Η σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς ως μια συμβατική σχέση μεταξύ ενός υπερεθνικού οργανισμού και μιας σημαντικής περιφερειακής δύναμης. Πρόκειται για μια σύνθετη, πολυεπίπεδη και συχνά αντιφατική σχέση, στην οποία συνυπάρχουν η ενταξιακή προοπτική, η τελωνειακή ενοποίηση, η στρατηγική συνεργασία, η ενεργειακή αλληλεξάρτηση, η διαχείριση της μετανάστευσης, η συμμετοχή σε μηχανισμούς ευρωπαϊκής ασφάλειας και, συγχρόνως, η μακροχρόνια παραβίαση θεμελιωδών πολιτικών και νομικών προϋποθέσεων της ευρωπαϊκής τάξης. Στον πυρήνα αυτής της αντίφασης βρίσκεται το Κυπριακό. Η εκκρεμότητα της Κύπρου δεν αποτελεί περιφερειακό πρόβλημα που παρεμβάλλεται εξωτερικά στις ευρωτουρκικές σχέσεις ούτε διμερή ελληνοτουρκική διαφορά την οποία η Ένωση θα μπορούσε να παρακάμψει για λόγους γεωπολιτικού πραγματισμού. Μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2004, το Κυπριακό ενσωματώθηκε οργανικά στη θεσμική, νομική και πολιτική δομή της ίδιας της Ένωσης. Κάθε τουρκική πράξη που αφορά την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα, τις θαλάσσιες ζώνες, την εξωτερική εκπροσώπηση ή τη διεθνή νομική προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας αφορά πλέον κράτος μέλος, το έδαφος της Ένωσης, Ευρωπαίους πολίτες και την αξιοπιστία του ενωσιακού δικαίου.

Η ιστορική καταγωγή του προβλήματος βρίσκεται στις εύθραυστες ισορροπίες πάνω στις οποίες συγκροτήθηκε η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία το 1960. Το σύνταγμα και οι διεθνείς συνθήκες της περιόδου εκείνης αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων, στην αποτροπή τόσο της ένωσης με άλλο κράτος όσο και της διχοτόμησης και στη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας του νεοσύστατου κράτους. Η διακοινοτική σύγκρουση που ξέσπασε το 1963, η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα κεντρικά κρατικά όργανα, η λειτουργική αποσύνθεση των συνταγματικών ρυθμίσεων και η ανάπτυξη χωριστών διοικητικών δομών δημιούργησαν ένα παρατεταμένο θεσμικό και πολιτικό αδιέξοδο. Η εγκαθίδρυση της UNFICYP το 1964 υπήρξε συνέπεια της κατάρρευσης της δημόσιας τάξης και της αδυναμίας των δύο κοινοτήτων να διαχειριστούν ειρηνικά τη συνταγματική κρίση. Ωστόσο, ούτε η εσωτερική αποδιοργάνωση ούτε η αποχώρηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας από τα κρατικά όργανα επέφεραν την κατάλυση της διεθνούς νομικής προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία παρέμεινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνώς αναγνωρισμένο κυπριακό κράτος.

Η κορύφωση της κρίσης το 1974 διαμόρφωσε την εδαφική πραγματικότητα της σημερινής διαίρεσης. Η αυθαίρετη επίκληση εκ μέρους της Τουρκίαε της Συνθήκης Εγγυήσεως δεν μπορεί να νομιμοποιήσει το σύνολο των μεταγενέστερων αποτελεσμάτων. Ακόμη και αν εξεταστεί αυτοτελώς η αρχική τουρκική ενέργεια υπό το πρίσμα του σκοπού αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης, η διατήρηση εκτεταμένου στρατιωτικού ελέγχου, η μακροχρόνια εδαφική κατάτμηση, οι πληθυσμιακές μεταβολές και η δημιουργία χωριστής κρατικής οντότητας υπερβαίνουν προδήλως τον περιορισμένο σκοπό αποκατάστασης του καθεστώτος του 1960. Η Συνθήκη Εγγυήσεως εγγυάται την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την απαγόρευση της διχοτόμησης· δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαρκής νομική βάση για την εδραίωση ενός ακριβώς αντίθετου αποτελέσματος. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει άλλωστε αποδώσει στην Τουρκία ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις στις κατεχόμενες περιοχές, με βάση τον αποτελεσματικό συνολικό έλεγχο που ασκεί μέσω της στρατιωτικής της παρουσίας.

Η ανακήρυξη της αποσχιστικής οντότητας στα κατεχόμενα το 1983 επιδείνωσε ποιοτικά το πρόβλημα, διότι επιχείρησε να μετατρέψει την πραγματική εδαφική διαίρεση σε διεκδίκηση χωριστής διεθνούς κρατικής υπόστασης. Με τα ψηφίσματα 541 του 1983 και 550 του 1984, το Συμβούλιο Ασφαλείας χαρακτήρισε νομικά άκυρη την αποσχιστική ανακήρυξη και κάλεσε τα κράτη να μην αναγνωρίσουν άλλη κυπριακή κρατική οντότητα πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η σημασία των ψηφισμάτων αυτών δεν περιορίζεται στη διπλωματική απομόνωση της αυτοανακηρυχθείσας οντότητας. Συγκροτούν το δεσμευτικό διεθνές πλαίσιο εντός του οποίου οφείλει να κινηθεί κάθε μελλοντική λύση: σεβασμός της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, απόρριψη της απόσχισης και αποκατάσταση μιας ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας. Η  τουρκική θέση υπέρ μιας «λύσης δύο κρατών» συγκρούεται με το ισχύον πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και επιχειρεί να νομιμοποιήσει αναδρομικά ένα καθεστώς του οποίου η απόπειρα κρατικής συγκρότησης έχει κριθεί νομικά άκυρη.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο αναπτύχθηκε η ειδική σχέση Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας–Τουρκίας. Η Συμφωνία Σύνδεσης της Άγκυρας του 1963 διαμόρφωσε μια σταδιακή διαδικασία οικονομικής προσέγγισης, η οποία προέβλεπε προπαρασκευαστικό, μεταβατικό και τελικό στάδιο, με απώτερο προσανατολισμό την τελωνειακή ένωση και τη στενότερη σύγκλιση των οικονομικών πολιτικών. Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του 1970 εμβάθυνε τις αμοιβαίες δεσμεύσεις, ενώ η απόφαση 1/95 του Συμβουλίου Σύνδεσης έθεσε σε εφαρμογή το τελικό στάδιο της τελωνειακής ένωσης από το τέλος του 1995. Η τελωνειακή ένωση ΕΕ–Τουρκίας υπήρξε εξαιρετικά βαθιά μορφή οικονομικής ολοκλήρωσης για τρίτη χώρα, καθώς συνεπαγόταν όχι μόνο κατάργηση δασμών στα καλυπτόμενα προϊόντα αλλά και σημαντικό βαθμό ευθυγράμμισης με το εμπορικό, τελωνειακό, τεχνικό και ανταγωνιστικό κεκτημένο της Ένωσης.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε την προσαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης ώστε οι υφιστάμενες υποχρεώσεις της Τουρκίας να επεκταθούν και στα νέα κράτη μέλη. Η Άγκυρα υπέγραψε το σχετικό Πρόσθετο Πρωτόκολλο τον Ιούλιο του 2005, συνοδεύοντας όμως την υπογραφή με μονομερή δήλωση ότι αυτή δεν συνεπαγόταν αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη απάντησαν στις 21 Σεπτεμβρίου 2005 ότι η τουρκική δήλωση δεν μπορούσε να επηρεάσει τις νομικές υποχρεώσεις που απέρρεαν από το Πρωτόκολλο και ότι η αναγνώριση όλων των κρατών μελών αποτελούσε αναγκαίο στοιχείο της ενταξιακής διαδικασίας. Η κρίσιμη νομική συνέπεια είναι ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί, μέσω μονομερούς επιφύλαξης που δεν έγινε αποδεκτή από τα άλλα μέρη, να περιορίσει την εδαφική ή προσωπική εφαρμογή μιας πολυμερούς συμβατικής υποχρέωσης. Η πλήρης και χωρίς διακρίσεις εφαρμογή του Πρωτοκόλλου δεν μπορεί να εξαρτάται από την τουρκική πολιτική θέση περί αναγνώρισης.

Το πρόβλημα της τελωνειακής ένωσης είναι επομένως θεμελιωδώς νομικό και όχι απλώς τεχνικό. Η Τουρκία εξακολουθεί να αποκλείει πλοία και αεροσκάφη που συνδέονται με την Κυπριακή Δημοκρατία από λιμένες και αερολιμένες της, να μην εφαρμόζει πλήρως τις εμπορικές της υποχρεώσεις προς το κυπριακό κράτος και να αντιμετωπίζει την τελωνειακή ένωση ως σχέση με μια αφηρημένη ευρωπαϊκή αγορά από την οποία μπορεί να εξαιρεθεί ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος. Μια τελωνειακή ένωση όμως δεν αποτελεί άθροισμα προαιρετικών διμερών σχέσεων. Προϋποθέτει ενιαία εφαρμογή των κανόνων σε όλα τα μέλη της ενωσιακής τελωνειακής επικράτειας. Η επιλεκτική εξαίρεση της Κύπρου προσβάλλει την ομοιομορφία του καθεστώτος, εισάγει διάκριση μεταξύ κρατών μελών και υπονομεύει την αρχή ότι οι διεθνείς συμφωνίες της Ένωσης εφαρμόζονται έναντι της Ένωσης και του συνόλου των κρατών που καλύπτονται από αυτές.

Η άρνηση συμμόρφωσης οδήγησε το Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2006 στην απόφαση να μην ανοίξουν οκτώ διαπραγματευτικά κεφάλαια που συνδέονταν άμεσα με τους τουρκικούς περιορισμούς έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας και να μην κλείσει προσωρινά κανένα άλλο κεφάλαιο έως ότου η Τουρκία εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Η απόφαση δεν υπήρξε κυπριακή μονομερής κύρωση, αλλά συλλογική ενωσιακή αντίδραση στην παραβίαση μιας διεθνούς συμφωνίας και των όρων του διαπραγματευτικού πλαισίου. Η ενταξιακή διαδικασία περιήλθε αργότερα σε γενικότερη στασιμότητα, ιδίως μετά τη διαπίστωση του Συμβουλίου το 2018 ότι η Τουρκία απομακρυνόταν από την Ένωση και ότι δεν μπορούσαν να εξεταστούν νέα κεφάλαια. Ωστόσο, η κυπρογενής αιρεσιμότητα παραμένει αυτοτελής: ακόμη και μια υποθετική δημοκρατική και δικαιοκρατική μεταστροφή της Τουρκίας δεν θα αρκούσε για την αποκατάσταση της ενταξιακής προοπτικής χωρίς εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και εξομάλυνση των σχέσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η σχεδιαζόμενη αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης επαναφέρει την ίδια αντίφαση σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα. Η Επιτροπή είχε προτείνει από το 2016 την έναρξη διαπραγματεύσεων για τον εκσυγχρονισμό και τη διεύρυνσή της σε τομείς όπως οι υπηρεσίες, οι δημόσιες συμβάσεις και η γεωργία. Μια τέτοια αναβάθμιση θα παρείχε στην Τουρκία σημαντικότερη πρόσβαση στην ενιαία αγορά και θα ενίσχυε τη θεσμική διαχείριση των εμπορικών διαφορών. Δεν είναι όμως νομικά και πολιτικά συνεπές να διευρύνεται μια τελωνειακή σχέση την οποία η ίδια η Τουρκία αρνείται να εφαρμόσει προς ένα κράτος μέλος. Γι’ αυτό τα ευρωπαϊκά όργανα συνδέουν σταθερά κάθε πρόοδο με την επίλυση των υφιστάμενων δυσλειτουργιών και την αποτελεσματική εφαρμογή της τελωνειακής ένωσης προς όλα τα κράτη μέλη. Η αιρεσιμότητα αυτή δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση της Κύπρου· απορρέει από την απαίτηση ισότητας των κρατών μελών και ενότητας της ενωσιακής έννομης τάξης.

Παρόμοια δομική αντίφαση εμφανίζεται στο πεδίο της απελευθέρωσης των θεωρήσεων εισόδου. Ο διάλογος για την απαλλαγή των Τούρκων πολιτών από την υποχρέωση θεώρησης ξεκίνησε το 2013 και συνδέθηκε με οδικό χάρτη εβδομήντα δύο κριτηρίων, καθώς και με την εφαρμογή της συμφωνίας επανεισδοχής. Παρά την πρόοδο σε επιμέρους τομείς, έξι κριτήρια εξακολουθούσαν το 2025 να μην έχουν εκπληρωθεί. Ένα από τα βαθύτερα πολιτικά προβλήματα είναι ότι η Τουρκία δεν εφαρμόζει πλήρως τη συνεργασία επανεισδοχής, τη δικαστική και αστυνομική συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών έναντι όλων των κρατών μελών, ενώ διατηρεί διακριτική μεταχείριση εις βάρος πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέγραψε το 2025 ότι η Τουρκία εξακολουθούσε να εφαρμόζει διακριτική πολιτική θεωρήσεων έναντι Κυπρίων υπηκόων και δεν είχε σημειώσει πρόοδο στα έξι εναπομείναντα κριτήρια.

Το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν διμερής δυσλειτουργία. Η κοινή πολιτική θεωρήσεων και η ελεύθερη κυκλοφορία στηρίζονται στην αμοιβαιότητα, στην κοινή αξιολόγηση κινδύνων, στην ανταλλαγή δεδομένων και στην ίση μεταχείριση των πολιτών όλων των κρατών μελών. Μια τρίτη χώρα δεν μπορεί να ζητεί την κατάργηση των θεωρήσεων για τους δικούς της πολίτες σε ολόκληρο τον χώρο Σένγκεν, ενώ αρνείται να συνεργαστεί με ένα κράτος μέλος ή υποβαθμίζει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα λόγω πολιτικής μη αναγνώρισης. Η ευρωπαϊκή αποδοχή μιας τέτοιας ασυμμετρίας θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, σύμφωνα με το οποίο η συμμετοχή σε κοινές πολιτικές θα μπορούσε να διαχωριστεί από την ισότητα των κρατών και των πολιτών τους.

Ακόμη εντονότερη είναι η επίδραση του Κυπριακού στην ευρωπαϊκή άμυνα και στην εταιρική σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης–ΝΑΤΟ. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει σημαντικές ένοπλες δυνάμεις, συμμετέχει σε αποστολές της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας και έχει υπάρξει ο μεγαλύτερος μη ενωσιακός συνεισφέρων στρατευμάτων στην επιχείρηση EUFOR Althea. Παράλληλα, επιδιώκει συμμετοχή στις αναδυόμενες ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες. Εξακολουθεί όμως να αποκλείει την Κυπριακή Δημοκρατία από κρίσιμες διαστάσεις της συνεργασίας ΕΕ–ΝΑΤΟ και να προβάλλει στενή ερμηνεία των συμφωνημένων πλαισίων ανταλλαγής διαβαθμισμένων πληροφοριών. Η Επιτροπή κατέγραψε το 2025 ότι η Τουρκία επιδίωκε μεγαλύτερη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή άμυνα, ενώ συγχρόνως διατηρούσε πολιτική αποκλεισμού ενός κράτους μέλους από τη συνεργασία με το ΝΑΤΟ, εμποδίζοντας ιδίως την ανταλλαγή πληροφοριών και την ανάπτυξη βιώσιμης θεσμικής σχέσης μεταξύ των δύο οργανισμών.

Αυτή η κατάσταση αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες όριο του γεωπολιτικού πραγματισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Δεν μπορεί όμως να οικοδομήσει αξιόπιστη ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική αποδεχόμενη ότι μια τρίτη χώρα θα επιλέγει ποιο κράτος μέλος θεωρεί νόμιμο συνομιλητή. Η συμμετοχή σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ασφάλειας δεν αποτελεί απλή ανταμοιβή για τη στρατιωτική χρησιμότητα μιας χώρας. Προϋποθέτει σεβασμό της κυριαρχικής ισότητας όλων των κρατών μελών, θεσμική αμοιβαιότητα και αποδοχή της ενωσιακής έννομης και πολιτικής τάξης.

Το ίδιο όριο αναδεικνύεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανακάλυψη υδρογονανθράκων, η ανάπτυξη υποθαλάσσιων ηλεκτρικών διασυνδέσεων και η επιδίωξη διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών της Ευρώπης ενίσχυσαν τη γεωπολιτική σημασία των θαλάσσιων ζωνών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία, η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η Κύπρος και η Ελλάδα οριοθετούν και ασκούν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Η μη συμμετοχή της στη Σύμβαση δεν την απαλλάσσει από κανόνες που έχουν εθιμικό χαρακτήρα, όπως η αρχή ότι οι θαλάσσιες διαφορές πρέπει να επιλύονται ειρηνικά και ότι η οριοθέτηση μεταξύ κρατών με επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις πρέπει να επιδιώκει δίκαιη λύση μέσω συμφωνίας ή διεθνούς δικαιοδοτικής διαδικασίας. Η διαφωνία ως προς την οριοθέτηση δεν παρέχει δικαίωμα μονομερούς διεξαγωγής ερευνητικών ή γεωτρητικών δραστηριοτήτων σε περιοχές που η Ένωση θεωρεί ότι εμπίπτουν στα κυριαρχικά δικαιώματα κράτους μέλους.

Οι τουρκικές γεωτρητικές δραστηριότητες οδήγησαν το 2019 στη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου περιοριστικών μέτρων για φυσικά και νομικά πρόσωπα που συμμετείχαν σε μη εξουσιοδοτημένες έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρότι η Τουρκία δεν πραγματοποίησε νέες μη εξουσιοδοτημένες γεωτρήσεις μετά τις αρχές του 2021, οι ευρύτερες αμφισβητήσεις των κυπριακών θαλάσσιων δικαιωμάτων, οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι πτήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών και οι παρεμβάσεις σε ενεργειακά και διασυνδετικά έργα συνέχισαν να επιβαρύνουν το κλίμα. Η έκθεση της Επιτροπής για το 2025 αναφέρει επίσης ότι η Τουρκία παρεμπόδιζε δραστηριότητες έρευνας για τον Great Sea Interconnector, έργο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, και επέμενε σε σχέδια ηλεκτρικής διασύνδεσης με την αποσχιστική διοίκηση των κατεχομένων.

Η ενεργειακή διάσταση αποδεικνύει ότι το Κυπριακό δεν είναι στατική κληρονομιά του 1974. Επηρεάζει ενεργά την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τις επενδύσεις, την υποθαλάσσια συνδεσιμότητα, τη χάραξη θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και τη δυνατότητα δημιουργίας περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας. Η Τουρκία θα μπορούσε, λόγω γεωγραφίας, αγοράς και υποδομών, να αποτελέσει κρίσιμο ενεργειακό εταίρο της Ευρώπης. Η δυνατότητα αυτή αποδυναμώνεται όταν η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ενέργεια ως μέσο αναθεώρησης της περιφερειακής νομικής τάξης και όχι ως πεδίο συνεργασίας βάσει συμφωνημένων κανόνων. Η βιώσιμη ένταξή της σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα προϋποθέτει αποδοχή ότι οι διαφορές δεν επιλύονται με στρατιωτική παρουσία, παρεμπόδιση έργων ή δημιουργία τετελεσμένων, αλλά με διαπραγμάτευση, διαιτησία ή προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.

Η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας συγκεντρώνει όλες αυτές τις επιμέρους αντιφάσεις. Το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος που σέβεται τις αξίες του άρθρου 2 να υποβάλει αίτηση ένταξης. Η ένταξη δεν εξαρτάται μόνο από τεχνική εναρμόνιση, αλλά από την ικανότητα του υποψηφίου να αναλάβει το σύνολο των υποχρεώσεων, να αποδεχθεί τους πολιτικούς και νομικούς σκοπούς της Ένωσης και να διατηρεί σχέσεις καλής γειτονίας. Ένα κράτος που αρνείται την ίδια τη νομική ύπαρξη ενός μέλους της Ένωσης δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει πλήρως το κεκτημένο απέναντί του, να συμμετάσχει σε κοινές πολιτικές μαζί του ή να δεσμευθεί από την αρχή της ισότητας των κρατών μελών. Η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν αποτελεί επομένως συμβολική χειρονομία που θα μπορούσε να αναβληθεί μέχρι την τελική ένταξη. Είναι προϋπόθεση λειτουργικής και νομικής συμβατότητας με την Ένωση.

Η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική έναντι της Τουρκίας έχει μετατοπιστεί από τη γραμμική λογική της ένταξης σε ένα σχήμα επιλεκτικής, σταδιακής, αναλογικής και αναστρέψιμης συνεργασίας. Η Τουρκία παραμένει τυπικά υποψήφια χώρα, αλλά οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται ουσιαστικά σε αδιέξοδο. Παράλληλα, η Ένωση συνεχίζει να συνεργάζεται μαζί της στο εμπόριο, στη μετανάστευση, στην περιφερειακή ασφάλεια, στην ενέργεια και στην εξωτερική πολιτική. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά πραγματικές γεωπολιτικές ανάγκες, ενέχει όμως τον κίνδυνο να μετατραπεί σε καθεστώς μόνιμης συναλλακτικής εξαίρεσης, όπου η Τουρκία θα απολαμβάνει ορισμένα οφέλη μιας προνομιακής σχέσης χωρίς να εκπληρώνει τις πολιτικές και νομικές υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν. Το 2025 οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εξακολουθούσαν να διαπιστώνουν ότι η Τουρκία δεν αναγνώριζε ούτε συνεργαζόταν με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εφάρμοζε χωρίς διακρίσεις το Πρόσθετο Πρωτόκολλο και υποστήριζε λύση δύο κρατών αντίθετη προς τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η ευρωπαϊκή αξιοπιστία εξαρτάται από την ικανότητα της Ένωσης να συνδυάζει τον γεωπολιτικό ρεαλισμό με τη νομική συνέπεια. Το ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο προβλέπει μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με μία κυριαρχία, μία διεθνή νομική προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, καθώς και αποτελεσματική συμμετοχή και των δύο κοινοτήτων στην ομοσπονδιακή διακυβέρνηση. Η προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας δεν απαιτεί αναγνώριση χωριστού κράτους ούτε νομιμοποίηση της στρατιωτικής και εδαφικής διαίρεσης. Αντίθετα, μπορεί να κατοχυρωθεί πληρέστερα μέσα σε μια επανενωμένη ευρωπαϊκή Κυπριακή Δημοκρατία, με συνταγματικές εγγυήσεις, εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου και ουσιαστικούς μηχανισμούς πολιτικής ισότητας.

Το Πρωτόκολλο 10 της Πράξης Προσχώρησης επιβεβαιώνει αυτή τη νομική λογική. Ολόκληρη η Κύπρος αποτελεί έδαφος κράτους μέλους, αλλά η εφαρμογή του κεκτημένου έχει ανασταλεί προσωρινά στις περιοχές όπου η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Η αναστολή είναι εδαφική και λειτουργική, όχι αναγνώριση διαφορετικής κυριαρχίας. Προβλέπεται ότι θα αρθεί μετά από λύση, ώστε το κεκτημένο να εφαρμοστεί σε ολόκληρο το νησί. Η ένταξη της Κύπρου δεν μονιμοποίησε νομικά τη διαίρεση· δημιούργησε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η επανένωση μπορεί να συνδεθεί με την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου και με την απόλαυση των δικαιωμάτων της ευρωπαϊκής ιθαγένειας από όλους τους Κυπρίους.

Η σχέση Ευρωπαϊκής Ένωσης–Τουρκίας θα εξακολουθήσει συνεπώς να προσκρούει στο Κυπριακό όσο η Άγκυρα επιδιώκει να διαχωρίζει τη συνεργασία με την Ένωση από τις υποχρεώσεις της απέναντι σε ένα από τα κράτη μέλη της. Η τελωνειακή ένωση δεν μπορεί να εκσυγχρονιστεί αξιόπιστα χωρίς καθολική εφαρμογή. Η απελευθέρωση των θεωρήσεων δεν μπορεί να ολοκληρωθεί με διακρίσεις εις βάρος Ευρωπαίων πολιτών. Η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στον αποκλεισμό κράτους μέλους. Η ενεργειακή συνεργασία δεν μπορεί να εδραιωθεί με αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και τετελεσμένα. Η ενταξιακή διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει όταν η υποψήφια χώρα αρνείται την κρατική υπόσταση ενός μέλους της Ένωσης. Το Κυπριακό αποτελεί επομένως τη συμπυκνωμένη έκφραση της βαθύτερης ευρωτουρκικής αντίφασης: η Τουρκία επιδιώκει πρόσβαση στους οικονομικούς, στρατηγικούς και θεσμικούς πόρους της ευρωπαϊκής τάξης, χωρίς να έχει αποδεχθεί πλήρως τους κανόνες ισότητας, νομιμότητας, ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και σεβασμού της κυριαρχίας πάνω στους οποίους αυτή η τάξη θεμελιώνεται.