πολιτική σημασία. Στις 3 Ιανουαρίου 2027 δεν θα αλλάξει απλώς η αριθμητική ισορροπία μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών. Θα συγκροτηθεί εκ νέου ένας από τους δύο πυλώνες της ομοσπονδιακής νομοθετικής εξουσίας, με νέες ηγεσίες, ενδεχομένως νέες πλειοψηφίες, διαφορετική κατανομή επιτροπών, νέο πρόγραμμα εποπτείας και νέους κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο τα νομοσχέδια θα φτάνουν στην Ολομέλεια.

Υπάρχει και μια ακόμη θεσμική ασυνέχεια που συχνά υποτιμάται. Με την έναρξη ενός νέου Κογκρέσου, τα νομοθετήματα που παρέμειναν εκκρεμή στην προηγούμενη διετία παύουν κατά κανόνα να υφίστανται ως ενεργές νομοθετικές προτάσεις και πρέπει να κατατεθούν εκ νέου, με εξαίρεση ορισμένες ειδικές κατηγορίες όπως οι διεθνείς συνθήκες που εκκρεμούν στη Γερουσία. Η μετάβαση από την 119η στην 120ή περίοδο δημιουργεί συνεπώς μια νέα αφετηρία και για τη νομοθετική ατζέντα. Προτεραιότητες που ο Λευκός Οίκος δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει μέχρι το τέλος του 2026 θα πρέπει να αναδιατυπωθούν και να επανενταχθούν σε ένα κοινοβουλευτικό περιβάλλον που ενδέχεται να έχει διαφορετική πολιτική σύνθεση και διαφορετικές θεσμικές προτεραιότητες.

Από αυτή την άποψη, η 120ή περίοδος του Κογκρέσου μπορεί να θεωρηθεί η στιγμή κατά την οποία η δεύτερη προεδρία Trump εισέρχεται στην ώριμη φάση της. Η πρώτη διετία κάθε προεδρικής θητείας έχει διαφορετική πολιτική οικονομία από τη δεύτερη. Στην αρχή μιας νέας κυβέρνησης υπάρχει πρόσφατη προεδρική εντολή, ισχυρή προσδοκία παραγωγής αποτελεσμάτων και μεγαλύτερη δυνατότητα παρουσίασης της κυβερνητικής πολιτικής ως εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου εκλογικού προγράμματος. Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, η προεδρία λειτουργεί πλέον υπό ένα διαφορετικό χρονικό καθεστώς. Το πολιτικό κεφάλαιο της αρχικής νίκης έχει ήδη δοκιμαστεί στην πράξη, τα μεγάλα νομοθετικά σχέδια έχουν αποκτήσει πραγματικό κοινωνικό κόστος και ωφέλειες, ενώ τα κόμματα αρχίζουν σταδιακά να οργανώνουν τις στρατηγικές τους με ορίζοντα την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.

Στην περίπτωση Trump, η μεταβολή αυτή είναι ακόμη εντονότερη. Η δεύτερη θητεία είναι εκ των πραγμάτων η τελευταία προεδρική του θητεία στο πλαίσιο της 22ης Τροπολογίας. Αυτό μεταβάλλει τα κίνητρα όχι μόνο του ίδιου του Προέδρου αλλά και ολόκληρου του πολιτικού συστήματος γύρω του. Ο Λευκός Οίκος έχει ισχυρό κίνητρο να μετατρέψει τις εναπομένουσες δύο χρονιές σε περίοδο εδραίωσης πολιτικών που θα επιβιώσουν μετά το τέλος της θητείας. Οι Ρεπουμπλικανοί του Κογκρέσου, την ίδια στιγμή, θα πρέπει σταδιακά να συνδυάσουν την υποστήριξη προς τον εν ενεργεία Πρόεδρο με τη διαμόρφωση μιας κομματικής ταυτότητας ικανής να λειτουργήσει και στην προεδρική εκλογή του 2028. Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, θα αντιμετωπίζουν κάθε μεγάλη κοινοβουλευτική σύγκρουση ταυτόχρονα ως αντιπολιτευτική μάχη απέναντι στην κυβέρνηση και ως προπαρασκευή της επόμενης διεκδίκησης του Λευκού Οίκου.

Η 120ή περίοδος μπορεί έτσι να δημιουργήσει μια ιδιότυπη απόκλιση πολιτικών χρονικών οριζόντων. Ο Πρόεδρος θα προσπαθεί να ολοκληρώσει μια ιστορική διαδρομή. Οι βουλευτές θα σκέφτονται ήδη τις εκλογές του 2028, καθώς ολόκληρη η Βουλή θα τεθεί ξανά σε εκλογή. Οι γερουσιαστές θα κινούνται με διαφορετικούς ορίζοντες ανάλογα με την εκλογική τους τάξη. Τα στελέχη που θα επιδιώξουν την προεδρική διαδοχή θα αρχίσουν να οικοδομούν διακριτό εθνικό προφίλ. Η ίδια απόφαση —για τη φορολογία, τις δαπάνες, τη μετανάστευση, το εμπόριο ή την εξωτερική πολιτική— θα εντάσσεται επομένως σε διαφορετικούς πολιτικούς υπολογισμούς για κάθε θεσμικό και κομματικό παράγοντα.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες λειτουργίες των ενδιάμεσων εκλογών στο αμερικανικό σύστημα. Η προεδρική εντολή που διαμορφώθηκε το 2024 δεν εξαφανίζεται. Ο Donald Trump παραμένει Πρόεδρος μέχρι τη λήξη της συνταγματικής του θητείας και το Άρθρο II εξακολουθεί να του παρέχει τις ίδιες θεμελιώδεις εκτελεστικές αρμοδιότητες. Η νέα Βουλή και η ανανεωμένη Γερουσία, όμως, θα διαθέτουν δική τους μεταγενέστερη εκλογική νομιμοποίηση. Το αμερικανικό πολίτευμα μπορεί έτσι να παράγει δύο παράλληλες δημοκρατικές εντολές: μια προεδρική εντολή τετραετούς διάρκειας και μια νεότερη κοινοβουλευτική εντολή, η οποία εκφράζει την πολιτική βούληση του εκλογικού σώματος στο μέσο της προεδρικής θητείας.

Αυτό δεν δημιουργεί κάποιο συνταγματικό παράδοξο. Αποτελεί μέρος της ίδιας της λογικής της διάκρισης των εξουσιών. Το αμερικανικό σύστημα δεν οργανώνεται γύρω από μια ενιαία κυβερνητική πλειοψηφία όπως τα κοινοβουλευτικά συστήματα. Πρόεδρος και Κογκρέσο αντλούν αυτοτελή νομιμοποίηση από διαφορετικές εκλογικές διαδικασίες και μπορούν να εκφράζουν διαφορετικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Η 120ή περίοδος του Κογκρέσου θα είναι επομένως ένα νέο πεδίο συνύπαρξης και ανταγωνισμού αυτών των νομιμοποιήσεων. Το ερώτημα της δεύτερης διετίας δεν θα αφορά μόνο το πόση δύναμη διαθέτει ο Trump, αλλά μέσα από ποιες θεσμικές διαδρομές μπορεί πλέον να μετατρέψει την προεδρική ισχύ σε εφαρμοσμένη πολιτική.

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Η προεδρική εξουσία δεν είναι ένα ενιαίο μέγεθος. Άλλο είναι η συνταγματική αρμοδιότητα, άλλο η διοικητική ικανότητα και άλλο η δυνατότητα παραγωγής νέας νομοθεσίας. Ένας Πρόεδρος μπορεί να παραμένει εξαιρετικά ισχυρός στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας και παράλληλα να έχει πολύ μικρότερο περιθώριο για μεγάλες νομοθετικές μεταβολές. Εάν η 120ή περίοδος παράγει διαιρεμένο κομματικό έλεγχο, η δεύτερη προεδρία Trump θα χρειαστεί να στηριχθεί περισσότερο στην εφαρμογή ήδη ψηφισμένων νόμων, στην κανονιστική πολιτική, στις εκτελεστικές αρμοδιότητες, στη διαχείριση της ομοσπονδιακής διοίκησης και στις περιοχές όπου η προεδρική πρωτοβουλία είναι θεσμικά ισχυρότερη. Εάν, αντιθέτως, ο κομματικός έλεγχος παραμείνει περισσότερο ενοποιημένος, η πρόκληση θα μεταφερθεί από τη διακομματική σύγκρουση στη διατήρηση της εσωτερικής συνοχής της πλειοψηφίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, το μέγεθος της πλειοψηφίας θα είναι σχεδόν εξίσου σημαντικό με την κομματική της ταυτότητα. Η εμπειρία της 119ης περιόδου έχει ήδη δείξει πόσο μεγάλη πολιτική αξία αποκτούν μεμονωμένοι βουλευτές όταν η αριθμητική απόσταση ανάμεσα στα δύο κόμματα είναι μικρή. Στις αρχές Οκτωβρίου 2026, η επίσημη καταγραφή της Βουλής εμφάνιζε 218 Ρεπουμπλικανούς, 214 Δημοκρατικούς, έναν ανεξάρτητο και δύο κενές έδρες, εικόνα που αποτυπώνει τη στενότητα της ισορροπίας κατά το τέλος της 119ης περιόδου. Μια ανάλογα μικρή πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή θα σήμαινε ότι η κυβερνησιμότητα δεν θα εξαρτάται μόνο από τη σχέση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, αλλά και από την ικανότητα κάθε κομματικής ηγεσίας να συμβιβάζει εσωτερικές πτέρυγες με διαφορετικές ιδεολογικές, περιφερειακές και εκλογικές προτεραιότητες.

Η νέα περίοδος θα έχει ιδιαίτερη σημασία και για την κοινοβουλευτική εποπτεία. Οι μόνιμες επιτροπές της Βουλής διαθέτουν αρμοδιότητα να εξετάζουν τη λειτουργία ομοσπονδιακών υπηρεσιών, προγραμμάτων και δραστηριοτήτων, ενώ οι αρμοδιότητές τους περιλαμβάνουν ακροάσεις, έρευνες, επεξεργασία νομοθεσίας και παρακολούθηση της εφαρμογής των νόμων. Επομένως η σύνθεση της 120ής περιόδου θα καθορίσει ποιοι θα προεδρεύουν στις κρίσιμες επιτροπές, ποιες κυβερνητικές πολιτικές θα ερευνηθούν εντατικότερα και ποια ζητήματα θα αποκτήσουν θεσμική και δημόσια προβολή. Η αλλαγή κομματικού ελέγχου μιας επιτροπής μπορεί να αλλάξει ριζικά το αντικείμενο της εποπτείας χωρίς να μεταβληθεί ούτε μία γραμμή του Συντάγματος.

Το ίδιο ισχύει για τον δημοσιονομικό τομέα. Η ομοσπονδιακή διοίκηση χρειάζεται πιστώσεις που εγκρίνονται από το Κογκρέσο, και η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται σε ετήσια βάση μέσα από τις πράξεις χρηματοδότησης. Ακόμη και ένας Πρόεδρος με ευρεία αντίληψη των εκτελεστικών του αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι η λειτουργία υπουργείων, προγραμμάτων και κρατικών πολιτικών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις χρηματοδοτικές αποφάσεις του νομοθετικού σώματος. Στη δεύτερη διετία Trump, οι δημοσιονομικές συγκρούσεις μπορούν συνεπώς να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία από την ψήφιση νέων εμβληματικών νομοσχεδίων. Η διαμάχη για το τι θα χρηματοδοτηθεί, για πόσο και με ποιους όρους μπορεί να αποτελέσει την κύρια μορφή μέσα από την οποία το νέο Κογκρέσο επηρεάζει την κυβερνητική κατεύθυνση.

Η 120ή περίοδος θα είναι παράλληλα περίοδος αυξανόμενης σημασίας της πολιτικής κληρονομιάς. Καθώς η δεύτερη θητεία θα πλησιάζει σταδιακά προς την ολοκλήρωσή της, θα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα η ανθεκτικότητα των αποφάσεων. Πολιτικές που έχουν αποκτήσει νομοθετική κατοχύρωση, σταθερή χρηματοδοτική βάση και θεσμικούς υποστηρικτές είναι δυσκολότερο να αντιστραφούν από μια επόμενη κυβέρνηση. Πολιτικές που στηρίζονται κυρίως σε εκτελεστικές πράξεις είναι συνήθως περισσότερο εκτεθειμένες σε δικαστικό έλεγχο, διοικητική αναθεώρηση ή αντιστροφή από τον επόμενο Πρόεδρο. Η πολιτική μάχη των ετών 2027–2028 θα αφορά έτσι σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο το τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση Trump, αλλά και πόσο μόνιμο μπορεί να καταστήσει αυτό που θα κάνει.

Παράλληλα, η 120ή περίοδος θα λειτουργήσει ως γέφυρα προς την Αμερική μετά τον Trump. Η εξουσία του εν ενεργεία Προέδρου θα παραμένει μεγάλη, αλλά το πολιτικό σύστημα θα αρχίσει σταδιακά να οργανώνεται γύρω από τη διαδοχή. Οι αποφάσεις Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών θα αξιολογούνται όλο και περισσότερο υπό το πρίσμα του ερωτήματος ποια στοιχεία του τραμπικού πολιτικού προγράμματος θα αποτελέσουν μόνιμα χαρακτηριστικά του κόμματος. Στους Δημοκρατικούς, η κοινοβουλευτική στρατηγική θα συνδέεται με την προσπάθεια συγκρότησης κυβερνητικής εναλλακτικής για το 2028. Το νέο Κογκρέσο δεν θα λειτουργήσει επομένως μόνο ως νομοθετικός εταίρος ή αντίπαλος της σημερινής προεδρίας. Θα αποτελέσει επίσης τον χώρο μέσα στον οποίο θα προετοιμαστεί η επόμενη κομματική εποχή.

Γι’ αυτό η ουσιαστική σημασία της 120ής περιόδου δεν μπορεί να εξαντληθεί στο ερώτημα ποιο κόμμα θα διαθέτει περισσότερες έδρες. Από τις 3 Ιανουαρίου 2027 θα συγκροτηθεί ένα νέο σύστημα κινήτρων, διαδικασιών και χρονικών περιορισμών. Η πρώτη διετία της δεύτερης προεδρίας Trump θα έχει πλέον ολοκληρωθεί, οι ενδιάμεσες εκλογές θα έχουν προσθέσει μια νέα λαϊκή ετυμηγορία, η προεδρική διαδοχή θα πλησιάζει και ο πολιτικός χρόνος για μόνιμες μεταβολές θα περιορίζεται.

Η 120ή περίοδος του Κογκρέσου θα είναι, υπό αυτή την έννοια, το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κριθεί η τελική φυσιογνωμία της δεύτερης προεδρίας Trump. Εκεί θα φανεί ποιο τμήμα του κυβερνητικού προγράμματος μπορεί να αποκτήσει νομοθετική διάρκεια, πόσο αποτελεσματικά μπορεί ο Πρόεδρος να λειτουργήσει μέσα σε νέους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, πόση αυτονομία θα διατηρήσει η εκτελεστική εξουσία και πόσο γρήγορα το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα αρχίσει να μετακινείται από την πολιτική του σημερινού Προέδρου προς την πολιτική της διαδοχής του.