Η πορεία του ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναγνωσθεί με ακρίβεια όχι μόνο ως ιστορία ενός κόμματος που ιδρύθηκε το 1974, ανήλθε ταχύτατα στην εξουσία αλλά κυρίως ως ιστορία του μετασχηματισμού της ίδιας της ελληνικής κεντροαριστεράς. Η διατύπωση αυτή δεν είναι ρητορική υπερβολή. Το ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε απλώς ως εκλογική έκφραση ενός ήδη συγκροτημένου πολιτικού χώρου, αλλά ως ο κατεξοχήν φορέας μέσω του οποίου ο χώρος αυτός επανακαθορίστηκε σε επίπεδο κοινωνικής σύνθεσης, ιδεολογικού περιεχομένου, σχέσης με το κράτος και τρόπου διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας. Από την ίδρυσή του, το 1974 έως τη μεταγενέστερη μετάβασή του σε μια περισσότερο τυπική σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα, το ΠΑΣΟΚ διένυσε μια διαδρομή που συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τις βασικές φάσεις διαμόρφωσης της ελληνικής κεντροαριστεράς.

Για να καταστεί σαφής η ιστορική του λειτουργία, πρέπει να προηγηθεί μία βασική θεωρητική διάκριση. Η ελληνική κεντροαριστερά μετά το 1974 συγκροτήθηκε ως ιδιότυπη πολιτική σύνθεση, στην οποία συνυπήρξαν στοιχεία αντιδεξιού δημοκρατισμού, κρατικού παρεμβατισμού, εθνικής αυτονόμησης, μεταρρυθμιστικού εκσυγχρονισμού και, αργότερα, ευρωπαϊκής θεσμικής κανονικοποίησης. Η ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν κληρονόμησε απλώς ένα πρόβλημα κομματικής αναδιάταξης, αλλά μια βαθύτερη εκκρεμότητα ανασύνθεσης του ίδιου του δημοκρατικού πολιτικού χώρου μετά τη δικτατορία. Το ΠΑΣΟΚ παρενέβη σε αυτή την εκκρεμότητα ως κόμμα που επιδίωξε να ορίσει το πεδίο της κεντροαριστερής πολιτικής με νέους όρους. Η άμεση antecedent σχέση του με την Ένωση Κέντρου είναι ιστορικά υπαρκτή, αλλά το ίδιο το κόμμα διαμορφώθηκε ως νέα πολιτική μορφή και όχι ως απλός κομματικός διάδοχος του προϋπάρχοντος κεντρώου χώρου.

Η πρώτη ιστορική καινοτομία του ΠΑΣΟΚ συνίσταται ακριβώς στο ότι μετέβαλε το κοινωνικό και ιδεολογικό εύρος της κεντροαριστεράς. Η προδικτατορική δημοκρατική και κεντρώα παράδοση είχε σαφή θεσμικό και αντιδεξιό χαρακτήρα, αλλά δεν είχε καταφέρει να συγκροτήσει τόσο εκτεταμένη και συνεκτική σχέση με τα λαϊκά και κατώτερα μεσαία στρώματα με όρους μόνιμης πολιτικής ενσωμάτωσης. Το ΠΑΣΟΚ, αντίθετα, επιδίωξε εξαρχής να συγκροτήσει ένα ευρύ λαϊκό μπλοκ, μέσα στο οποίο η κεντροαριστερά δεν θα οριζόταν μόνο από τον κοινοβουλευτικό της ρόλο ή από τις σχέσεις της με τις φιλελεύθερες δημοκρατικές ελίτ, αλλά από την ικανότητά της να εμφανίζεται ως κύριος πολιτικός εκφραστής κοινωνικών κατηγοριών που αναζητούσαν αναβάθμιση, αναγνώριση και πραγματική πρόσβαση στο κέντρο της κρατικής εξουσίας. Η εκλογική πορεία του κόμματος επιβεβαιώνει αυτή τη μετατόπιση: από το 13,58% στις πρώτες εκλογές του 1974 στο 25,34% το 1977 και, τελικά, στο 48,07% της νίκης του 1981, το ΠΑΣΟΚ δεν διεύρυνε απλώς τα ποσοστά του· μετασχημάτισε τη δομή του ίδιου του κομματικού ανταγωνισμού και επαναχάραξε τα όρια της εκπροσώπησης στην Ελλάδα.

Αυτή η φάση μπορεί να περιγραφεί ως μετάβαση από τον κεντρώο αντιδεξιό χώρο σε ένα μαζικό κόμμα κοινωνικής και πολιτικής ενσωμάτωσης. Το ΠΑΣΟΚ δεν περιόρισε την κεντροαριστερά σε ένα πρόγραμμα μετριοπαθών διορθωτικών παρεμβάσεων εντός του υφιστάμενου πλαισίου. Την αναδιατύπωσε ως πολιτικό σχέδιο συνολικής ανακατανομής συμβολικού και θεσμικού βάρους υπέρ ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε πάντοτε συνεπές ή ιδεολογικά ομοιογενές. Σημαίνει, όμως, ότι ήταν το πρώτο κόμμα που κατάφερε να ενσωματώσει μία μαζική κοινωνική προσδοκία, ευρεία πολιτική ταύτιση και σαφή κυβερνητική αξίωση. Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική κεντροαριστερά έπαψε να είναι πρωτίστως χώρος κοινοβουλευτικής ισορροπίας ή ιστορικής αντιδεξιάς μνήμης και έγινε χώρος άσκησης εξουσίας με ευρείες κοινωνικές αναφορές. Η σημασία αυτής της μεταβολής υπερβαίνει τη στενή ιστορία του ΠΑΣΟΚ. Συνιστά μεταβολή του ίδιου του τρόπου με τον οποίο η κεντροαριστερά μπορούσε να υπάρξει ως πλειοψηφικό ρεύμα στην Ελλάδα.

Η δεύτερη μεγάλη συμβολή του ΠΑΣΟΚ στον μετασχηματισμό της ελληνικής κεντροαριστεράς αφορά τη σχέση της με το κράτος. Η κεντροαριστερά, όπως συγκροτήθηκε μέσα από το ΠΑΣΟΚ, δεν επιδίωξε μόνο εκλογική κυριαρχία. Επιδίωξε και τη μεταβολή της σχέσης κοινωνίας και κρατικού μηχανισμού. Το κόμμα δεν εμφανίστηκε απλώς ως δύναμη διακυβέρνησης, αλλά ως φορέας διεύρυνσης της πρόσβασης στο κράτος, μεταβολής της διοικητικής και πολιτικής εκπροσώπησης και ενίσχυσης της συμμετοχής κοινωνικών ομάδων που στο παρελθόν βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση εντός της μεταπολεμικής κρατικής τάξης. Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη, διότι εξηγεί γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ένα συνηθισμένο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δυτικού τύπου. Συνέδεσε την κεντροαριστερή ιδεολογία όχι μόνο με πολιτικές κοινωνικής προστασίας ή διεύρυνσης δικαιωμάτων, αλλά και με μια βαθύτερη διαδικασία κρατικής κοινωνικοποίησης, δηλαδή με την ένταξη νέων κοινωνικών στρωμάτων στη σφαίρα της θεσμικής ορατότητας και της πολιτικής ισχύος. Αυτό ακριβώς επέτρεψε στην ελληνική κεντροαριστερά να αποκτήσει πρωτοφανές κοινωνικό βάθος, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε μακροπρόθεσμα και τις προϋποθέσεις ορισμένων από τις βασικές της αντιφάσεις.

Η φάση της κυβερνητικής ηγεμονίας, ιδίως μετά το 1981, είχε ως αποτέλεσμα η κεντροαριστερά να ταυτιστεί σε σημαντικό βαθμό με την κρατική κανονικότητα που η ίδια δημιούργησε. Εδώ ακριβώς αρχίζει η πιο σύνθετη διάσταση του ΠΑΣΟΚ ως μετασχηματιστικού φορέα. Καθώς το κόμμα μετέτρεπε την κεντροαριστερά σε καθεστώς εξουσίας και όχι απλώς σε δύναμη αντιπολίτευσης ή αμφισβήτησης, όφειλε να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο λογικές: τη λογική της κοινωνικής αντιπροσώπευσης και τη λογική της κυβερνητικής διαχείρισης. Όσο αυτές οι δύο λογικές παρέμεναν συμβατές, η παράταξη μπορούσε να διατηρεί την ηγεμονία της. Όταν, όμως, οι απαιτήσεις της κρατικής διαχείρισης άρχισαν να έρχονται σε σύγκρουση με τις προσδοκίες της κοινωνικής της βάσης, η κεντροαριστερή της ταυτότητα έγινε περισσότερο αμφίσημη. Το ΠΑΣΟΚ, με άλλα λόγια, επέκτεινε την κοινωνική και κρατική βάση της κεντροαριστεράς, αλλά ακριβώς γι’ αυτό την κατέστησε και περισσότερο εξαρτημένη από την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους και από τη συνεχή αναπαραγωγή των όρων κοινωνικής ενσωμάτωσης που το ίδιο είχε διαμορφώσει.

Η μετάβαση της δεκαετίας του 1990 εισάγει την τρίτη μεγάλη φάση μετασχηματισμού της ελληνικής κεντροαριστεράς. Μετά την κρίση του τέλους της δεκαετίας του 1980, την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου και, αργότερα, την οριστική μετάβαση μετά τον θάνατό του, το ΠΑΣΟΚ δεν κλήθηκε απλώς να επιβιώσει οργανωτικά. Κλήθηκε να μεταβάλει τη μορφή της ίδιας της κεντροαριστερής του πρότασης. Η ανάδειξη του Κώστα Σημίτη στην ηγεσία το 1996 και η εδραίωση του εκσυγχρονιστικού προσανατολισμού συνιστούν κεντρικό σημείο αυτής της αλλαγής. Υπό αυτή τη νέα λογική, η ελληνική κεντροαριστερά δεν ορίζεται πλέον πρωτίστως από τη μεταπολιτευτική της σχέση με τη λαϊκή κινητοποίηση ή την κρατική κοινωνική επέκταση, αλλά από την ικανότητά της να προωθεί διοικητικές μεταρρυθμίσεις, οικονομική προσαρμογή και βαθύτερη ευρωπαϊκή ενσωμάτωση. Ο Σημίτης αναδείχθηκε πρωθυπουργός από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ τον Ιανουάριο του 1996 και πρόεδρος του κόμματος από το 4ο Συνέδριο τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ενώ στη συνέχεια κέρδισε και τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1996. Το γεγονός αυτό επισφράγισε τη μεταβολή της κεντροαριστερής πρότασης από ηγεμονικό λαϊκό κόμμα σε περισσότερο θεσμικό, μεταρρυθμιστικό και ευρωπαϊσμένο κόμμα διακυβέρνησης.

Η μετατόπιση αυτή δεν πρέπει να υποτιμάται. Αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες περιπτώσεις ενδογενούς μεταβολής κεντροαριστερού κόμματος στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Το ΠΑΣΟΚ δεν εγκατέλειψε απλώς ορισμένες πλευρές του αρχικού του λόγου. Ανασύνθεσε το ιδεολογικό και πολιτικό του κέντρο βάρους. Η ελληνική κεντροαριστερά, μέσω του ΠΑΣΟΚ, εισέρχεται στη φάση κατά την οποία η έννοια της προόδου συνδέεται περισσότερο με την ευρωπαϊκή θεσμική σύγκλιση, τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη διοικητική αποτελεσματικότητα και τον κρατικό εξορθολογισμό, παρά με τη μαζική πολιτική κινητοποίηση και τη ριζική γλώσσα των πρώτων μεταπολιτευτικών ετών. Αυτός ο μετασχηματισμός είχε διπλή συνέπεια. Από τη μία πλευρά, προσέδωσε στην ελληνική κεντροαριστερά νέα κυβερνητική ωριμότητα και διεθνή αξιοπιστία. Από την άλλη, αποδυνάμωσε σταδιακά τον πυκνό κοινωνικό και παραταξιακό της δεσμό με στρώματα που είχαν ταυτίσει το ΠΑΣΟΚ με μια διαφορετική μορφή πολιτικής αντιπροσώπευσης. Η κεντροαριστερά γινόταν περισσότερο κανονικοποιημένη, αλλά και λιγότερο ικανή να λειτουργεί ως πλατύς μηχανισμός συλλογικής ταύτισης.

Η τέταρτη φάση, εκείνη της κρίσης μετά το 2009, είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση του συνολικού ρόλου του ΠΑΣΟΚ στην ελληνική κεντροαριστερά. Η νίκη του κόμματος το 2009 με 43,92% και 160 έδρες αποδείχθηκε σύντομη τελευταία επιβεβαίωση της προγενέστερης κυβερνητικής του δυναμικής. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, υπό το βάρος της δημοσιονομικής κρίσης, της ένταξης της χώρας σε μνημονιακό καθεστώς και της δραματικής κοινωνικής αποδιάρθρωσης, το ΠΑΣΟΚ υφίσταται ραγδαία εκλογική συρρίκνωση, πέφτοντας στο 13,18% τον Μάιο του 2012. Η κατάρρευση αυτή δεν ήταν απλώς εκλογική. Ήταν κρίση ολόκληρου του μεταπολιτευτικού μοντέλου κεντροαριστερής εκπροσώπησης που το ίδιο το ΠΑΣΟΚ είχε οικοδομήσει. Ένα κόμμα που είχε συνδέσει την κεντροαριστερά με τη συνεχή διεύρυνση της πολιτικής και κοινωνικής ενσωμάτωσης βρέθηκε να ταυτίζεται με πολιτικές περιορισμού, επιτήρησης και κοινωνικής συρρίκνωσης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η ελληνική κεντροαριστερά δεν έχασε μόνο την εκλογική της υπεροχή. Έχασε τη βασική αφηγηματική συνοχή που τη συνέδεε με τη μεταπολιτευτική προσδοκία κοινωνικής ανόδου.

Από θεωρητική άποψη, η στιγμή αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη, διότι αποκαλύπτει τα όρια ενός κεντροαριστερού μοντέλου που είχε αναπτύξει μεγάλη εξάρτηση από τη δυνατότητά του να λειτουργεί ταυτόχρονα ως φορέας κοινωνικής εκπροσώπησης και ως διαχειριστής διευρυμένου κρατικού πεδίου. Όταν το κράτος έπαψε να προσφέρει όρους σταθερής κοινωνικής ενσωμάτωσης και το κόμμα βρέθηκε υποχρεωμένο να υποστηρίξει πολιτικές λιτότητας και περιορισμού, η σχέση του με τη βάση του διαρρήχθηκε με δομικό τρόπο. Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε απλώς θύμα της κρίσης. Υπήρξε και ο καθρέφτης της κρίσης της ίδιας της ελληνικής κεντροαριστεράς. Μέσα από τη δική του πτώση φάνηκε ότι το μεταπολιτευτικό παράδειγμα της κεντροαριστερής ηγεμονίας δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει υπό τους ίδιους όρους. Αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά ιστορική διάσταση της λεγόμενης «πασοκοποίησης» ως πολιτικού φαινομένου: όχι απλώς η εκλογική πτώση ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά η αδυναμία ενός ολόκληρου μοντέλου κεντροαριστερής μεσολάβησης να αναπαραχθεί μετά την κρίση.

Η πέμπτη και πιο πρόσφατη φάση αφορά την προσπάθεια ανασύνθεσης της ελληνικής κεντροαριστεράς σε νέο περιβάλλον. Η εκλογή του Ευάγγελου Βενιζέλου το 2012, η μεταγενέστερη ανάδειξη της Φώφης Γεννηματά, η δημιουργία του Κινήματος Αλλαγής το 2018 και αργότερα η επαναφορά του ονόματος και των συμβόλων του ΠΑΣΟΚ υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη αποτελούν απόπειρες να βρεθεί νέος τύπος κεντροαριστερής αυτονομίας στην Ελλάδα. Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι ότι η κεντροαριστερά δεν μπορεί πια να ανασυσταθεί ούτε ως μεταπολιτευτικό μαζικό κίνημα τύπου δεκαετίας 1980 ούτε ως εκσυγχρονιστικό κυβερνητικό μπλοκ τύπου δεκαετίας 1990. Οφείλει να βρει νέο πλαίσιο αναφοράς. Η προσπάθεια επαναφοράς του ιστορικού ονόματος και του πράσινου ήλιου εντάσσεται σε αυτή τη λογική: δεν συνιστά απλώς αναβίωση μνήμης, αλλά απόπειρα επανασύνδεσης της ιστορικής συνέχειας με μια νέα αξίωση πολιτικής παρουσίας. Το ερώτημα είναι αν αυτή η νέα φάση μπορεί να συγκροτήσει όχι μόνο παραταξιακή αναγνωρισιμότητα, αλλά και σαφές νέο κοινωνικό και ιδεολογικό έδαφος για την κεντροαριστερά.

Η μεγάλη αναλυτική σημασία του ΠΑΣΟΚ, επομένως, έγκειται στο ότι υπήρξε διαδοχικά τέσσερα διαφορετικά πράγματα για την ελληνική κεντροαριστερά. Υπήρξε, πρώτον, φορέας ίδρυσης μιας νέας, μαζικής κεντροαριστερής μορφής μετά τη δικτατορία. Υπήρξε, δεύτερον, φορέας κρατικής και κοινωνικής εδραίωσης αυτής της μορφής κατά τη μακρά μεταπολιτευτική ηγεμονία του. Υπήρξε, τρίτον, φορέας μετατροπής της κεντροαριστεράς σε εκσυγχρονιστική και ευρωπαϊσμένη κυβερνητική λογική. Και υπήρξε, τέταρτον, το πεδίο μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε με τον πιο έντονο τρόπο η κρίση του ίδιου αυτού παραδείγματος. Με αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν απλώς ο βασικός εκφραστής της ελληνικής κεντροαριστεράς. Ήταν ο κύριος μηχανισμός του ιστορικού μετασχηματισμού της.

Ακριβώς γι’ αυτό, η μελέτη του ΠΑΣΟΚ επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς πώς η ελληνική κεντροαριστερά πέρασε από τη φάση της μεταδικτατορικής συγκρότησης στη φάση της κοινωνικής ηγεμονίας, από εκεί στη φάση της θεσμικής κανονικοποίησης, έπειτα στη φάση της βαθιάς κρίσης και, τέλος, στη σημερινή αβέβαιη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού.