Η διάκριση ανάμεσα σε «πυρήνα» και «περιφέρεια» υπήρξε επί δεκαετίες ένας από τους πιο επίμονους τρόπους ερμηνείας της θέσης της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η χώρα βρισκόταν γεωγραφικά στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, εισήλθε στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα με σημαντικό αναπτυξιακό χάσμα έναντι των βορειοδυτικών οικονομιών και διατήρησε επί μακρόν χαμηλότερη παραγωγικότητα, μικρότερη βιομηχανική βάση και μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερικούς χρηματοδοτικούς πόρους. Η κρίση χρέους έδωσε στη διάκριση αυτή σχεδόν υπαρξιακό χαρακτήρα. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως οικονομία χαμηλότερου εισοδήματος, αλλά ως ακραία περίπτωση της ευρωπαϊκής περιφέρειας: κράτος σε πρόγραμμα προσαρμογής, με περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές, εξωτερική χρηματοδότηση υπό όρους και συχνά εξαιρετικά ασύμμετρη διαπραγματευτική σχέση με τους θεσμούς και τα ισχυρότερα κράτη της ευρωζώνης.

Η περιγραφή αυτή δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στο 2026. Δεν σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα έχει απλώς «μετακινηθεί στον πυρήνα». Το βασικό πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς στην υπερβολικά μονοδιάστατη χρήση των δύο εννοιών. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός πυρήνας. Υπάρχει θεσμικός πυρήνας, νομισματικός πυρήνας, παραγωγικός πυρήνας, χρηματοπιστωτικός πυρήνας, στρατηγικός πυρήνας και πυρήνας πολιτικής επιρροής. Ένα κράτος μπορεί να βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο σε μία διάσταση και εμφανώς στην περιφέρεια σε άλλη. Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ίσως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολυεπίπεδης ευρωπαϊκής θέσης.

Στο θεσμικό επίπεδο η εικόνα είναι σχετικά καθαρή. Η Ελλάδα είναι κράτος μέλος της Ένωσης από το 1981, συμμετέχει στη ζώνη του ευρώ από το 2001 και στον χώρο Σένγκεν από το 2000. Συμμετέχει επίσης στη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία για την άμυνα, μαζί με άλλα 25 κράτη μέλη. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται μέσα στα βασικά σχήματα βαθύτερης ολοκλήρωσης και όχι σε μια εξωτερική ή ημιενταγμένη περιφέρεια της ΕΕ. Σε αντίθεση με κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ ή διατηρούν μεγαλύτερη απόσταση από συγκεκριμένους πυλώνες ολοκλήρωσης, η Ελλάδα έχει μεταφέρει σημαντικό μέρος της νομισματικής, χρηματοπιστωτικής, δημοσιονομικής και συνοριακής της διακυβέρνησης στα βαθύτερα επίπεδα της ευρωπαϊκής θεσμικής αρχιτεκτονικής.

Αυτό δεν είναι απλή τυπικότητα. Η συμμετοχή στον θεσμικό πυρήνα παράγει πραγματικές συνέπειες. Η Ελλάδα συμμετέχει στη διαμόρφωση των κανόνων της ευρωζώνης, στο ενιαίο νομισματικό πλαίσιο, στην Τραπεζική Ένωση, στις ευρωπαϊκές διαδικασίες δημοσιονομικού συντονισμού, στην κοινή διαχείριση πολλών ζητημάτων ασφάλειας και συνόρων και στην αυξανόμενη συνεργασία στον τομέα της άμυνας. Η χώρα δεν είναι κράτος που προσπαθεί να αποκτήσει πρόσβαση στον ευρωπαϊκό πυρήνα· είναι νομικά και θεσμικά εγκατεστημένη μέσα σε αυτόν.

Η ιστορική σημασία αυτής της διαπίστωσης γίνεται σαφέστερη αν συγκριθεί με την περίοδο της κρίσης. Τότε η Ελλάδα ήταν ταυτόχρονα «μέσα» στον θεσμικό πυρήνα και εξαιρετικά αδύναμη μέσα σε αυτόν. Η συμμετοχή στην ευρωζώνη δεν απέτρεψε την εμφάνιση βαθιάς ασυμμετρίας. Αντίθετα, η απουσία εθνικής νομισματικής πολιτικής, η ανάγκη εξωτερικής χρηματοδότησης και ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης μετέτρεψαν τη θεσμική ένταξη σε πηγή ισχυρών περιορισμών. Η κρίση απέδειξε ότι η συμμετοχή στον πυρήνα και η ισχύς μέσα στον πυρήνα είναι διαφορετικές έννοιες.

Σήμερα αυτή η ασυμμετρία έχει μειωθεί αισθητά. Η ενισχυμένη εποπτεία έληξε τον Αύγουστο του 2022, όταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έκριναν ότι είχε υλοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος των ειδικών δεσμεύσεων που συνδέονταν με την έξοδο από το πρόγραμμα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται, όπως και άλλες πρώην χώρες προγράμματος, σε μεταπρογραμματική εποπτεία, αλλά αυτή έχει διαφορετική θεσμική φύση και αποσκοπεί κυρίως στην παρακολούθηση της ικανότητας αποπληρωμής της χρηματοδοτικής βοήθειας. Η διαφορά είναι ουσιώδης: η Ελλάδα δεν λειτουργεί πλέον ως ειδική εξαίρεση μέσα στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα αλλά πολύ περισσότερο μέσα στις κανονικές διαδικασίες συντονισμού που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη.

Η μεταβολή αυτή ενισχύθηκε το 2026, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέληξε ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες κατά την έννοια της σχετικής ευρωπαϊκής διαδικασίας. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι ευπάθειες που συνδέονταν με το δημόσιο και εξωτερικό χρέος έχουν περιοριστεί, τα τραπεζικά ισοζύγια έχουν βελτιωθεί και το δημόσιο χρέος ακολουθεί πτωτική πορεία, παρότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει σημαντικό. Η σημασία αυτής της αλλαγής δεν είναι μόνο οικονομική. Μια χώρα που παύει να αντιμετωπίζεται ως ειδική πηγή συστημικού κινδύνου μεταβάλλει και τη θέση της μέσα στις ευρωπαϊκές πολιτικές σχέσεις.

Αν όμως περάσουμε από το θεσμικό στο οικονομικό επίπεδο, η εικόνα γίνεται πολύ λιγότερο «πυρηνική». Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης αντιστοιχούσε το 2025 περίπου στο 68,4% του μέσου όρου της ΕΕ. Η παραγωγικότητα παραμένει περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρά την ταχύτερη ανάπτυξη των τελευταίων ετών. Αυτό είναι πολύ πιο ουσιαστικό από τη συμβολική χρήση του όρου «πυρήνας». Ο παραγωγικός πυρήνας της Ένωσης εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλότερο κεφαλαιακό απόθεμα, βαθύτερα οικοσυστήματα μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων, μεγαλύτερη τεχνολογική ένταση, υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη θέση σε σύνθετες βιομηχανικές αλυσίδες αξίας.

Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα παραμένει οικονομία πραγματικής σύγκλισης σε εξέλιξη και όχι οικονομία που έχει ήδη συγκλίνει. Η ταχύτερη αύξηση του ΑΕΠ δεν αρκεί για να εξαφανίσει μια απόσταση που δημιουργήθηκε και διευρύνθηκε επί δεκαετίες. Η σχετική θέση ενός κράτους στην ευρωπαϊκή οικονομία κρίνεται όχι μόνο από το αν αναπτύσσεται, αλλά από το αν αυξάνει συστηματικά το προϊόν ανά εργαζόμενο, το κεφαλαιακό απόθεμα, τη τεχνολογική πολυπλοκότητα και την ικανότητα των επιχειρήσεών του να καταλαμβάνουν υψηλότερα τμήματα της αλυσίδας αξίας.

Το επενδυτικό χάσμα αποτυπώνει αυτή την ενδιάμεση θέση. Η επενδυτική δραστηριότητα έχει αυξηθεί σημαντικά και η απόσταση από την ευρωζώνη έχει περιοριστεί, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Οι επενδύσεις αναμένεται να αποτελέσουν βασικό μοχλό ανάπτυξης το 2026, υποστηριζόμενες από εξαιρετικά υψηλή εισροή πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη συνολική κατανομή RRF ως ποσοστό του εθνικού ΑΕΠ σε ολόκληρη την ΕΕ είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και ένδειξη της ιδιαίτερης θέσης της: αποτελεί χώρα βαθιά ενσωματωμένη στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, αλλά και οικονομία της οποίας η σύγκλιση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ευρωπαϊκή μεταφορά πόρων.

Η σχέση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται μηχανικά ως «περιφερειακή εξάρτηση». Η συνοχή αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της ευρωπαϊκής ενοποίησης και όλες οι οικονομίες του πυρήνα χρησιμοποιούν, με διαφορετικούς τρόπους, ευρωπαϊκούς θεσμούς και πόρους. Ωστόσο, υπάρχει ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε μια οικονομία που αξιοποιεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ως συμπληρωματικό επιταχυντή και σε μια οικονομία όπου η χρηματοδότηση αυτή αποτελεί σημαντικό μέρος του επενδυτικού κύκλου. Η προβλεπόμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης μετά τη λήξη της κύριας περιόδου εφαρμογής του RRF αποτελεί ακριβώς το τεστ για το κατά πόσο η σημερινή επενδυτική δυναμική έχει αποκτήσει αυτόνομη εγχώρια βάση.

Η εξωτερική θέση της οικονομίας επίσης παραμένει χαρακτηριστικό περιφερειακής ευπάθειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 7,1% του ΑΕΠ το 2026, αν και μέρος του συνδέεται με ισχυρές επενδυτικές εισαγωγές και χρηματοδοτείται με ευνοϊκότερες μορφές κεφαλαίου. Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση παραμένει υψηλή, παρότι μειώνεται, και αποτελεί κληρονομιά μιας μακράς περιόδου εξωτερικής χρηματοδότησης. Η θέση είναι σαφώς ασφαλέστερη από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά δεν είναι αντίστοιχη ενός κράτους με μεγάλο συσσωρευμένο εξωτερικό πλούτο.

Αν, λοιπόν, η οικονομική διάσταση κρατά την Ελλάδα σε μια μορφή «ημιπεριφέρειας», η γεωπολιτική διάσταση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η έννοια της περιφέρειας υπονοεί συχνά απόσταση από τα σημεία όπου παράγεται ισχύς. Η σημερινή ευρωπαϊκή γεωγραφία, όμως, δεν έχει πλέον το ίδιο κέντρο βάρους με την Ευρώπη των δεκαετιών του 1990 και του 2000. Ενεργειακή ασφάλεια, θαλάσσιες οδοί, Νοτιοανατολική Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειος, μεταναστευτικές διαδρομές, στρατηγικές υποδομές, ηλεκτρικές και ψηφιακές διασυνδέσεις και ευρωπαϊκή άμυνα έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία. Η γεωγραφία που παλαιότερα σήμαινε «απόσταση από τον πυρήνα» μπορεί σε ορισμένα πεδία να σημαίνει πλέον «θέση πάνω σε κρίσιμο σύνορο και κρίσιμο δίκτυο».

Αυτό είναι θεμελιώδες. Η περιφέρεια δεν είναι αμετάβλητη γεωγραφική ιδιότητα. Καθορίζεται από το πού βρίσκεται κάθε φορά το κέντρο των στρατηγικών προβλημάτων. Στην Ευρώπη της παγκοσμιοποίησης και της κεντροευρωπαϊκής βιομηχανικής ολοκλήρωσης, η ελληνική γεωγραφία μπορούσε να εμφανίζεται απομακρυσμένη από τον παραγωγικό πυρήνα. Στην Ευρώπη της ενεργειακής διαφοροποίησης, της άμυνας, των θαλάσσιων υποδομών και της διασύνδεσης με τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η ίδια γεωγραφία αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική κεντρικότητα.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην PESCO και στις βαθύτερες ευρωπαϊκές συζητήσεις για άμυνα αποκτά μεγαλύτερη πολιτική αξία ακριβώς επειδή η άμυνα μετακινείται από σχετικά περιφερειακό ζήτημα της ενοποίησης προς τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Η ίδια μετατόπιση παρατηρείται στην ενέργεια και στις υποδομές. Δεν αρκεί βεβαίως μια χώρα να βρίσκεται γεωγραφικά σε στρατηγική περιοχή για να αποκτήσει επιρροή. Η γεωγραφία μετατρέπεται σε ισχύ μόνο όταν συνοδεύεται από υποδομές, διοικητική ικανότητα, οικονομικούς δεσμούς και δυνατότητα παραγωγής κοινών ευρωπαϊκών αγαθών.

Εδώ εμφανίζεται μια τρίτη διάσταση, αυτή της θεσμικής αξιοπιστίας. Η χώρα που βρισκόταν επί χρόνια σε θέση ειδικής επιτήρησης διαθέτει σήμερα επενδυτική βαθμίδα από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ τα ελληνικά κρατικά ομόλογα τιμολογούνται ευνοϊκότερα από τον μέσο τίτλο αντίστοιχης αξιολόγησης. Το τραπεζικό σύστημα έχει επίσης συγκλίνει σημαντικά προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα ως προς την ποιότητα ενεργητικού και την κεφαλαιακή του θέση. Τον Δεκέμβριο του 2025 ο λόγος μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών είχε υποχωρήσει στο 3,3%, το χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη στη ζώνη του ευρώ.

Η σημασία αυτών των μεγεθών υπερβαίνει το οικονομικό τους περιεχόμενο. Στην ευρωπαϊκή πολιτική, η αξιοπιστία αποτελεί μορφή κεφαλαίου. Ένα κράτος που θεωρείται πιθανός αποδέκτης έκτακτης βοήθειας και πηγή κινδύνου εισέρχεται στις διαπραγματεύσεις με διαφορετική θέση από ένα κράτος που θεωρείται προβλέψιμος συμμετέχων, ικανός να τηρεί κοινές δεσμεύσεις και να συνεισφέρει στη διαμόρφωση συλλογικών λύσεων. Η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο καθεστώς δεν μετατρέπει την Ελλάδα σε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη. Μεταβάλλει όμως τη θεσμική της ταυτότητα.

Η μεταβολή αποτυπώνεται συμβολικά και πρακτικά στην εκλογή, τον Δεκέμβριο του 2025, Έλληνα υπουργού Οικονομικών στην προεδρία του Eurogroup για θητεία δυόμισι ετών. Το γεγονός δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως μεταφορά εθνικής διαπραγματευτικής ισχύος: ο πρόεδρος του Eurogroup έχει θεσμικό ρόλο, προεδρεύει, διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη και επιδιώκει τη σύνθεση κοινών θέσεων, δεν λειτουργεί ως εκπρόσωπος εθνικού συμφέροντος. Ωστόσο, η ίδια η δυνατότητα να ανατεθεί σε εκπρόσωπο μιας χώρας που πριν από μία δεκαετία βρισκόταν στο επίκεντρο της κρίσης της ευρωζώνης ο συντονισμός αυτού του οργάνου έχει ισχυρή σημασία ως δείκτης θεσμικής κανονικοποίησης.

Παρά τη μεταβολή, υπάρχουν όρια που δεν πρέπει να καλύπτονται από αισιόδοξες περιγραφές. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σχετικά μικρό μέρος της συνολικής οικονομικής ισχύος της Ένωσης — περίπου 1,3% του συνολικού ΑΕΠ με βάση τα στοιχεία που δημοσιεύει η ΕΕ. Δεν διαθέτει το δημογραφικό, βιομηχανικό ή δημοσιονομικό βάρος των μεγάλων κρατών. Δεν μπορεί να διαμορφώνει μόνη της ευρωπαϊκές ατζέντες ούτε να μετατρέπει εθνικές προτιμήσεις σε ευρωπαϊκές αποφάσεις χωρίς συμμαχίες. Αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα της Ελλάδας αλλά βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής πολιτικής για όλα τα μικρότερα και μεσαία κράτη.

Γι’ αυτό η πραγματική μετάβαση από περιφερειακή θέση προς μεγαλύτερη κεντρικότητα δεν μπορεί να μετρηθεί από το αν η Ελλάδα αποκτά «ίση ισχύ» με τους μεγαλύτερους εταίρους της. Μετριέται από το αν αυξάνει την ικανότητά της να γίνεται αναγκαίος ή χρήσιμος εταίρος σε περισσότερα πεδία, να συμμετέχει νωρίς στη διαμόρφωση προτάσεων, να οικοδομεί σταθερούς συνασπισμούς και να μετατρέπει εθνικούς πόρους —γεωγραφία, ναυτιλία, άμυνα, ενέργεια, υποδομές, ανθρώπινο κεφάλαιο— σε ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά.

Η κλασική θεωρία κέντρου–περιφέρειας συλλαμβάνει σωστά ένα μέρος της ελληνικής πραγματικότητας αλλά όχι πλέον το σύνολό της. Η χώρα παραμένει οικονομικά χαμηλότερα από τον μέσο ευρωπαϊκό πλούτο και παραγωγικότητα και εξακολουθεί να εμφανίζει χαρακτηριστικά πραγματικής σύγκλισης που δεν έχει ολοκληρωθεί. Από αυτή την άποψη, ο χαρακτηρισμός «περιφέρεια» δεν έχει χάσει όλο το αναλυτικό του περιεχόμενο.

Θεσμικά, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Η Ελλάδα βρίσκεται στα βασικά σχήματα βαθύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Χρηματοπιστωτικά έχει απομακρυνθεί ουσιαστικά από την κατάσταση εξαίρεσης της κρίσης. Στρατηγικά, η μετατόπιση της ευρωπαϊκής ατζέντας προς ασφάλεια, ενέργεια και υποδομές αναβαθμίζει τη σημασία μιας γεωγραφικής θέσης που παλαιότερα μπορούσε να θεωρείται κυρίως περιφερειακή.

Γι’ αυτό ο ακριβέστερος χαρακτηρισμός δεν είναι ούτε «κράτος του πυρήνα» ούτε «κράτος της περιφέρειας» με την παλαιά, ενιαία έννοια.

Η Ελλάδα είναι σήμερα θεσμικά κράτος του ευρωπαϊκού πυρήνα, οικονομικά κράτος ατελούς σύγκλισης και γεωστρατηγικά κράτος του οποίου η περιφερειακή γεωγραφία αποκτά αυξανόμενα κεντρική λειτουργία.

Αυτή ακριβώς η ασυμμετρία είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της σημερινής θέσης της. Το επόμενο στάδιο δεν απαιτεί τόσο να «εισέλθει» η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό πυρήνα —θεσμικά βρίσκεται ήδη εκεί— όσο να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στην υψηλή βαθμίδα θεσμικής της ενσωμάτωσης και στο ακόμη χαμηλότερο επίπεδο παραγωγικής και οικονομικής σύγκλισης.

Η πραγματική μετακίνηση προς το κέντρο θα ολοκληρωθεί όταν η συμμετοχή στον πυρήνα της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης αντιστοιχεί όλο και περισσότερο σε αντίστοιχη θέση στην παραγωγή, στην τεχνολογία, στην οικονομική ανθεκτικότητα και στην ικανότητα διαμόρφωσης κοινών ευρωπαϊκών επιλογών.