Η αντίθεση στον πόλεμο με το Ιράν δεν έχει συγκροτήσει ακόμη ένα ενιαίο και κοινωνικά συμπαγές αντιπολεμικό κίνημα αντίστοιχο με εκείνο που συνδέθηκε ιστορικά με το Βιετνάμ. Έχει όμως δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για έναν ευρύτερο και ιδεολογικά ετερογενή συνασπισμό, ο οποίος εκτείνεται πέρα από τα συνηθισμένα όρια της προοδευτικής Αριστεράς. Η κοινωνική βάση της αντίθεσης περιλαμβάνει προοδευτικές οργανώσεις, υπερασπιστές των πολιτικών ελευθεριών, libertarians, συνταγματικούς συντηρητικούς, τμήματα της εθνικιστικής Δεξιάς, οργανώσεις βετεράνων, θρησκευτικές κοινότητες, συνδικάτα, νεότερους ψηφοφόρους και πολίτες των οποίων η κύρια ανησυχία δεν είναι η διεθνής στρατηγική αλλά το άμεσο οικονομικό κόστος. Οι ομάδες αυτές δεν συμμερίζονται μια κοινή θεωρία για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Συναντώνται, ωστόσο, στην απόρριψη μιας σύγκρουσης χωρίς σαφή κοινοβουλευτική εξουσιοδότηση, καθορισμένο τέλος και πειστική σχέση μεταξύ κόστους και εθνικού οφέλους.

Η ανασύνθεση αυτή πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της ιστορικής παρακμής των μαζικών αντιπολεμικών κινημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ στηρίχθηκε σε ένα πυκνό κοινωνικό οικοσύστημα: φοιτητικές οργανώσεις, συνδικάτα, εκκλησίες, κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων, τοπικές εφημερίδες, πανεπιστημιακά δίκτυα και, κυρίως, στην άμεση εμπειρία της υποχρεωτικής στράτευσης. Η πιθανότητα αποστολής στον πόλεμο μετέτρεπε την εξωτερική πολιτική σε προσωπική και οικογενειακή απειλή για εκατομμύρια πολίτες. Στον επαγγελματικό στρατό του 21ου αιώνα, το ανθρώπινο κόστος κατανέμεται σε πολύ στενότερο τμήμα της κοινωνίας, γεγονός που επιτρέπει στην πλειονότητα να παραμένει πολιτικά αποστασιοποιημένη ακόμη και όταν διαφωνεί με τη σύγκρουση.

Η αντίθεση στον πόλεμο του Ιράκ υπήρξε μαζική, αλλά δεν δημιούργησε μόνιμο θεσμό στρατηγικής αυτοσυγκράτησης. Μετά τη μείωση της στρατιωτικής παρουσίας, οι οργανωτικές συμμαχίες διαλύθηκαν και η εξωτερική πολιτική επανήλθε σε χαμηλότερη θέση στην ατζέντα. Αυτή η ιστορική εμπειρία εξηγεί γιατί η σημερινή εκτεταμένη κοινωνική δυσφορία δεν πρέπει να συγχέεται με οργανωμένο κίνημα. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν διαθέσεις, όχι θεσμική ικανότητα. Η πολιτική επιρροή απαιτεί δίκτυα, ηγεσία, κοινό λεξιλόγιο, σταθερούς οικονομικούς πόρους και δυνατότητα σύνδεσης της κοινωνικής κινητοποίησης με τις κοινοβουλευτικές και εκλογικές διαδικασίες.

Η προοδευτική συνιστώσα του αναδυόμενου συνασπισμού αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως έκφραση μιας βαθύτερης δομής στρατιωτικοποίησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η κριτική της δεν περιορίζεται στη διαδικαστική απουσία εξουσιοδότησης. Εστιάζει στη χρήση οικονομικών και στρατιωτικών μέσων για την επιβολή πολιτικών αποτελεσμάτων, στην καταστροφή κοινωνικών υποδομών, στην άνιση κατανομή του ανθρώπινου κόστους και στη διαρκή προτεραιότητα του αμυντικού προϋπολογισμού έναντι της κοινωνικής πολιτικής. Η προοδευτική επιχειρηματολογία συνδέει την εξωτερική στρατιωτική επέκταση με την εσωτερική λιτότητα: κάθε νέα συμπληρωματική πίστωση παρουσιάζεται ως πολιτική επιλογή που πρέπει να συγκρίνεται με τις ανεκπλήρωτες ανάγκες στη στέγαση, στην υγεία, στην παιδεία και στις δημόσιες υποδομές.

Η δύναμη αυτής της προσέγγισης είναι ότι μετατρέπει τον πόλεμο από μακρινό γεωπολιτικό γεγονός σε εσωτερικό ζήτημα αναδιανομής. Η αδυναμία της είναι ότι συχνά χρησιμοποιεί γλώσσα η οποία δεν είναι εύκολα αποδεκτή από συντηρητικούς ή ανεξάρτητους πολίτες που αντιτίθενται στη συγκεκριμένη σύγκρουση αλλά εξακολουθούν να υποστηρίζουν την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή. Ένας ευρύς συνασπισμός δεν μπορεί να απαιτεί από κάθε συμμετέχοντα να αποδεχθεί μια συνολική αντιιμπεριαλιστική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής. Χρειάζεται να διακρίνει τον κοινό στόχο τερματισμού του πολέμου από τις βαθύτερες ιδεολογικές διαφωνίες για τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο.

Η libertarian και συνταγματική συνιστώσα ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Η αφετηρία της είναι η διάχυτη δυσπιστία απέναντι στην ομοσπονδιακή εξουσία και ιδίως απέναντι στην εκτελεστική δυνατότητα να αποφασίζει χωρίς σαφή λαϊκή και κοινοβουλευτική εντολή. Η στρατιωτική επέμβαση θεωρείται επικίνδυνη όχι μόνο επειδή μπορεί να αποτύχει στο εξωτερικό, αλλά επειδή ενισχύει στο εσωτερικό το απόρρητο, την επιτήρηση, τη διοικητική αυθαιρεσία και τις ανεξέλεγκτες δαπάνες. Η αντίθεση στον πόλεμο είναι επομένως συνέχεια της αντίθεσης στο συγκεντρωτικό κράτος και στην προεδρική κυριαρχία.

Το ρεύμα αυτό παρέχει στον αντιπολεμικό συνασπισμό μια γλώσσα αποδεκτή από τμήματα της συντηρητικής κοινωνίας: το Κογκρέσο πρέπει να αποφασίζει για τον πόλεμο· ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα να γνωρίζει το κόστος· η κυβέρνηση δεν πρέπει να δεσμεύει τη χώρα σε αόριστες αποστολές· η προστασία των στρατιωτών απαιτεί σαφή και επιτεύξιμη αποστολή. Η διακομματική κοινοβουλευτική έγκριση των ψηφισμάτων περί πολεμικών εξουσιών κατέδειξε ότι αυτή η επιχειρηματολογία μπορεί να δημιουργήσει περιορισμένες αλλά πραγματικές συμμαχίες. Για πρώτη φορά από τη θέσπιση του War Powers Resolution το 1973, και τα δύο σώματα του Κογκρέσου ενέκριναν ψήφισμα που ζητούσε την απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από συγκεκριμένες εχθροπραξίες, έστω και αν η εκτελεστική εξουσία αμφισβήτησε τη νομική του ισχύ.

Η παλαιοσυντηρητική και εθνικιστική αντιπολεμική Δεξιά εντάσσεται στον συνασπισμό από ακόμη διαφορετική αφετηρία. Η στάση της δεν είναι φιλειρηνική με καθολικό τρόπο. Μπορεί να υποστηρίζει αυστηρή στρατιωτική αποτροπή, μεγάλη αμυντική δαπάνη και σκληρή αντιμετώπιση συγκεκριμένων αντιπάλων. Απορρίπτει όμως τις υπερπόντιες δεσμεύσεις όταν θεωρεί ότι δεν συνδέονται άμεσα με την προστασία του αμερικανικού εδάφους, των συνόρων και της οικονομικής ευημερίας. Η κριτική της εστιάζει στο ότι η πολιτική τάξη της Ουάσιγκτον διαθέτει πόρους και προσοχή σε ξένες συγκρούσεις, ενώ αποτυγχάνει να ελέγξει τη μετανάστευση, να προστατεύσει τη βιομηχανική βάση ή να αντιμετωπίσει την υποβάθμιση τοπικών κοινωνιών.

Η σύγκλιση αυτής της Δεξιάς με την προοδευτική Αριστερά είναι περιορισμένη και ασταθής. Οι δύο πλευρές μπορεί να συμφωνούν ότι ο πόλεμος δεν υπηρετεί τα συμφέροντα της αμερικανικής κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά διαφωνούν ριζικά για το τι συνιστά αυτή την πλειοψηφία, ποιοι δικαιούνται αλληλεγγύη και ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της εσωτερικής αναδιανομής. Η προοδευτική πλευρά συνδέει την ειρήνη με τα κοινωνικά δικαιώματα και τον διεθνισμό. Η εθνικιστική Δεξιά μπορεί να συνδέει την αυτοσυγκράτηση με την αποκλειστική προτεραιότητα των Αμερικανών πολιτών και με έναν περισσότερο αυταρχικό έλεγχο στο εσωτερικό. Η κοινή αντίθεση στον πόλεμο δεν εξαλείφει αυτές τις αντιθέσεις ούτε μετατρέπει αυτόματα την εθνικιστική αποχή από τη σύγκρουση σε δημοκρατική πολιτική.

Οι βετεράνοι αποτελούν ιδιαίτερα σημαντική συνιστώσα, επειδή μπορούν να αμφισβητήσουν το δίλημμα ανάμεσα στην υποστήριξη του πολέμου και στην υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων. Η δημόσια παρέμβασή τους υπογραμμίζει ότι η υπεύθυνη στάση απέναντι στους στρατιώτες δεν είναι η αυτόματη αποδοχή κάθε αποστολής, αλλά η απαίτηση να μη χρησιμοποιούνται χωρίς καθορισμένο σκοπό, επαρκή μέσα και ρεαλιστική στρατηγική εξόδου. Η εμπειρία προηγούμενων πολέμων προσδίδει στο επιχείρημά τους ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι βετεράνοι γνωρίζουν ότι η επίσημη λήξη των επιχειρήσεων δεν τερματίζει το κόστος: οι σωματικές αναπηρίες, το μετατραυματικό στρες, οι οικογενειακές συνέπειες και οι μακροχρόνιες υποχρεώσεις περίθαλψης συνεχίζονται για δεκαετίες.

Η συμμετοχή τους προσφέρει επίσης αντιστάθμισμα στην πολιτική πρακτική ταύτισης της αντιπολεμικής κριτικής με έλλειψη πατριωτισμού. Όταν εκείνοι που έχουν υπηρετήσει αμφισβητούν την αποστολή, γίνεται δυσκολότερο να παρουσιαστεί η διαφωνία ως αδιαφορία για την εθνική ασφάλεια. Ταυτόχρονα, οι οργανώσεις βετεράνων δεν αποτελούν ενιαίο πολιτικό σώμα. Υπάρχουν ισχυρές φιλοκυβερνητικές και παρεμβατικές τάσεις, γεγονός που καθιστά την αντιπολεμική κινητοποίηση στο εσωτερικό τους πεδίο ουσιαστικής πολιτικής διαμάχης και όχι αυτονόητη συλλογική θέση.

Οι θρησκευτικές κοινότητες και τα κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων μπορούν επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Ιστορικά, οι πιο επιδραστικές αντιπολεμικές συμμαχίες στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν στηρίχθηκαν αποκλειστικά σε γεωπολιτική ανάλυση. Συνέδεσαν τον πόλεμο με ζητήματα φυλετικής δικαιοσύνης, φτώχειας, κρατικής βίας και δημοκρατικής συμμετοχής. Η σχέση αυτή παραμένει επίκαιρη, επειδή το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατανέμεται άνισα. Οι ένοπλες δυνάμεις στρατολογούν δυσανάλογα από κοινωνίες όπου η στρατιωτική υπηρεσία αποτελεί μία από τις λίγες σταθερές διαδρομές εκπαίδευσης και εργασίας, ενώ η αύξηση των τιμών ενέργειας πλήττει εντονότερα τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.

Η κοινή γνώμη προσφέρει ευνοϊκό αλλά όχι επαρκές έδαφος. Τον Μάρτιο, το 59% θεωρούσε ότι η απόφαση χρήσης στρατιωτικής βίας ήταν λανθασμένη και το 61% αποδοκίμαζε τον τρόπο διαχείρισης της σύγκρουσης από τον πρόεδρο. Τον Μάιο, το 62% εξακολουθούσε να αποδοκιμάζει, ενώ αυξανόταν το ποσοστό όσων θεωρούσαν ότι οι επιχειρήσεις δεν εξελίσσονταν καλά. Τον Ιούνιο, μόλις το 24% έκρινε ότι ο πόλεμος άξιζε το κόστος του. Τον Ιούλιο, τέσσερις στους πέντε προέβλεπαν παρατεταμένη εμπλοκή και οι μισοί θεωρούσαν ότι ο πόλεμος δεν άξιζε το κόστος.

Η ύπαρξη πλειοψηφικής δυσαρέσκειας δεν συνεπάγεται μαζική κινητοποίηση. Η σχέση ανάμεσα στη δημόσια γνώμη και στο κοινωνικό κίνημα εξαρτάται από τη λεγόμενη πολιτική ενεργοποίηση: ο πολίτης πρέπει να θεωρεί ότι το ζήτημα είναι προσωπικά σημαντικό, ότι η δράση μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα και ότι υπάρχουν οργανώσεις ικανές να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε συντονισμένη πίεση. Το 77% των πολιτών δήλωνε την άνοιξη ότι η σύγκρουση ήταν προσωπικά σημαντική, όμως η ένταση της ανησυχίας κατευθυνόταν κυρίως προς τις τιμές καυσίμων, τις πιθανές απώλειες και τον κίνδυνο επέκτασης. Η κινητοποίηση χρειάζεται να συνδέσει αυτές τις συγκεκριμένες ανησυχίες με μια συνεκτική πολιτική απαίτηση.

Η σημερινή ψηφιακή δημόσια σφαίρα δυσχεραίνει αυτή τη διαδικασία. Σε αντίθεση με την εποχή όπου ένα μικρό σύνολο τηλεοπτικών δικτύων και εφημερίδων παρείχε κοινό —έστω περιορισμένο— πεδίο δημόσιας αντιπαράθεσης, η πολιτική επικοινωνία οργανώνεται πλέον σε διαχωρισμένα οικοσυστήματα. Η ίδια πληροφορία διαδίδεται μέσα από διαφορετικούς λογαριασμούς, πλαισιώνεται με διαφορετικό λεξιλόγιο και εντάσσεται σε εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις. Πρόσφατη μελέτη της διάδοσης προεδρικών μηνυμάτων κατά τη σύγκρουση κατέγραψε ισχυρή συγκέντρωση της πληροφορίας γύρω από επιδραστικούς λογαριασμούς σε ορισμένες πλατφόρμες, ενώ άλλες εμφάνιζαν περισσότερο αποκεντρωμένη και πολυφωνική συζήτηση. Η αρχιτεκτονική των πλατφορμών δεν καθορίζει αυτομάτως τις απόψεις, επηρεάζει όμως το εάν διαφορετικές ομάδες συναντώνται σε κοινό πολιτικό λόγο ή παραμένουν εγκλωβισμένες σε παράλληλες ερμηνευτικές κοινότητες.

Ο αντιπολεμικός συνασπισμός έχει επομένως ανάγκη από ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα που να είναι συγκεκριμένο αλλά όχι ιδεολογικά αποκλειστικό. Το πρόγραμμα αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει απαίτηση ρητής εξουσιοδότησης του Κογκρέσου, απαγόρευση χερσαίας εισβολής χωρίς νέα νομοθετική πράξη, πλήρη δημοσιοποίηση του κόστους και των στόχων, τακτικές δημόσιες εκθέσεις για τις επιχειρήσεις, προστασία των αμάχων, άμεση αποκατάσταση διπλωματικών διαύλων και σαφή κριτήρια τερματισμού. Περίπου το 56% των Αμερικανών θεωρούσε ήδη από την έναρξη των επιχειρήσεων ότι η προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου ήταν αναγκαία, ενώ επιπλέον 26% τη θεωρούσε προτιμητέα, έστω όχι απολύτως απαραίτητη. Η απαίτηση κοινοβουλευτικού ελέγχου διαθέτει επομένως ευρύτερη νομιμοποίηση από οποιαδήποτε συνολική ιδεολογική θέση περί αμερικανικής ισχύος.

Η χρηματοδότηση αποτελεί το σημείο στο οποίο η κοινωνική και θεσμική αντίθεση μπορεί να αποκτήσει πραγματική ισχύ. Τα ψηφίσματα περί πολεμικών εξουσιών έχουν υψηλή συμβολική αξία, αλλά η νομική αποτελεσματικότητά τους αμφισβητείται. Αντίθετα, η εξουσία του Κογκρέσου επί των πιστώσεων είναι περισσότερο συγκεκριμένη. Η άρνηση χρηματοδότησης επιλεγμένων επιχειρήσεων, η επιβολή χρονικών ορίων και η απαίτηση χρήσης των κονδυλίων αποκλειστικά για την προστασία και ασφαλή επιστροφή του προσωπικού μπορούν να μετατρέψουν την πολιτική διαφωνία σε υλικό περιορισμό της εκτελεστικής εξουσίας. Η κυβερνητική αίτηση για 87,6 δισεκατομμύρια δολάρια δημιούργησε το πρώτο μεγάλο πεδίο αυτής της αναμέτρησης.

Η μετατροπή του αντιπολεμικού συνασπισμού σε εκλογική δύναμη είναι δυσκολότερη. Η εξωτερική πολιτική σπάνια καθορίζει μόνη της την ψήφο, εκτός εάν συνδεθεί με την οικονομία, τις απώλειες ή μια ευρύτερη κρίση προεδρικής ικανότητας. Η εκλογική πίεση μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη σε αμφίρροπες περιφέρειες, σε περιοχές με ισχυρή παρουσία στρατιωτικών οικογενειών και μεταξύ ανεξάρτητων ψηφοφόρων. 

Η βιωσιμότητα του συνασπισμού εξαρτάται από το εάν θα επιβιώσει μιας προσωρινής αποκλιμάκωσης. Τα αντιπολεμικά κινήματα τείνουν να υποχωρούν όταν μειώνονται οι άμεσες επιχειρήσεις, ακόμη και αν οι στρατιωτικές δυνάμεις, οι κυρώσεις και οι κίνδυνοι επανάληψης της σύγκρουσης παραμένουν. Η εμπειρία έδειξε ότι μια προσωρινή συμφωνία μπορεί να ακολουθηθεί σύντομα από νέα κλιμάκωση. Ένα ώριμο κίνημα δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στην απαίτηση στιγμιαίας εκεχειρίας. Χρειάζεται να διεκδικεί θεσμική μεταρρύθμιση των πολεμικών εξουσιών, διαρκή κοινοβουλευτικό έλεγχο και στρατηγική επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.

Ο αμερικανικός αντιπολεμικός συνασπισμός μπορεί να αποκτήσει ιστορική σημασία ακριβώς επειδή δεν είναι ιδεολογικά καθαρός. Η πολυμορφία του επιτρέπει να υπερβαίνει τα κομματικά όρια, αλλά τον καθιστά συγχρόνως ευάλωτο σε εσωτερικές συγκρούσεις, αμοιβαίες κατηγορίες και διάλυση μετά το τέλος της άμεσης κρίσης. Η επιτυχία του θα κριθεί από το εάν μπορεί να διακρίνει την κοινή συνταγματική και πολιτική απαίτηση από τις βαθύτερες διαφορές των συμμετεχόντων. Δεν χρειάζεται να παραγάγει ενιαία θεωρία της παγκόσμιας τάξης. Χρειάζεται να θεμελιώσει μια ελάχιστη δημοκρατική αρχή: κανένας πρόεδρος δεν πρέπει να μπορεί να διεξάγει επ’ αόριστον έναν πόλεμο χωρίς σαφή εντολή, δημόσια λογοδοσία και πειστική εξήγηση του σκοπού για τον οποίο ζητεί από την κοινωνία να αναλάβει το κόστος.