Όταν η τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν προνόμιο περιορισμένης μειοψηφίας, η κοινωνική λειτουργία του τίτλου ήταν σχετικά συμπαγής: πιστοποιούσε προηγμένη εκπαίδευση, άνοιγε την πρόσβαση σε επαγγέλματα υψηλότερου status και ταυτόχρονα δήλωνε ότι ο κάτοχός του είχε περάσει από ένα φίλτρο στο οποίο η πλειονότητα δεν είχε πρόσβαση. Η δραματική διεύρυνση της συμμετοχής διαχώρισε σταδιακά αυτές τις λειτουργίες. Το 2024 η παγκόσμια ανώτατη εκπαίδευση αριθμούσε 269 εκατομμύρια φοιτητές, έναντι περίπου 100 εκατομμυρίων το 2000, και αντιστοιχούσε περίπου στο 43% της σχετικής ηλικιακής ομάδας. Ταυτόχρονα, όμως, η παγκόσμια ακαθάριστη αναλογία αποφοίτησης ήταν μόλις 27%, γεγονός που δείχνει ότι η είσοδος, η ολοκλήρωση και η πραγματική απόκτηση εκπαιδευτικού κεφαλαίου είναι διαφορετικές φάσεις της διαδικασίας.
Από εδώ πρέπει να αρχίσει η ανάλυση της λεγόμενης «αξίας του πτυχίου». Δεν υπάρχει μία ενιαία αξία που αυξάνεται ή μειώνεται όπως η τιμή ενός εμπορεύματος. Υπάρχει πρώτον η γνωστική αξία του τίτλου, δηλαδή οι πραγματικές ικανότητες που απέκτησε ο φοιτητής. Δεύτερον, η οικονομική του απόδοση, η διαφορά δηλαδή που συνδέεται με το εισόδημα, την ανεργία και την επαγγελματική διάρκεια. Τρίτον, η θεσμική αξία πρόσβασης, αφού συγκεκριμένα επαγγέλματα είναι κλειστά χωρίς σχετικό τίτλο. Τέταρτον, η πληροφοριακή του αξία για τον εργοδότη, ο οποίος χρησιμοποιεί την εκπαίδευση ως ατελή αλλά εύχρηστη ένδειξη ικανοτήτων. Πέμπτον, η σχεσιακή του αξία, δηλαδή το πλεονέκτημα που προσφέρει έναντι άλλων διεκδικητών της ίδιας θέσης. Και έκτον, η συμβολική του αξία, η θέση που καταλαμβάνει στην κοινωνική ταξινόμηση του κατόχου. Η μαζικοποίηση δεν επηρεάζει υποχρεωτικά όλες αυτές τις λειτουργίες προς την ίδια κατεύθυνση.
Αυτό εξηγεί ένα από τα φαινομενικά παράδοξα της σημερινής εποχής. Η οικονομική απόδοση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένει υψηλή και ταυτόχρονα η πεποίθηση ότι «ένα πτυχίο δεν αρκεί πλέον» είναι επίσης σε μεγάλο βαθμό πραγματική. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, οι κάτοχοι bachelor κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 39% περισσότερο από άτομα με ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ το αντίστοιχο πλεονέκτημα για master ή διδακτορικό προσεγγίζει το 83%. Δεν υπάρχει επομένως τεκμήριο γενικής κατάρρευσης της οικονομικής απόδοσης. Εκείνο που μπορεί να έχει αποδυναμωθεί είναι η μονοσήμαντη σχέση μεταξύ κατοχής ενός πρώτου πανεπιστημιακού τίτλου και κατοχής μιας σχετικά προνομιακής κοινωνικής θέσης.
Η διάκριση μεταξύ απόλυτης και σχετικής απόδοσης είναι κρίσιμη. Μπορεί ο πτυχιούχος να διαθέτει πολύ καλύτερες πιθανότητες από τον μη πτυχιούχο και παρ’ όλα αυτά το πτυχίο του να μην τον διαφοροποιεί τόσο ισχυρά όσο έναν πτυχιούχο της προηγούμενης γενιάς. Αν η οικονομία διαθέτει δέκα επιθυμητές επαγγελματικές θέσεις και παλαιότερα υπήρχαν δεκαπέντε πτυχιούχοι, ο τίτλος λειτουργούσε ως ισχυρό φίλτρο. Αν σήμερα υπάρχουν πενήντα, η κατοχή του εξακολουθεί να είναι χρήσιμη αλλά δεν αρκεί για να ξεχωρίσει τον υποψήφιο. Το πτυχίο δεν έχει καταστεί «άχρηστο»· έχει μεταβληθεί από σπάνιο διακριτικό κεφάλαιο σε συχνότερη προϋπόθεση συμμετοχής στον ανταγωνισμό.
Η διαφορά αυτή βρίσκεται στον πυρήνα του credential inflation. Η σοβαρή έννοια του όρου δεν ταυτίζεται με τη μαζική μόρφωση. Credential inflation υπάρχει όταν η αύξηση του αριθμού τίτλων υπερβαίνει την αύξηση των επαγγελματικών θέσεων που πραγματικά χρειάζονται αντίστοιχο εκπαιδευτικό επίπεδο, όταν δηλαδή το πτυχίο χρησιμοποιείται ολοένα περισσότερο για την κατάταξη υποψηφίων και όχι αποκλειστικά επειδή αυξήθηκε η τεχνική πολυπλοκότητα της εργασίας. Η σχετική εμπειρική έρευνα έχει μάλιστα δείξει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το επίπεδο του τίτλου αλλά και το επίπεδο πραγματικών δεξιοτήτων που τον συνοδεύει: η τυπική επέκταση μπορεί να παράγει πολύ διαφορετικές οικονομικές συνέπειες ανάλογα με το αν συνοδεύεται από πραγματική γνωστική αναβάθμιση.
Αυτό επιτρέπει να εξηγηθεί γιατί η εκπαιδευτική κλιμάκωση μπορεί να λειτουργεί ως παιχνίδι στο οποίο κανείς μεμονωμένα δεν έχει κίνητρο να σταματήσει. Αν το bachelor γίνεται συχνότερο, ο υποψήφιος αποκτά κίνητρο να προσθέσει master. Αν το master γενικευθεί, μεγαλύτερη αξία αποκτούν το πανεπιστήμιο προέλευσης, η εξειδίκευση, οι γλώσσες, η πρακτική εμπειρία και η διεθνής κινητικότητα. Η ατομική στρατηγική είναι απολύτως ορθολογική: κάποιος αποκτά πρόσθετο credential επειδή οι ανταγωνιστές του το διαθέτουν. Το συλλογικό αποτέλεσμα όμως μπορεί να είναι συνεχής αύξηση του κόστους εισόδου σε θέσεις των οποίων η ίδια η κοινωνική σπανιότητα δεν μεταβλήθηκε αντίστοιχα. Η εκπαίδευση γίνεται τότε όχι μόνο όχημα δημιουργίας ανθρώπινου κεφαλαίου αλλά και μηχανισμός ανταγωνισμού για σχετικές κοινωνικές θέσεις.
Η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιχείρημα υπέρ της διατήρησης λίγων πτυχιούχων. Μέρος της παλαιότερης υψηλής αξίας του πανεπιστημιακού τίτλου προερχόταν ακριβώς από τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η περιορισμένη πρόσβαση προσέφερε στους εισερχομένους ένα rent σπανιότητας. Η μαζικοποίηση είναι σε σημαντικό βαθμό δημοκρατική επιτυχία επειδή αποσυνδέει την προηγμένη γνώση από μια μικρή κοινωνική ελίτ. Το γεγονός ότι η αποκλειστικότητα μειώνεται δεν είναι από μόνο του αποτυχία. Το πραγματικό ζήτημα είναι εάν η κοινωνία αντικαθιστά την παλαιά ανισότητα με μια νέα, περισσότερο σύνθετη εσωτερική ιεράρχηση των ίδιων των πτυχιούχων.
Εδώ η θεωρία της effectively maintained inequality προσφέρει πολύ ισχυρότερη εξήγηση από τη γενική συζήτηση περί «υποτίμησης». Όταν οι προνομιούχες οικογένειες δεν μπορούν πλέον να διατηρήσουν την υπεροχή τους απλώς εξασφαλίζοντας ότι τα παιδιά τους θα μπουν σε πανεπιστήμιο ενώ οι υπόλοιποι δεν θα μπουν, μπορούν να μεταφέρουν τον ανταγωνισμό προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πανεπιστημιακής διαδρομής: περισσότερο επιλεκτικό ίδρυμα, πρόγραμμα υψηλότερου κύρους, μεταπτυχιακό τίτλο, διεθνή εμπειρία ή εξειδίκευση μεγαλύτερης οικονομικής απόδοσης. Η σχετική θεωρία προβλέπει ακριβώς ότι όταν μειώνονται οι ποσοτικές εκπαιδευτικές ανισότητες, οι ποιοτικές διαφοροποιήσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία για τη διαγενεακή διατήρηση κοινωνικού πλεονεκτήματος.
Η μαζικοποίηση επομένως μπορεί να μετατρέπει το πανεπιστημιακό σύστημα από μηχανισμό εξωτερικής επιλογής σε μηχανισμό εσωτερικής διαστρωμάτωσης. Η κρίσιμη κοινωνική διαίρεση παύει σταδιακά να είναι μόνο «πτυχιούχος–μη πτυχιούχος» και γίνεται «ποιο πτυχίο, από πού, σε ποιο πεδίο, με ποιο δεύτερο τίτλο και με ποιο δίκτυο». Αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή η νέα ανισότητα είναι λιγότερο ορατή. Μια κοινωνία μπορεί να εμφανίζει θεαματική άνοδο της συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και να θεωρεί ότι έγινε ουσιαστικά περισσότερο αξιοκρατική, ενώ οι πιο αποδοτικές εκπαιδευτικές διαδρομές παραμένουν δυσανάλογα προσβάσιμες σε εκείνους που διαθέτουν οικονομικό, πληροφοριακό και κοινωνικό κεφάλαιο.
Το οικογενειακό εισόδημα λειτουργεί εδώ όχι μόνο πριν από την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο αλλά και μετά. Ο οικονομικά ισχυρότερος φοιτητής μπορεί να μετακινηθεί σε ακριβότερη πόλη ή χώρα, να δεχθεί μια πρακτική χαμηλής ή μηδενικής αμοιβής, να χρηματοδοτήσει μεταπτυχιακές σπουδές, να αφιερώσει περισσότερο χρόνο σε προετοιμασία για ανταγωνιστικές εξετάσεις ή να περιμένει μέχρι να βρει εργασία που ταιριάζει καλύτερα στην εκπαίδευσή του. Ο οικονομικά ασθενέστερος μπορεί να χρειάζεται να αποδεχθεί την πρώτη διαθέσιμη θέση. Έτσι, ακόμη και μεταξύ δύο ανθρώπων με τυπικά ισοδύναμο εκπαιδευτικό επίπεδο, η ικανότητα μετατροπής του πτυχίου σε επαγγελματικό κεφάλαιο είναι άνισα κατανεμημένη.
Η κοινωνική ισότητα στην εποχή της μαζικής ανώτατης εκπαίδευσης δεν μπορεί συνεπώς να μετράται μόνο από την πρόσβαση. Πρέπει να εξετάζονται η ποιότητα των ιδρυμάτων στα οποία καταλήγουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, η ολοκλήρωση σπουδών, τα πεδία σπουδών, η μεταπτυχιακή συνέχεια, η κινητικότητα και η επαγγελματική έκβαση. Η παγκόσμια εικόνα επιβεβαιώνει άλλωστε ότι η μαζικοποίηση και η ουσιαστική επιτυχία δεν είναι ταυτόσημες: ενώ η συμμετοχή αυξήθηκε θεαματικά, η UNESCO καταγράφει πολύ βραδύτερη βελτίωση στην ολοκλήρωση σπουδών και μεγάλες περιφερειακές ανισότητες πρόσβασης.
Το ίδιο ισχύει για την υπερειδίκευση. Είναι δελεαστικό να βλέπει κανείς τα υψηλά ποσοστά πτυχιούχων που εργάζονται σε θέσεις χαμηλότερης τυπικής ειδίκευσης ως άμεση απόδειξη ότι η κοινωνία «παράγει υπερβολικά πολλά πτυχία». Τα νεότερα ευρωπαϊκά δεδομένα όμως δείχνουν πόσο εξαρτημένο είναι το φαινόμενο από την εθνική οικονομική δομή: το 2025 η υπερειδίκευση έφθανε το 34,0% στην Ισπανία, το 31,4% στην Ελλάδα και το 27,5% στην Κύπρο, ενώ στο Λουξεμβούργο ήταν 6,5%. Εάν το πρόβλημα οφειλόταν απλώς στη μαζικοποίηση, τέτοιες αποκλίσεις μεταξύ οικονομιών μέσα στο ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο θα ήταν πολύ δυσκολότερο να εξηγηθούν.
Η υπερειδίκευση είναι επομένως και πρόβλημα παραγωγικής απορρόφησης. Μια οικονομία με πυκνό δίκτυο προηγμένων επιχειρήσεων, υψηλής έντασης υπηρεσίες, μεγάλα εταιρικά κέντρα, βιομηχανική έρευνα και ισχυρούς δημόσιους θεσμούς δημιουργεί περισσότερες εργασίες στις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί προηγμένη γνώση. Μια οικονομία κυριαρχούμενη από μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογικής έντασης και δραστηριότητες περιορισμένης παραγωγικότητας μπορεί να αυξάνει γρήγορα τον αριθμό των πτυχιούχων χωρίς να αυξάνει αναλόγως τη ζήτηση για το είδος εργασίας που μπορούν να εκτελέσουν. Το πρόβλημα τότε δεν είναι απλώς ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν προσαρμόστηκε στην οικονομία. Μπορεί να είναι ότι η οικονομία δεν αναβαθμίστηκε αρκετά ώστε να αξιοποιήσει το εκπαιδευτικό της σύστημα.
Η διάκριση είναι καθοριστική για τη δημόσια πολιτική. Μια χώρα που αντιδρά στην υπερειδίκευση μειώνοντας απλώς τον αριθμό των φοιτητών μπορεί να επιτύχει καλύτερη στατιστική αντιστοίχιση μεταξύ προσόντων και μιας οικονομίας χαμηλής παραγωγικότητας, χωρίς να έχει βελτιώσει ούτε την παραγωγικότητα ούτε το βιοτικό επίπεδο. Η αντίθετη στρατηγική είναι δυσκολότερη αλλά ουσιαστικότερη: να χρησιμοποιήσει το διαθέσιμο ανθρώπινο κεφάλαιο ως μέρος πολιτικής παραγωγικής αναβάθμισης, δημιουργώντας οργανώσεις, επενδύσεις και τεχνολογικά οικοσυστήματα που αυξάνουν τη ζήτηση για προηγμένες δεξιότητες.
Η αναντιστοιχία έχει και χρονική διάσταση. Το ότι ένας απόφοιτος βρίσκεται σε θέση χαμηλότερων τυπικών προσόντων δύο χρόνια μετά το πτυχίο δεν σημαίνει ότι η εκπαίδευσή του δεν θα έχει απόδοση στο σύνολο μιας σαραντάχρονης επαγγελματικής ζωής. Αντίστροφα, το ότι βρίσκει αμέσως μία θέση σχετική με το αντικείμενό του δεν αποδεικνύει ότι το πρόγραμμα τον προετοίμασε επαρκώς για τεχνολογικές μεταβολές που θα εμφανιστούν αργότερα. Η αποτίμηση πρέπει επομένως να διακρίνει την πρώτη τοποθέτηση, την εξέλιξη σταδιοδρομίας και την ικανότητα μετακίνησης μεταξύ επαγγελματικών καθεστώτων.
Εδώ βρίσκεται το όριο των πολιτικών που επιδιώκουν να συνδέσουν υπερβολικά στενά κάθε πανεπιστημιακό πρόγραμμα με μια σημερινή επαγγελματική ζήτηση. Το πανεπιστήμιο πράγματι οφείλει να γνωρίζει πού καταλήγουν οι απόφοιτοί του. Δεν πρέπει όμως να θεωρεί ότι η περιγραφή εργασίας του 2026 αποτελεί ασφαλή οδηγό για την επαγγελματική ζωή του 2046. Οι γνώσεις με μεγαλύτερη διάρκεια είναι συχνά εκείνες που βρίσκονται κάτω από τις τρέχουσες τεχνικές: μεθοδολογία, θεωρητική κατανόηση, αιτιώδης σκέψη, ποσοτική επάρκεια, επιστημονική κρίση, δυνατότητα εκμάθησης νέων εργαλείων. Η αντίθεση ανάμεσα σε «θεωρητική» και «χρήσιμη» γνώση είναι σε αυτό το σημείο παραπλανητική. Η βαθιά θεωρητική γνώση μπορεί να είναι ακριβώς ό,τι διατηρεί την επαγγελματική χρησιμότητα όταν οι τεχνικές αλλάζουν.
Η τεχνητή νοημοσύνη καθιστά αυτή τη λειτουργία ακόμη σημαντικότερη. Όταν τυποποιημένα κείμενα, κώδικας, παρουσιάσεις και αναλύσεις μπορούν να παράγονται όλο και ευκολότερα από μηχανικά συστήματα, η αγορά μπορεί να αποδίδει μικρότερη αξία στην απλή ικανότητα παραγωγής ενός συμβατικού output και μεγαλύτερη στην ικανότητα αξιολόγησης της ποιότητάς του, αναγνώρισης λανθασμένων παραδοχών, διατύπωσης προβλήματος και άσκησης κρίσης. Η ΤΝ επομένως δεν εξαφανίζει αναγκαστικά την αξία της ανώτατης εκπαίδευσης· μπορεί να αλλάζει ποιο μέρος της εκπαίδευσης δημιουργεί αξία.
Η ίδια τεχνολογία δημιουργεί κρίση και στο πληροφοριακό περιεχόμενο του ίδιου του πτυχίου. Αν ο τίτλος πιστοποιεί ότι ο φοιτητής ολοκλήρωσε εργασίες των οποίων η προσωπική του συνεισφορά δεν μπορεί πλέον να διαπιστωθεί αξιόπιστα, ο εργοδότης έχει ισχυρότερο κίνητρο να αναζητήσει πρόσθετους μηχανισμούς επιλογής. Η έκβαση μπορεί να μην είναι αποδυνάμωση του credentialism αλλά η περαιτέρω επέκτασή του: περισσότερες εξετάσεις, portfolios, internships, assessments και εξωτερικές πιστοποιήσεις. Η καλύτερη άμυνα του πτυχίου απέναντι στην υποτίμηση είναι επομένως η επαναφορά υψηλής αντιστοιχίας μεταξύ τίτλου και πραγματικής γνωστικής ικανότητας.
Το πρόβλημα έχει και ισχυρή γενεακή διάσταση. Η μεταπολεμική επέκταση του πανεπιστημίου συνέπεσε σε πολλές χώρες με οικονομική ανάπτυξη, επέκταση επαγγελμάτων μεσαίας τάξης, σχετικά προσιτή κατοικία και αύξηση του κοινωνικού κράτους. Ο τίτλος ενσωματώθηκε έτσι σε μια ευρύτερη ιστορική διαδρομή ανόδου. Η σημερινή γενιά μπορεί να αποκτά περισσότερο εκπαιδευτικό κεφάλαιο αλλά να εισέρχεται σε αγορά κατοικίας υψηλότερου κόστους, πιο επισφαλείς εργασιακές μεταβάσεις και μεγαλύτερη ανάγκη μεταπτυχιακής εξειδίκευσης. Η σύγκριση «πτυχίο τότε–πτυχίο σήμερα» δεν μπορεί συνεπώς να απομονωθεί από την αλλαγή του καθεστώτος συσσώρευσης περιουσίας και εργασιακής ασφάλειας.
Ακριβώς γι’ αυτό η δυσαρέσκεια ενός πτυχιούχου δεν αναιρείται απλώς με την υπενθύμιση ότι στατιστικά κερδίζει περισσότερο από έναν μη πτυχιούχο. Η κοινωνική προσδοκία είναι σχεσιακή. Αν χρειάζεται πολύ περισσότερη εκπαίδευση για να διατηρήσει την κοινωνική θέση της οικογένειας προέλευσής του, το πτυχίο λειτουργεί λιγότερο ως μηχανισμός ανόδου και περισσότερο ως ασφάλιση απέναντι στην κάθοδο. Η κοινωνιολογία της εκπαιδευτικής επιλογής έχει άλλωστε δείξει ότι οι οικογένειες συχνά δεν επιδιώκουν απλώς μεγιστοποίηση ανοδικής κινητικότητας αλλά αποφυγή υποχώρησης κάτω από τη θέση των γονέων.
Αυτή η λογική εξηγεί γιατί η εκπαιδευτική επέκταση μπορεί παράδοξα να αυξάνει το κοινωνικό άγχος γύρω από την εκπαίδευση. Όσο περισσότερο το πτυχίο γίνεται προϋπόθεση διατήρησης θέσης, τόσο δυσκολότερο είναι για μια οικογένεια να επιλέξει να μη συμμετάσχει στον αγώνα προσόντων. Η αυξανόμενη επένδυση σε εκπαίδευση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι όλοι περιμένουν τεράστια ανοδική απόδοση· μπορεί να σημαίνει ότι φοβούνται ακόμη μεγαλύτερη απώλεια αν δεν επενδύσουν.
Η διαδικασία αυτή καθιστά αναγκαία την ύπαρξη σοβαρών μη πανεπιστημιακών διαδρομών. Η κοινωνία που συμβολικά ταυτίζει την επιτυχία με το bachelor δημιουργεί από μόνη της πρόσθετη πίεση μαζικοποίησης ακόμη και σε περιπτώσεις όπου ποιοτική τεχνική ή επαγγελματική εκπαίδευση θα μπορούσε να προσφέρει καλύτερη αντιστοίχιση δεξιοτήτων και υψηλή παραγωγικότητα. Η λύση, όμως, δεν μπορεί να είναι ταξική διοχέτευση των λιγότερο προνομιούχων προς δεύτερης κατηγορίας επαγγελματική εκπαίδευση. Χρειάζεται πραγματική θεσμική ισοτιμία, υψηλή ποιότητα, δυνατότητα επανόδου στην πανεπιστημιακή διαδρομή και ισχυρές αποδόσεις στην αγορά εργασίας.
Η διεθνοποίηση αλλάζει ακόμη περισσότερο το πεδίο. Η παγκόσμια κινητικότητα φοιτητών αυξήθηκε από περίπου 2,1 εκατομμύρια το 2000 σε σχεδόν 7,3 εκατομμύρια το 2023, μολονότι αφορά ακόμη μόνο περίπου 3% του παγκόσμιου φοιτητικού πληθυσμού. Οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία, η Γερμανία, ο Καναδάς, η Ρωσία και η Γαλλία φιλοξενούν μαζί περίπου το ήμισυ των διεθνώς μετακινούμενων φοιτητών. Η πανεπιστημιακή ιεραρχία επομένως έχει ξεπεράσει το εθνικό επίπεδο: ορισμένα credentials αποκτούν μεγαλύτερη αξία επειδή είναι περισσότερο μετατρέψιμα μεταξύ εθνικών αγορών.
Η διεθνής μετατρεψιμότητα του πτυχίου αποτελεί σήμερα ιδιαίτερη μορφή κεφαλαίου. Απόφοιτος πανεπιστημίου του οποίου ο τίτλος αναγνωρίζεται διεθνώς και του οποίου το δίκτυο αποφοίτων εκτείνεται σε πολλαπλές οικονομίες έχει μεγαλύτερο σύνολο πιθανών επιλογών από κάποιον με τυπικά αντίστοιχο επίπεδο εκπαίδευσης αλλά περιορισμένη διεθνή αναγνωρισιμότητα. Η παγκοσμιοποίηση δεν καταργεί επομένως τις εκπαιδευτικές ιεραρχίες· μπορεί να τις μεταφέρει σε διακρατική κλίμακα.
Το ζήτημα αποκτά ευθέως γεωπολιτικό χαρακτήρα όταν μετακινηθούμε από την ατομική στην κρατική οπτική. Η μαζική ανώτατη εκπαίδευση μπορεί να δημιουργήσει τεράστιο απόθεμα ανθρώπινου κεφαλαίου, αλλά αυτό το απόθεμα είναι κινητό. Οι επιστήμονες, οι μηχανικοί, οι ιατροί και οι ειδικοί πληροφορικής μπορούν να μετακινούνται εκεί όπου βρίσκονται καλύτερες αμοιβές, εργαστήρια, υποδομές και επαγγελματικές δυνατότητες. Το κράτος δεν αρκεί να παράγει ανθρώπινο κεφάλαιο· πρέπει να δημιουργεί οικοσύστημα ικανό να το διατηρήσει, να το επαναπατρίσει ή να το αντικαταστήσει με διεθνή προσέλκυση.
Η διαρροή πτυχιούχων προς ισχυρότερες οικονομίες είναι γι’ αυτό κάτι περισσότερο από δημογραφική απώλεια. Αποτελεί μεταφορά μέρους της κοινωνικής απόδοσης της εκπαιδευτικής επένδυσης. Η χώρα προέλευσης χρηματοδοτεί σχολεία, πανεπιστήμια και μέρος της εκπαίδευσης· η χώρα υποδοχής παρέχει την επιχείρηση, το εργαστήριο ή την επαγγελματική δομή στην οποία η γνώση μετατρέπεται σε υψηλή παραγωγικότητα. Το αποτέλεσμα δεν είναι αναγκαστικά μηδενικού αθροίσματος —υπάρχουν διασπορές, επιστροφές, δίκτυα και μεταφορά γνώσης— αλλά η διαφορά μεταξύ brain drain και brain circulation εξαρτάται ακριβώς από την ικανότητα του κράτους προέλευσης να διατηρεί ενεργούς δεσμούς και διαδρομές επιστροφής.
Στις τεχνολογίες στρατηγικής σημασίας, ο αριθμός και η ποιότητα των πτυχιούχων αποκτούν επομένως χαρακτήρα εθνικής ισχύος. Δεν υπάρχει μεγάλης κλίμακας οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης χωρίς μηχανικούς και ερευνητές, βιοτεχνολογική ισχύς χωρίς βιοεπιστήμονες, αμυντική βιομηχανική αυτονομία χωρίς μηχανικούς και τεχνικούς ούτε αποτελεσματική οικονομική διοίκηση χωρίς υψηλής ποιότητας αναλυτικό προσωπικό. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι έτσι μία από τις υποδομές μέσω των οποίων ο πληθυσμός μετατρέπεται σε χρησιμοποιήσιμη γνωστική ισχύ.
Αλλά ακριβώς εδώ αποκαλύπτεται το όριο του αριθμητικού φετιχισμού. Το κράτος δεν γίνεται τεχνολογικά ισχυρό επειδή αυξάνει απλώς το ποσοστό πτυχιούχων. Χρειάζεται ερευνητική χρηματοδότηση, επιχειρήσεις υψηλής παραγωγικότητας, δυνατότητα scaling, διοικητική ποιότητα, κεφαλαιαγορές και υποδομές. Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει μεγάλη απόδοση μόνο όταν συμπληρώνεται από άλλες μορφές κεφαλαίου και θεσμικής ικανότητας. Η εκπαίδευση αποτελεί αναγκαίο αλλά όχι αυτάρκες συστατικό της οικονομίας της γνώσης.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, όπου η πολιτική δεξιοτήτων συνδέεται πλέον πολύ στενότερα με την ανταγωνιστικότητα, την τεχνολογική βάση και την προσέλκυση ταλέντου. Ταυτόχρονα, όμως, το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσους υψηλά εκπαιδευμένους ανθρώπους διαθέτει συνολικά η Ένωση αλλά πού βρίσκονται, σε ποιες οικονομίες χρησιμοποιούνται και αν η ελεύθερη κινητικότητα καταλήγει σε συνεχή συγκέντρωση ανθρώπινου κεφαλαίου στα ήδη ισχυρότερα κέντρα.
Από αυτή την άποψη, η μαζικοποίηση έχει αλλάξει το πτυχίο σε κάτι πολύ πιο σύνθετο από «εισιτήριο μεσαίας τάξης». Έχει γίνει πολυεπίπεδο και άνισα μετατρέψιμο κοινωνικό κεφάλαιο. Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στο credential, αλλά στην αλληλεπίδραση πραγματικής γνώσης, φήμης ιδρύματος, πεδίου σπουδών, κοινωνικού δικτύου, οικονομικής δομής, γεωγραφικής κινητικότητας και δυνατότητας συνεχούς αναβάθμισης.
Η ορθή δημόσια πολιτική επομένως δεν πρέπει ούτε να περιορίσει την πανεπιστημιακή πρόσβαση για να «ξανακάνει το πτυχίο σπάνιο» ούτε να θεωρήσει ότι κάθε αύξηση του αριθμού πτυχιούχων αποτελεί αυτομάτως πρόοδο. Το πρώτο προστατεύει κοινωνικά rents μέσω αποκλεισμού· το δεύτερο συγχέει τον τίτλο με τη γνώση. Χρειάζεται μαζική πρόσβαση που να συνοδεύεται από αυστηρή ποιότητα, πραγματικές εναλλακτικές μεταδευτεροβάθμιες διαδρομές, συστηματική παρακολούθηση επαγγελματικών αποτελεσμάτων και, πάνω απ’ όλα, οικονομική πολιτική ικανή να αυξάνει τη ζήτηση για πραγματικά σύνθετη εργασία.
Το βαθύτερο συμπέρασμα είναι επομένως ότι η μαζικοποίηση δεν κατέστρεψε το πτυχίο. Κατέστρεψε σταδιακά τη δυνατότητα να ταυτίζεται το πτυχίο με μια αυτονόητη κοινωνική θέση. Σε ένα ελιτίστικο σύστημα, μεγάλο μέρος της αξίας προερχόταν από το ποιος αποκλειόταν. Σε ένα ώριμο μαζικό σύστημα, η νομιμοποίηση του τίτλου πρέπει να προέρχεται πολύ περισσότερο από το τι πραγματικά γνωρίζει ο κάτοχος και από το αν η κοινωνία διαθέτει θεσμούς ικανούς να χρησιμοποιούν αυτή τη γνώση.
Η μεγάλη μετάβαση, συνεπώς, δεν είναι από το «πολύτιμο» στο «άχρηστο» πτυχίο. Είναι από την αξία της σπανιότητας στην αξία της πραγματικής γνωστικής ικανότητας και της κοινωνικής μετατρεψιμότητάς της. Και η επιτυχία της μαζικής ανώτατης εκπαίδευσης θα κριθεί ακριβώς εκεί: όχι από το πόσοι μπορούν να επιδεικνύουν έναν τίτλο, αλλά από το πόσοι μπορούν να μετατρέψουν την προηγμένη γνώση σε παραγωγική αυτονομία, κοινωνική κινητικότητα και συλλογική ικανότητα.
Πρόσφατα σχόλια