Η Τουρκία μέσα στο ΝΑΤΟ είναι η επιτομή του δύσκολου συμμάχου: αναγκαίου λόγω γεωγραφίας, μεγέθους και επιχειρησιακής αξίας, αλλά προβληματικού λόγω στρατηγικής αυτονομίας, απρόβλεπτης διαπραγματευτικής συμπεριφοράς και επαναλαμβανόμενων τριβών με βασικούς Συμμάχους. Η ορθή ανάλυση πρέπει να αποφύγει δύο ακραίες αναγνώσεις. Η πρώτη είναι η δαιμονοποίηση της Τουρκίας ως περίπου εξωτερικού αντιπάλου που τυχαίνει να βρίσκεται εντός ΝΑΤΟ. Αυτή η ανάγνωση παραβλέπει την πραγματική στρατηγική της αξία και οδηγεί σε ανεδαφικά συμπεράσματα. Η δεύτερη είναι ο εξωραϊσμός της ως απλώς «δύσκολου αλλά αναγκαίου εταίρου» του οποίου οι αποκλίσεις πρέπει να γίνονται ανεκτές επειδή η γεωγραφία του είναι πολύτιμη. Αυτή η ανάγνωση μετατρέπει την αναγκαιότητα σε ασυλία. Η αλήθεια βρίσκεται σε μια αυστηρότερη σύνθεση: η Τουρκία είναι αναγκαίος Σύμμαχος, αλλά ακριβώς επειδή είναι αναγκαίος, το κόστος της απόκλισής της είναι υψηλό για ολόκληρη τη Συμμαχία.

Η γεωγραφία είναι το πρώτο και ισχυρότερο τουρκικό κεφάλαιο. Η Τουρκία δεν είναι ένα ακόμη κράτος στην περιφέρεια της Συμμαχίας. Βρίσκεται στο σημείο όπου τέμνονται η Μαύρη Θάλασσα, ο Καύκασος, η Μέση Ανατολή, η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια και οι ενεργειακές/μεταφορικές διαδρομές μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά χρήσιμη σε κρίσεις που αφορούν τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Συρία, τον Καύκασο, τις θαλάσσιες οδούς, τη μετανάστευση, την τρομοκρατία και την ενεργειακή ασφάλεια. Για το ΝΑΤΟ, αυτή η γεωγραφία δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα από άλλον Σύμμαχο. Η Τουρκία διαθέτει πρόσβαση, βάσεις, στρατιωτική εμπειρία, περιφερειακή δικτύωση και δυνατότητα επιρροής σε χώρους όπου πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν περιορισμένη αυτόνομη παρουσία. Γι’ αυτό η Συμμαχία επιδιώκει να την κρατήσει στο εσωτερικό της, ακόμη και όταν η συμπεριφορά της δημιουργεί δυσφορία.

Η Μαύρη Θάλασσα προσδίδει στην τουρκική θέση ιδιαίτερη αξία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η περιοχή δεν είναι πλέον περιφερειακό ναυτικό θέατρο. Είναι χώρος όπου συναντώνται ρωσική ισχύς, ουκρανική αντίσταση, νατοϊκή αποτροπή, ρουμανική και βουλγαρική ασφάλεια, ενεργειακές ροές και καθεστώς των Στενών. Η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει την πρόσβαση, την ισορροπία και την ένταση στην περιοχή με τρόπο που λίγοι Σύμμαχοι μπορούν. Αυτό την καθιστά πολύτιμη, αλλά και επιφυλακτική. Η Άγκυρα δεν θέλει να μετατραπεί σε απλό εκτελεστικό βραχίονα της νατοϊκής πολιτικής κατά της Ρωσίας. Επιθυμεί να διατηρεί διαύλους με τη Μόσχα, να λειτουργεί ως μεσολαβητής όταν την συμφέρει, να προστατεύει οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις, και ταυτόχρονα να παραμένει μέλος της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Αυτός ο διπλός προσανατολισμός κάνει την Τουρκία χρήσιμη αλλά δύσκολη: μπορεί να ανοίγει κανάλια που άλλοι δεν έχουν, αλλά και να αρνείται την πλήρη ευθυγράμμιση που άλλοι θεωρούν αναγκαία.

Η Τουρκία είναι επίσης σημαντική λόγω στρατιωτικής μάζας. Διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς της Συμμαχίας, σημαντική εμπειρία σε πραγματικές επιχειρήσεις, αμυντική βιομηχανία που αναπτύσσεται και ικανότητα να δρα σε πολλαπλές περιφέρειες. Στο νέο ΝΑΤΟ του 5%, όπου η αμυντική παραγωγή, τα αποθέματα, τα drones, η αεράμυνα, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η βιομηχανική ανθεκτικότητα γίνονται κεντρικά ζητήματα, η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως παραγωγός ασφάλειας και όχι ως απλός καταναλωτής νατοϊκής προστασίας. 

Ωστόσο, η αμυντική βιομηχανική άνοδος της Τουρκίας δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα εμπιστοσύνης. Μπορεί μάλιστα να το οξύνει. Μια Τουρκία με μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή, ισχυρότερα drones, βελτιωμένη αεράμυνα, ναυπηγική δραστηριότητα και αυξημένη εξαγωγική παρουσία είναι λιγότερο εξαρτημένη από τους Συμμάχους της. Αυτό της δίνει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα. Από τη μια πλευρά, αυτό μπορεί να ωφελήσει το ΝΑΤΟ, διότι η Συμμαχία χρειάζεται παραγωγική κλίμακα και περισσότερους βιομηχανικούς κόμβους. Από την άλλη, μπορεί να ενισχύσει την τουρκική τάση αυτόνομης πολιτικής, ιδίως αν η Άγκυρα θεωρήσει ότι η αμυντική της αυτονόμηση της επιτρέπει να πιέζει περισσότερο Συμμάχους ή να ζητά πρόσβαση σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις. 

Η Τουρκία επιδιώκει ακριβώς αυτή τη δύσκολη σύνθεση: να είναι εντός ΝΑΤΟ, αλλά να μην περιορίζεται πλήρως από το ΝΑΤΟ· να απολαμβάνει πρόσβαση στη Δύση, αλλά να μπορεί να συνομιλεί με τη Ρωσία· να διεκδικεί ευρωπαϊκή αμυντική συμμετοχή, αλλά χωρίς να είναι μέλος της ΕΕ· να ζητά άρση περιορισμών στην αμυντική συνεργασία, αλλά χωρίς να έχει αποκαταστήσει πλήρως την εμπιστοσύνη που τραυμάτισαν οι S-400· να παρουσιάζεται ως πυλώνας σταθερότητας, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει αναθεωρητικές αξιώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Αυτός ο συνδυασμός δεν είναι τυχαίος. Αντανακλά τη βαθύτερη τουρκική στρατηγική αντίληψη ότι η χώρα δεν είναι απλώς δυτικό προκεχωρημένο φυλάκιο, αλλά αυτόνομος κεντρικός παίκτης σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η Τουρκία δεν θέλει να επιλέξει ανάμεσα στη Δύση και στην αυτονομία. Θέλει να αντλήσει αξία και από τα δύο.

Από νατοϊκή οπτική, αυτή η θέση παράγει μια δύσκολη διπλή εξάρτηση. Το ΝΑΤΟ χρειάζεται την Τουρκία, αλλά η Τουρκία χρειάζεται επίσης το ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι εκτός ΝΑΤΟ θα είχε λιγότερο θεσμικό κύρος, μικρότερη πρόσβαση σε δυτική τεχνολογία, μεγαλύτερη έκθεση σε ρωσική πίεση και λιγότερη διαπραγματευτική αξία έναντι Ευρώπης και ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, το ΝΑΤΟ γνωρίζει ότι μια Τουρκία σε βαθύτερη απόσταση από τη Συμμαχία θα δημιουργούσε κενό στη νοτιοανατολική πτέρυγα, θα περιέπλεκε τη Μαύρη Θάλασσα και θα ενίσχυε περιθώρια ρωσικής ή άλλης επιρροής. Επομένως, καμία πλευρά δεν έχει εύκολη εναλλακτική. Η σχέση δεν στηρίζεται σε απλή εμπιστοσύνη, αλλά σε αμοιβαία αναγκαιότητα. Και οι σχέσεις αμοιβαίας αναγκαιότητας είναι σταθερές μόνο όταν υπάρχουν κανόνες· διαφορετικά μετατρέπονται σε συνεχή διαπραγμάτευση ισχύος.

Η Τουρκία ως δύσκολος εταίρος δεν αφορά μόνο τις σχέσεις της με ΗΠΑ και Ευρώπη. Αφορά και την εσωτερική συνοχή του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική πτέρυγα. Η Ελλάδα αποτελεί εδώ τον πιο άμεσα ενδιαφερόμενο Σύμμαχο. Η τουρκική στρατηγική αυτονομία δεν εκδηλώνεται μόνο με S-400 ή παζάρια διεύρυνσης. Εκδηλώνεται και σε θαλάσσιες θεωρίες, αμφισβητήσεις, υπερπτήσεις, ρητορική περί αποστρατιωτικοποίησης, πιέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και διαρκή προσπάθεια διεύρυνσης της ατζέντας των ελληνοτουρκικών. Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι να πείσει το ΝΑΤΟ ότι η Τουρκία είναι άχρηστη ή εχθρική. Αυτό θα ήταν και ανακριβές και αναποτελεσματικό. Το ζήτημα είναι να πείσει ότι η τουρκική χρησιμότητα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να υποβαθμίζονται αναθεωρητικές πρακτικές έναντι άλλου Συμμάχου.

Αυτό απαιτεί λεπτή ελληνική στρατηγική. Η Αθήνα πρέπει να επιμένει στη διάκριση μεταξύ νόμιμης άμυνας και αναθεωρητικής πίεσης. Η Ελλάδα μπορεί να αναγνωρίζει ρητά ότι η Τουρκία έχει σημαντικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, αλλά να υπογραμμίζει ότι η γεωγραφική αξία δεν αναιρεί τις υποχρεώσεις του Άρθρου 1 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης. Η συμμαχική ιδιότητα δεν δίνει δικαίωμα καταναγκασμού. Η αμυντική βιομηχανική ισχύς δεν δίνει δικαίωμα αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η συμβολή στη Μαύρη Θάλασσα δεν μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό ισοδύναμο ανοχής στο Αιγαίο. Αυτή είναι η ορθολογική ελληνική θέση: όχι άρνηση της τουρκικής αξίας, αλλά άρνηση της τουρκικής ασυλίας.

Το ΝΑΤΟ πρέπει να διαχειριστεί την Τουρκία ως στρατηγικά αναγκαίο εταίρο με ειδικούς όρους εμπιστοσύνης. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Συμμαχία χρειάζεται μηχανισμούς ενσωμάτωσης, αλλά και όρια. Η Τουρκία πρέπει να συμμετέχει όπου η συνεισφορά της είναι κρίσιμη: άμυνα νοτιοανατολικής πτέρυγας, Μαύρη Θάλασσα, αμυντική παραγωγή, αντιτρομοκρατία, στρατιωτική κινητικότητα, περιφερειακή διαμεσολάβηση. Πρέπει όμως να αντιμετωπίζει συγκεκριμένο κόστος όταν υπονομεύει την εμπιστοσύνη: περιορισμένη πρόσβαση σε ευαίσθητες τεχνολογίες, καθυστερήσεις σε εξοπλιστικά προγράμματα, πολιτική πίεση σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, αυξημένη επιτήρηση διαλειτουργικότητας, και καθαρή σύνδεση οφελών με συμπεριφορά. Η Συμμαχία δεν πρέπει να εκδικείται την Τουρκία. Πρέπει να της δείχνει ότι η υπεύθυνη συμπεριφορά αποδίδει περισσότερο από τη στρατηγική αμφισημία.

Η Τουρκία εντός του ΝΑΤΟ είναι  στρατηγικά δύσκολος εταίρος εξαιτίας της ίδιας της στρατηγικής της ταυτότητας. Θέλει να είναι δυτική χωρίς να είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη, να είναι νατοϊκή χωρίς να είναι πειθαρχημένη, να είναι περιφερειακά αυτόνομη χωρίς να χάνει τα οφέλη της Συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να την απολέσει εύκολα, αλλά δεν μπορεί και να τη διαχειρίζεται σαν να μην υπάρχει πρόβλημα. Η σωστή προσέγγιση είναι αυστηρή ενσωμάτωση με σαφή οριοθέτηση των αποκλίσεων.