Ο Donald Trump διεκδίκησε εκ νέου τον Λευκό Οίκο προβάλλοντας ένα συγκεκριμένο μείγμα πολιτικής. Στην οικονομία είχε προτείνει γενικευμένους δασμούς στις εισαγωγές, ιδιαίτερα υψηλότερους συντελεστές έναντι της Κίνας, περαιτέρω φορολογικές μειώσεις και πολιτικές ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Ο ψηφοφόρος του 2024 μπορούσε να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτά τα σχέδια, η κρίση του παρέμενε όμως αναγκαστικά προοπτική: αξιολογούσε τι πίστευε ότι θα συμβεί εάν ο Trump επέστρεφε στην προεδρία.
Σήμερα, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Έχουν μεσολαβήσει σχεδόν δύο χρόνια κατά τα οποία οι κεντρικοί άξονες της δεύτερης θητείας απέκτησαν διοικητική, οικονομική και κοινωνική υπόσταση. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε εκτεταμένα τις εκτελεστικές αρμοδιότητες για δασμολογική πολιτική, ενίσχυσε σημαντικά τη μεταναστευτική επιβολή, περιόρισε το μέγεθος της ομοσπονδιακής διοίκησης και προώθησε επιθετικά την προεδρική κατεύθυνση σε σειρά πεδίων. Παράλληλα, το Ρεπουμπλικανικά ελεγχόμενο Κογκρέσο ενέκρινε το 2025 μεγάλο πακέτο φορολογικών και δημοσιονομικών μεταβολών. Οι ενδιάμεσες εκλογές προσφέρουν έτσι την πρώτη εθνικής κλίμακας δυνατότητα να αξιολογηθεί η δεύτερη προεδρία ως εφαρμοσμένη δημόσια πολιτική και όχι ως εκλογική υπόσχεση.
Η διάκριση αυτή έχει μεγάλη σημασία για τη δημοκρατική λογοδοσία. Η εφαρμογή μιας πολιτικής επιτρέπει στον εκλογέα να παρατηρήσει διαφορετικά πράγματα από εκείνα που μπορούσε να γνωρίζει κατά την προεκλογική περίοδο. Μπορεί να εξετάσει εάν το μέτρο υλοποιήθηκε, εάν παρήγαγε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, ποιες ανεπιθύμητες συνέπειες προκάλεσε και πώς μοιράστηκαν κοινωνικά τα οφέλη και τα κόστη. Η προεκλογική υπόσχεση για δασμούς, για παράδειγμα, μπορεί να αξιολογείται το 2024 ως γενική στρατηγική ενίσχυσης της βιομηχανίας. Ο ψηφοφόρος έχει τη δυνατότητα να την εξετάσει μέσα από επενδύσεις, κόστος εισαγωγών, αγροτικές εξαγωγές, τιμές καταναλωτή και την εξέλιξη συγκεκριμένων τοπικών οικονομιών.
Το ίδιο ισχύει για τη μετανάστευση. Κατά την προεδρική εκστρατεία, το θέμα μπορούσε να συμπυκνώνεται σε υποσχέσεις αποτελεσματικότερου ελέγχου των συνόρων και αυστηρότερης εφαρμογής της νομοθεσίας. Μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές, οι παράτυπες διελεύσεις είχαν μειωθεί σημαντικά, ενώ η πολιτική συζήτηση είχε μετακινηθεί προς τις επιχειρήσεις επιβολής στο εσωτερικό της χώρας, τις απελάσεις, τις σχέσεις ομοσπονδιακών υπηρεσιών με τοπικές κοινωνίες και τις οικονομικές επιπτώσεις σε κλάδους που εξαρτώνται από μεταναστευτική εργασία. Ένα προεκλογικό αίτημα μετατρέπεται επομένως σε σύνθετο διοικητικό καθεστώς και επιτρέπει πολύ πληρέστερη εκλογική κρίση.
Αντίστοιχη μεταβολή εμφανίζεται στην οικονομία. Η κυβερνητική αφήγηση μπορεί να επισημαίνει ανάπτυξη, επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, φορολογικά κίνητρα και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πράγματι σημαντική επενδυτική δραστηριότητα γύρω από τα κέντρα δεδομένων και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Οι οικονομολόγοι που εξέτασε το Reuters, ωστόσο, δεν εντόπιζαν έως τον Οκτώβριο του 2026 σαφή ένδειξη μόνιμης επιτάχυνσης του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας, ενώ η μεταποίηση δεν είχε παρουσιάσει ακόμη την έκταση αναγέννησης που είχε συνδεθεί πολιτικά με τη δασμολογική στρατηγική. Η εκλογική αποτίμηση αποκτά έτσι περιεχόμενο πέρα από τον γενικό ισχυρισμό ότι «η οικονομία πηγαίνει καλά» ή «η οικονομία πηγαίνει άσχημα».
Η καθημερινή οικονομική εμπειρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Στα τέλη Οκτωβρίου, έρευνα Reuters/Ipsos κατέγραφε ότι το 73% των ερωτηθέντων θεωρούσε πως το κόστος ζωής κινείται προς λανθασμένη κατεύθυνση, ενώ η συνολική αποδοχή του Trump βρισκόταν στο 32%. Οι αριθμοί αυτοί δεν επιτρέπουν μηχανική πρόβλεψη των αποτελεσμάτων και δεν αποδίδουν όλη τη δυσαρέσκεια αποκλειστικά στην κυβερνητική πολιτική. Δείχνουν όμως ότι η σύγκριση μεταξύ της υποσχεθείσας βελτίωσης της αγοραστικής δύναμης και της βιωμένης οικονομικής κατάστασης αποτελεί πλέον πραγματικό αντικείμενο της εκλογικής κρίσης.
Το δημόσιο ταμείο αποτελεί ένα ακόμη πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση μπορεί να αξιολογηθεί βάσει αποτελεσμάτων. Το ομοσπονδιακό δημοσιονομικό έλλειμμα ανήλθε στα 1,99 τρισ. δολάρια για το οικονομικό έτος 2026, το υψηλότερο των τελευταίων πέντε ετών, ενώ το συνολικό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύνολο του ελλείμματος αποτελεί προϊόν συγκεκριμένης προεδρικής απόφασης· σημαντικό μέρος των δαπανών είναι διαρθρωτικό και προκύπτει από κοινωνικά προγράμματα, άμυνα και εξυπηρέτηση χρέους. Η πολιτική σημασία βρίσκεται στη δυνατότητα σύγκρισης της δημοσιονομικής ρητορικής με τις πραγματικές δημοσιονομικές εξελίξεις μετά την εφαρμογή φορολογικών και δαπανητικών επιλογών.
Η αποτίμηση πρέπει επομένως να κινείται σε περισσότερα επίπεδα. Η υλοποίηση ενός προγράμματος είναι διαφορετικό ζήτημα από την αποτελεσματικότητά του. Μια κυβέρνηση μπορεί να έχει εφαρμόσει με συνέπεια όσα υποσχέθηκε και να αντιμετωπίζει δυσμενή αποτελέσματα. Μπορεί επίσης να έχει επιτύχει έναν συγκεκριμένο στόχο, ενώ το κόστος επίτευξής του προκαλεί αντίδραση σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η πτώση των παράτυπων συνοριακών διελεύσεων, για παράδειγμα, αποτελεί μετρήσιμο αποτέλεσμα. Οι παράλληλες αντιπαραθέσεις γύρω από την εσωτερική μεταναστευτική επιβολή αποτελούν ξεχωριστό πεδίο αξιολόγησης της μεθόδου και των κοινωνικών της συνεπειών. Η δημοκρατική λογοδοσία χρειάζεται και τις δύο διαστάσεις.
Παρόμοια, η επιτυχία μιας πολιτικής δεν αποτιμάται ισότιμα από όλους τους πολίτες. Ένας βιομηχανικός εργαζόμενος μπορεί να αξιολογεί τους δασμούς μέσω της ασφάλειας της εργασίας του, ένας μικρός εισαγωγέας μέσω του κόστους προμηθειών και ένας καταναλωτής μέσω των τελικών τιμών. Η ίδια κυβερνητική παρέμβαση παράγει διαφορετικές εμπειρίες και συνεπώς διαφορετικές εκλογικές κρίσεις. Οι ενδιάμεσες εκλογές λειτουργούν ως συσσώρευση αυτών των επιμέρους αξιολογήσεων.
Αυτό εξηγεί και γιατί το 2026 αποτελεί πληρέστερη στιγμή λογοδοσίας από το 2024 χωρίς να αποτελεί συνολική τελική κρίση της δεύτερης θητείας. Η προεδρία έχει ακόμη δύο χρόνια μπροστά της. Πολλές οικονομικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις χρειάζονται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να αποδώσουν, ενώ εξωτερικά γεγονότα μπορούν να αλλάξουν δραστικά το περιβάλλον εφαρμογής τους. Η εκλογική κρίση αφορά την πορεία μέχρι εκείνη τη στιγμή και τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί, όχι ένα ολοκληρωμένο ιστορικό απολογισμό της τετραετίας.
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν έτσι διττή σημασία. Αποτιμούν όσα έχουν ήδη συμβεί και ταυτόχρονα καθορίζουν το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα συνεχιστεί η προεδρία. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, η κυβέρνηση Trump θα βρεθεί αντιμέτωπη με ισχυρότερη εποπτεία, δυσκολότερη παραγωγή νομοθεσίας και ενδεχομένως περιορισμούς στους διορισμούς, χωρίς να χάνει τις εκτεταμένες εκτελεστικές εξουσίες που ήδη χρησιμοποιεί. Το ίδιο το επιτελείο του Λευκού Οίκου έχει προετοιμάσει σενάρια μεγαλύτερης προσφυγής στην εκτελεστική δράση σε περίπτωση απώλειας του Κογκρέσου.
Το ουσιαστικό νόημα βρίσκεται λοιπόν στη μετάβαση από την πολιτική της προσδοκίας στην πολιτική της εμπειρίας. Το 2024 ο Trump ζητούσε εξουσιοδότηση για ένα πρόγραμμα. Το 2026 οι ψηφοφόροι διαθέτουν ήδη ένα σημαντικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο αυτό το πρόγραμμα μεταφράζεται σε διοίκηση, οικονομία και κοινωνικές συνέπειες. Η δημοκρατική αξιολόγηση αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα επειδή αφορά πραγματικές επιλογές και πραγματικά αποτελέσματα. Αυτό καθιστά τις ενδιάμεσες εκλογές την πρώτη ουσιαστικά ολοκληρωμένη πολιτική αποτίμηση της δεύτερης προεδρίας του, παρότι η τελική ιστορική κρίση της θητείας παραμένει ακόμη ανοιχτή.
Πρόσφατα σχόλια