Η πρωθυπουργία του Άντι Μπέρναμ αρχίζει μπροστά σε μια αντίφαση η οποία έχει καθορίσει την τύχη σχεδόν κάθε  κυβέρνησης: η πολιτική αλλαγή είναι περισσότερο αναγκαία ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται δυσκολότερη η χρηματοδότησή της. Η υποχώρηση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών, η στεγαστική κρίση, το υψηλό κόστος ενέργειας, η αδυναμία του συστήματος κοινωνικής φροντίδας, η στασιμότητα της παραγωγικότητας και οι βαθιές περιφερειακές ανισότητες δημιουργούν ισχυρό κοινωνικό αίτημα για μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση. Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος βρίσκεται κοντά στο μέγεθος της ετήσιας οικονομικής παραγωγής, το κόστος εξυπηρέτησής του είναι υψηλό, οι αμυντικές και δημογραφικές πιέσεις αυξάνονται και η βρετανική οικονομία δεν διαθέτει ρυθμούς μεγέθυνσης ικανούς να απορροφούν εύκολα νέα δημοσιονομικά βάρη. Η νέα κυβέρνηση δεν καλείται, επομένως, να επιλέξει απλώς ανάμεσα σε λιτότητα και δαπάνη. Καλείται να αποδείξει ότι η κοινωνική προστασία, η δημόσια επένδυση και η δημοσιονομική σταθερότητα μπορούν να αποτελέσουν οργανικά μέρη μιας ενιαίας στρατηγικής.

Η κατάσταση των βρετανικών δημόσιων οικονομικών δεν συνιστά άμεση κρίση κρατικής φερεγγυότητας. Το Ηνωμένο Βασίλειο εκδίδει χρέος στο εθνικό του νόμισμα, διαθέτει ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, βαθιές χρηματοπιστωτικές αγορές και μεγάλη φορολογική βάση. Δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με ένα κράτος που δανείζεται σε νόμισμα το οποίο δεν ελέγχει ή εξαρτάται από εξωτερικό μηχανισμό χρηματοδότησης. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται απεριόριστη δημοσιονομική ελευθερία. Η νομισματική κυριαρχία δεν καταργεί τον πληθωρισμό, το κόστος δανεισμού, την ισοτιμία της στερλίνας ή την πιθανότητα οι επενδυτές να απαιτήσουν υψηλότερη απόδοση προκειμένου να διακρατούν βρετανικά ομόλογα. Το κράτος δεν κινδυνεύει απλώς να «ξεμείνει από χρήματα». Κινδυνεύει να πληρώνει τόσο ακριβά για τον δανεισμό του, ώστε ένα αυξανόμενο μέρος των φορολογικών εσόδων να δεσμεύεται για τόκους αντί για κοινωνική πολιτική και επενδύσεις.

Τα στοιχεία του Office for Budget Responsibility αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή την ευπάθεια. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 94,3% του ΑΕΠ το 2025–26 σε 96,3% το 2028–29, πριν υποχωρήσει ελαφρά. Η δαπάνη για τόκους προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου 110 δισ. λίρες το 2025–26 σε 137 δισ. μέχρι το 2030–31, παραμένοντας σχεδόν διπλάσια, ως ποσοστό του ΑΕΠ, από τον μέσο όρο της δεκαετίας πριν από την πανδημία. Παράλληλα, ο δανεισμός παρέμεινε κοντά στο 5% του ΑΕΠ επί τέσσερα έτη, ενώ το κόστος χρηματοδότησης της Βρετανίας συγκαταλέγεται στα υψηλότερα μεταξύ των προηγμένων οικονομιών. Αυτά τα δεδομένα δεν απαγορεύουν την επέκταση της δημόσιας δράσης, αλλά επιβάλλουν υψηλότερο επίπεδο σχεδιασμού, αξιολόγησης και προτεραιοποίησης.

Η δημοσιονομική αξιοπιστία, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να οριστεί ως η διαρκής προσπάθεια ικανοποίησης των βραχυπρόθεσμων προτιμήσεων της αγοράς ομολόγων. Ένας τέτοιος ορισμός θα καθιστούσε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση παθητικό διαχειριστή των διαθέσεων των επενδυτών. Η ουσιαστική αξιοπιστία είναι ευρύτερη. Αφορά την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση γνωρίζει το πραγματικό κόστος των επιλογών της, μπορεί να χρηματοδοτήσει τις μόνιμες δεσμεύσεις της, δεν μεταβάλλει διαρκώς τους κανόνες, δεν αποκρύπτει υποχρεώσεις εκτός προϋπολογισμού και διαθέτει διοικητικούς μηχανισμούς ικανούς να μετατρέψουν τις δαπάνες σε αποτελέσματα. Η αγορά, οι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και οι δημόσιοι θεσμοί δεν χρειάζονται αναγκαστικά μικρότερο κράτος. Χρειάζονται κράτος του οποίου οι δεσμεύσεις είναι κατανοητές, κοστολογημένες και χρονικά συνεπείς.

Το πρώτο κυβερνητικό στίγμα του Μπέρναμ κινείται συνειδητά προς την επίδειξη άμεσης κοινωνικής αποτελεσματικότητας. Η ανακοίνωση πρόσθετης χρηματοδότησης ύψους 340 εκατ. λιρών για την αντιμετώπιση της αστεγίας και η εξαγγελθείσα κατάργηση του ΦΠΑ στους οικιακούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος από την 1η Οκτωβρίου έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποδείξουν ότι η κυβερνητική αλλαγή παράγει γρήγορα, απτά αποτελέσματα. Η ενεργειακή παρέμβαση παρουσιάστηκε ως χρηματοδοτούμενη από την ακύρωση του προγράμματος ψηφιακής ταυτότητας, το κόστος του οποίου είχε υπολογιστεί σε 1,8 δισ. λίρες. Πρόκειται για κινήσεις με μεγάλη επικοινωνιακή αξία, επειδή συνδέουν την εξοικονόμηση από ένα εγκαταλειπόμενο πρόγραμμα με άμεση μείωση του κόστους ζωής.

Η επιλογή αυτή ενσωματώνει μια πολιτικά εύστοχη αλλά δημοσιονομικά περιορισμένη αρχή: κάθε νέα παροχή πρέπει να συνοδεύεται από ορατή πηγή χρηματοδότησης. Ωστόσο, η ακύρωση ενός προγράμματος μπορεί να χρηματοδοτήσει μια παρέμβαση μόνο στον βαθμό που οι προβλεπόμενες δαπάνες είχαν πράγματι εγγραφεί, δεν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και η εξοικονόμηση δεν είναι εφάπαξ ενώ η νέα υποχρέωση είναι μόνιμη. Η κατάργηση του ΦΠΑ στην ηλεκτρική ενέργεια μειώνει επαναλαμβανόμενα φορολογικά έσοδα. Η εγκατάλειψη ενός επενδυτικού ή διοικητικού προγράμματος παράγει κυρίως πεπερασμένη εξοικονόμηση. Εάν η φορολογική ελάφρυνση διατηρηθεί επ’ αόριστον, θα χρειαστεί σταθερότερη δημοσιονομική βάση από την απλή ακύρωση μιας προηγούμενης δαπάνης. Το σημείο αυτό αποτελεί την πρώτη μικρή εκδοχή του ευρύτερου προβλήματος της κυβέρνησης: οι δημοφιλείς άμεσες παρεμβάσεις πρέπει να εντάσσονται σε πολυετή δημοσιονομική αρχιτεκτονική και όχι να παρουσιάζονται ως αυτοτελή λογιστικά ισοδύναμα.

Η κοινωνική αποτελεσματικότητα δεν μπορεί, άλλωστε, να μετρηθεί μόνο από το ύψος της πρώτης ελάφρυνσης. Η κατάργηση του ΦΠΑ στην ηλεκτρική ενέργεια είναι αναλογική ως προς την κατανάλωση και όχι ως προς την ανάγκη. Ωφελεί όλα τα νοικοκυριά που πληρώνουν λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν υψηλά εισοδήματα και μεγαλύτερες κατοικίες. Μπορεί να προσφέρει ευρεία πολιτική αναγνώριση και απλή εφαρμογή, αλλά δεν είναι αναγκαστικά η αποτελεσματικότερη χρήση κάθε διαθέσιμης λίρας για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Μια περισσότερο στοχευμένη παρέμβαση θα προσέφερε μεγαλύτερη ελάφρυνση στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά θα είχε υψηλότερο διοικητικό κόστος, κινδύνους μη συμμετοχής δικαιούχων και μικρότερη πολιτική καθολικότητα. Η κυβέρνηση θα βρεθεί επανειλημμένα μπροστά σε αυτή τη σύγκρουση: καθολικά μέτρα με ευρεία νομιμοποίηση και απλή εφαρμογή ή στοχευμένες πολιτικές μεγαλύτερης αναδιανεμητικής ακρίβειας.

Η βαθύτερη δημοσιονομική στρατηγική πρέπει να διακρίνει τουλάχιστον τρεις κατηγορίες κρατικής παρέμβασης. Η πρώτη περιλαμβάνει την άμεση ανακούφιση: επιδοτήσεις, φορολογικές μειώσεις και μεταβιβάσεις που προστατεύουν το πραγματικό εισόδημα. Η δεύτερη αφορά τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών: περισσότερους γιατρούς, εργαζομένους κοινωνικής φροντίδας, εκπαιδευτικούς και τοπικές υπηρεσίες. Η τρίτη περιλαμβάνει τις παραγωγικές επενδύσεις σε κατοικία, ενέργεια, μεταφορές, ψηφιακές υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο. Οι τρεις κατηγορίες έχουν διαφορετικό οικονομικό αποτέλεσμα και απαιτούν διαφορετική χρηματοδότηση. Η πρώτη αποτρέπει την κοινωνική επιδείνωση, αλλά δεν αυξάνει αναγκαστικά τη μακροχρόνια παραγωγική ικανότητα. Η δεύτερη αποτελεί κυρίως μόνιμη τρέχουσα δαπάνη, μολονότι μπορεί να αυξήσει την εργασιακή συμμετοχή και να μειώσει άλλες δαπάνες. Η τρίτη μπορεί να χρηματοδοτείται εν μέρει με δανεισμό, εφόσον δημιουργεί περιουσιακά στοιχεία και μελλοντική οικονομική απόδοση.

Η διάκριση ανάμεσα στην κατανάλωση και στην επένδυση δεν είναι, ωστόσο, τόσο καθαρή όσο υπονοούν οι λογιστικοί πίνακες. Η δαπάνη για έναν σιδηρόδρομο καταγράφεται ως κεφαλαιουχική επένδυση, ενώ η δαπάνη για την εκπαίδευση ενός νοσηλευτή εμφανίζεται ως τρέχουσα. Ο πρώτος δημιουργεί υλικό περιουσιακό στοιχείο, ο δεύτερος ανθρώπινη ικανότητα χωρίς την οποία το νοσοκομείο δεν μπορεί να λειτουργήσει. Η πρόληψη της αστεγίας, για παράδειγμα, μπορεί να μειώσει σημαντικά το μελλοντικό κόστος επείγουσας υγειονομικής φροντίδας, αστυνόμευσης και προσωρινής στέγασης. Η ίδια η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ετήσιο κοινωνικό κόστος ενός ανθρώπου που κοιμάται στον δρόμο είναι πολλαπλάσιο του κόστους μιας επιτυχούς προληπτικής παρέμβασης. Εάν η σχέση επαληθεύεται στην πράξη, μια τρέχουσα κοινωνική δαπάνη μπορεί να αποτελεί δημοσιονομικά αποδοτική επένδυση στην πρόληψη.

Η κυβέρνηση Μπέρναμ χρειάζεται, συνεπώς, μια ευρύτερη έννοια της αναπτυξιακής αξιοπιστίας. Το δημοσιονομικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο αυξάνεται το έλλειμμα κατά το πρώτο έτος, αλλά πώς επηρεάζεται η ικανότητα της οικονομίας να παράγει εισόδημα και φορολογικά έσοδα σε πέντε ή δέκα χρόνια. Η υποεπένδυση μπορεί να είναι εξίσου ανεύθυνη με την ανεξέλεγκτη δαπάνη. Ένα ανεπαρκές δίκτυο μεταφορών περιορίζει την ακτίνα μέσα στην οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να αναζητήσουν εργασία. Η στεγαστική έλλειψη εμποδίζει τη μετακίνηση προς παραγωγικότερες περιοχές και απορροφά ένα δυσανάλογο μέρος των μισθών. Η κακή υγεία μειώνει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Οι υψηλές ενεργειακές τιμές περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μη δαπάνη σήμερα μπορεί να δημιουργήσει υψηλότερο δημοσιονομικό και παραγωγικό κόστος αύριο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε υποδομή ή κοινωνικό πρόγραμμα αυτοχρηματοδοτείται μέσω ανάπτυξης. Η πολιτική ρητορική συχνά βαφτίζει όλες τις δαπάνες «επενδύσεις» και υποθέτει ότι τα μελλοντικά οφέλη θα καλύψουν το κόστος. Στην πραγματικότητα, τα έργα μπορούν να καθυστερήσουν, να υπερβούν τον προϋπολογισμό, να επιλεγούν με κομματικά κριτήρια ή να δημιουργήσουν χαμηλότερη απόδοση από την προβλεπόμενη. Η αναπτυξιακή στρατηγική χρειάζεται αυστηρό μηχανισμό επιλογής, ανεξάρτητη αξιολόγηση και δημοσίευση εναλλακτικών σεναρίων. Το κράτος πρέπει να εξηγεί όχι μόνο γιατί ένα έργο είναι χρήσιμο, αλλά γιατί αποτελεί καλύτερη χρήση των πόρων από άλλες διαθέσιμες επιλογές.

Η κοινωνική κατοικία προσφέρει χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κατασκευή δημοτικών κατοικιών απαιτεί σημαντικό αρχικό κεφάλαιο, αλλά δημιουργεί δημόσιο περιουσιακό στοιχείο, μειώνει τις δαπάνες για προσωρινή στέγαση, μπορεί να περιορίσει τις επιδοτήσεις προς ιδιώτες εκμισθωτές και αυξάνει την ασφάλεια των νοικοκυριών. Η οικονομική της απόδοση εξαρτάται, όμως, από το κόστος της γης, τη θέση των κατοικιών, τη σύνδεσή τους με μεταφορές και εργασία, τη διαχείριση των ενοικίων και τη διατήρηση του δημόσιου αποθέματος. Η απλή ανακοίνωση υψηλού αριθμού νέων κατοικιών δεν αποτελεί οικονομική στρατηγική. Χρειάζεται ταυτόχρονα πολεοδομική μεταρρύθμιση, χρηματοδοτική ικανότητα των δήμων, εργατικό δυναμικό κατασκευών και μακροχρόνιο σύστημα συντήρησης.

Το ίδιο ισχύει για την αναβιομηχάνιση. Μια σοβαρή παραγωγική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιδοτήσεις επιχειρήσεων ή σε ρητορική επιστροφής ενός εξιδανικευμένου βιομηχανικού παρελθόντος. Η σύγχρονη βιομηχανική ισχύς συγκροτείται μέσα από χαμηλό και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος, τεχνική εκπαίδευση, έρευνα, αυτοματισμό, εφοδιαστικές αλυσίδες, δημόσιες προμήθειες και πρόσβαση σε μεγάλες αγορές. Η κυβέρνηση οφείλει να προσδιορίσει σε ποιους κλάδους διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, ποιοι μπορούν να δημιουργήσουν εξαγωγές και καλά αμειβόμενη εργασία και ποια υποστήριξη πρέπει να είναι προσωρινή και υπό όρους. Διαφορετικά, η βιομηχανική πολιτική μπορεί να μετατραπεί σε δαπανηρή προστασία επιχειρήσεων που δεν έχουν κίνητρο να γίνουν παραγωγικότερες.

Η αξιοπιστία εξαρτάται επίσης από την πλευρά των εσόδων. Μια κυβέρνηση που επιθυμεί μόνιμα ισχυρότερες δημόσιες υπηρεσίες δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε ταχύτερη ανάπτυξη, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ή σε αόριστες «εξοικονομήσεις». Η ανάπτυξη είναι αβέβαιη, η βελτίωση της συμμόρφωσης απαιτεί χρόνο και οι εύκολες διοικητικές οικονομίες είναι συνήθως μικρότερες από τις πολιτικές υποσχέσεις. Εάν η κυβέρνηση δεσμεύεται σε μόνιμες αυξήσεις δαπανών, θα πρέπει αργά ή γρήγορα να διευρύνει ή να αναδιαρθρώσει τη φορολογική βάση. Το πολιτικό της πρόβλημα δεν είναι μόνο να βρει έσοδα, αλλά να εξηγήσει ποια κατανομή βαρών θεωρεί δίκαιη.

Εδώ αναδεικνύεται η κεντρική αντίφαση των σύγχρονων κεντροαριστερών προγραμμάτων. Οι πολίτες επιθυμούν καλύτερη υγεία, φροντίδα, κατοικία, συγκοινωνίες και κοινωνική ασφάλεια, αλλά η υποστήριξη μειώνεται όταν η συζήτηση φθάνει στη συγκεκριμένη φορολογική χρηματοδότηση. Η κυβέρνηση Μπέρναμ μπορεί να επιλέξει μεγαλύτερη φορολόγηση του πλούτου, της γης, των κεφαλαιακών κερδών ή των οικονομικών προσόδων. Οι βάσεις αυτές είναι συχνά οικονομικά λιγότερο επιβαρυντικές για την εργασία από την αύξηση των φόρων μισθωτών. Παρουσιάζουν, όμως, προβλήματα αποτίμησης, μετακίνησης κεφαλαίων, φορολογικού σχεδιασμού και ισχυρής πολιτικής αντίστασης. Μια αξιόπιστη μεταρρύθμιση απαιτεί σαφείς κανόνες, μεταβατικές περιόδους και προστασία περιπτώσεων όπου η υψηλή περιουσιακή αξία δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ρευστότητα.

Η δημοσιονομική αποκέντρωση, κεντρική στην πολιτική ταυτότητα του Μπέρναμ, προσθέτει ένα ακόμη στρώμα πολυπλοκότητας. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς φορολογική δύναμη μετατρέπει τους τοπικούς θεσμούς σε διαχειριστές αποφάσεων που έχουν ληφθεί στο κέντρο. Η μεταφορά, όμως, μεγάλης φορολογικής αυτονομίας χωρίς εθνικό σύστημα εξισορρόπησης μπορεί να διευρύνει τις γεωγραφικές ανισότητες: οι πλουσιότερες περιοχές θα χρηματοδοτούν υψηλότερης ποιότητας υπηρεσίες, ενώ οι φτωχότερες θα διαθέτουν μεγαλύτερες ανάγκες και μικρότερη βάση εσόδων. Η αποκέντρωση πρέπει, επομένως, να συνδυάζει τοπική ευχέρεια με εθνική αλληλεγγύη. Το κέντρο θα πρέπει να εγγυάται ελάχιστα επίπεδα υπηρεσιών και να αναδιανέμει πόρους, ενώ οι περιφερειακές αρχές θα αποφασίζουν πώς θα τους χρησιμοποιούν σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες.

Η κυβερνητική στρατηγική πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τη χρονική ασυμμετρία της πολιτικής. Η φορολογική επιβάρυνση και το κόστος μιας μεταρρύθμισης γίνονται αισθητά άμεσα, ενώ η απόδοση των επενδύσεων εμφανίζεται μετά από χρόνια. Οι σιδηρόδρομοι, οι κατοικίες, τα ενεργειακά δίκτυα και η κατάρτιση χρειάζονται περισσότερο χρόνο από έναν εκλογικό κύκλο. Μια κυβέρνηση που φοβάται τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές απώλειες κινδυνεύει να προτιμά επιδοτήσεις γρήγορης απόδοσης από έργα βαθύτερου μετασχηματισμού. Η πρόθεση του Μπέρναμ να διαμορφώσει δεκαετές σχέδιο έχει νόημα μόνο εάν το σχέδιο αποκτήσει θεσμικά ορόσημα, πολυετή χρηματοδότηση και μηχανισμούς ανεξάρτητης παρακολούθησης, ώστε να μην αποτελεί κατάλογο στόχων χωρίς δεσμευτική ακολουθία εφαρμογής. Η πρώτη του ομιλία συνέδεσε ρητά την άμεση κοινωνική δράση με την ανάγκη βαθύτερης αναμόρφωσης του κράτους και της οικονομίας, αλλά το πλήρες πρόγραμμα δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί.

Η διατήρηση των δημοσιονομικών κανόνων μπορεί να προσφέρει ένα πλαίσιο αυτοδέσμευσης, αλλά οι κανόνες δεν είναι υποκατάστατο στρατηγικής. Το ισχύον πλαίσιο επικεντρώνεται στο ισοζύγιο του τρέχοντος προϋπολογισμού και στην πορεία των καθαρών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων του Δημοσίου. Η χρήση ευρύτερου δείκτη ισολογισμού επιτρέπει, θεωρητικά, να αναγνωρίζονται καλύτερα τα περιουσιακά στοιχεία που δημιουργεί η επένδυση. Δεν καταργεί, όμως, την ανάγκη να χρηματοδοτείται ο δανεισμός στην αγορά ούτε εγγυάται ότι κάθε περιουσιακό στοιχείο θα έχει αξία ίση με το κόστος του. Επιπλέον, το OBR θα αξιολογεί πλέον την επίδοση έναντι των κανόνων μία φορά τον χρόνο, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, ενώ η ανοιξιάτικη πρόβλεψη λειτουργεί ως ενδιάμεση ενημέρωση. Η μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των επίσημων αξιολογήσεων προσφέρει στην κυβέρνηση χρόνο σχεδιασμού, αλλά αυξάνει την ευθύνη της να μην χρησιμοποιεί το διάστημα αυτό για μη ελεγμένες δεσμεύσεις.

Οι κανόνες, άλλωστε, κρίνονται από την ανθεκτικότητά τους στις αναθεωρήσεις. Το OBR επισημαίνει ότι οι μεταβολές των οικονομικών προβλέψεων μπορούν να είναι πολύ μεγαλύτερες από το διαθέσιμο περιθώριο συμμόρφωσης. Η πιθανότητα επίτευξης του βασικού κανόνα στην προηγούμενη αξιολόγηση εκτιμήθηκε μόλις στο 59%, παρά το θετικό περιθώριο του κεντρικού σεναρίου. Ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα που συμμορφώνεται μόνο εφόσον η ανάπτυξη, τα επιτόκια και ο πληθωρισμός κινηθούν ακριβώς όπως προβλέπεται δεν είναι ουσιαστικά αξιόπιστο. Η κυβέρνηση χρειάζεται πραγματικό απόθεμα ασφάλειας, όχι απλώς αριθμητική υπέρβαση του στόχου κατά την ημέρα της πρόβλεψης.

Η ανάγκη αποθέματος γίνεται μεγαλύτερη εξαιτίας των αλληλεπικαλυπτόμενων κινδύνων. Οι αμυντικές δαπάνες ενδέχεται να αυξηθούν, η γήρανση του πληθυσμού θα επιβαρύνει την υγεία, τη φροντίδα και τις συντάξεις, ενώ οι κλιματικές και ενεργειακές κρίσεις μπορεί να απαιτήσουν έκτακτες παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα, η δαπάνη τόκων είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στον πληθωρισμό και στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Η αύξησή της από 110 σε 137 δισ. λίρες στη βασική πρόβλεψη δεν αποτελεί απλώς λογιστική λεπτομέρεια. Περιορίζει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο περισσότερο από πολλά μεγάλα υπουργικά προγράμματα μαζί. Η μείωση του κινδύνου χρηματοδότησης πρέπει, συνεπώς, να θεωρείται κοινωνική προτεραιότητα, διότι κάθε επιπλέον δισεκατομμύριο τόκων είναι δισεκατομμύριο που δεν κατευθύνεται σε κατοικία, υγεία ή υποδομές.

Η κυβέρνηση δεν πρέπει, όμως, να επιτρέψει στις αγορές να αποκτήσουν δικαίωμα ουσιαστικού βέτο πάνω στο περιεχόμενο της δημοκρατικής πολιτικής. Οι αγορές τιμολογούν κίνδυνο, αλλά δεν καθορίζουν τι αποτελεί δίκαιη κοινωνία, ποιο επίπεδο αστεγίας είναι αποδεκτό ή ποια περιφέρεια δικαιούται δημόσια επένδυση. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να θέτει τους στόχους και να πείθει ότι μπορεί να τους χρηματοδοτήσει. Η σωστή σχέση δεν είναι υποταγή ούτε αδιαφορία. Είναι θεσμική διαπραγμάτευση: η κυβέρνηση διατηρεί το δικαίωμα αλλαγής των προτεραιοτήτων, ενώ αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρουσιάζει ακριβές κόστος, σταθερή χρηματοδότηση και πειστική οικονομική λογική.

Η εμπιστοσύνη των αγορών και η εμπιστοσύνη της κοινωνίας δεν είναι, τελικά, ανεξάρτητες. Μια κυβέρνηση που εφαρμόζει αυστηρή δημοσιονομική συστολή αλλά αφήνει τις υπηρεσίες να καταρρεύσουν μπορεί να χάσει τη λαϊκή νομιμοποίηση, να ενισχύσει αντισυστημικές δυνάμεις και να δημιουργήσει πολιτική αστάθεια. Η αστάθεια αυτή αποτελεί και οικονομικό κίνδυνο. Αντίστροφα, μια κυβέρνηση που ικανοποιεί κάθε άμεσο αίτημα χωρίς ιεράρχηση μπορεί να προκαλέσει άνοδο του κόστους δανεισμού, πληθωριστικές πιέσεις και αναγκαστικές μεταγενέστερες περικοπές. Η βιώσιμη πολιτική οικονομία απαιτεί διπλή αξιοπιστία: προς τους πολίτες ότι η αλλαγή είναι πραγματική και προς τους χρηματοδότες ότι η αλλαγή είναι διατηρήσιμη.

Ο Μπέρναμ μπορεί να επιτύχει και τα δύο μόνο εφόσον τηρήσει μια αυστηρή ακολουθία. Πρώτον, να διαχωρίσει την προσωρινή ανακούφιση από τις μόνιμες δεσμεύσεις. Δεύτερον, να χρηματοδοτήσει τις μόνιμες κοινωνικές υπηρεσίες με σταθερά έσοδα και όχι με εφάπαξ εξοικονομήσεις. Τρίτον, να προστατεύσει τον δανεισμό για επενδύσεις υψηλής κοινωνικής και παραγωγικής απόδοσης, υποβάλλοντάς τες σε ανεξάρτητη αξιολόγηση. Τέταρτον, να δημιουργήσει ουσιαστικό δημοσιονομικό απόθεμα απέναντι στις αναθεωρήσεις και στις κρίσεις. Πέμπτον, να συνδέσει την αποκέντρωση με σταθερή χρηματοδότηση και αναδιανεμητικό μηχανισμό. Έκτον, να εξηγήσει με πολιτική ειλικρίνεια ότι καλύτερες υπηρεσίες δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν μόνιμα χωρίς επιλογές στο φορολογικό και δαπανητικό πεδίο.

Η μεγαλύτερη απειλή για το σχέδιό του δεν είναι αναγκαστικά η υπερβολική φιλοδοξία. Είναι ο κατακερματισμός της φιλοδοξίας σε αποσπασματικές παρεμβάσεις: μια φορολογική μείωση εδώ, μια επιδότηση εκεί, ένα φιλόδοξο έργο χωρίς διοικητική ικανότητα και μια κοινωνική δέσμευση χωρίς σταθερή χρηματοδότηση. Ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να είναι πολιτικά δημοφιλές στην αρχή, αλλά δεν μεταβάλλει το παραγωγικό υπόδειγμα και συσσωρεύει μελλοντικές υποχρεώσεις. Η ουσιαστική αλλαγή απαιτεί λιγότερες, σαφέστερες προτεραιότητες, επαρκή διάρκεια και θεσμούς εφαρμογής.

Η δημοσιονομική αξιοπιστία και η πολιτική αλλαγή δεν είναι, επομένως, εκ φύσεως αντίθετες. Γίνονται αντίθετες όταν η αξιοπιστία ορίζεται ως ακινησία ή όταν η αλλαγή συγχέεται με την απλή αύξηση της δαπάνης. Μια κυβέρνηση μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της επενδύοντας σε υποδομές που αυξάνουν την παραγωγικότητα, σε κατοικία που μειώνει μακροχρόνιες κοινωνικές δαπάνες και σε υγεία που επαναφέρει ανθρώπους στην εργασία. Μπορεί επίσης να καταστρέψει την αξιοπιστία της χρηματοδοτώντας μόνιμες παροχές με προσωρινά έσοδα, υπερεκτιμώντας την ανάπτυξη ή αποκρύπτοντας τις πραγματικές ανταλλαγές.

Το τελικό κριτήριο της Burnhamomics δεν θα είναι αν η νέα κυβέρνηση θεωρείται «φιλοαγοραία» ή «κρατικιστική». Θα είναι αν κατορθώσει να μετατρέψει τον δημόσιο προϋπολογισμό από μηχανισμό διαχείρισης διαρκών ελλείψεων σε εργαλείο παραγωγικού μετασχηματισμού. Εφόσον οι επενδύσεις αυξήσουν την παραγωγική ικανότητα, οι υπηρεσίες ενισχύσουν την κοινωνική συμμετοχή και η φορολογία εξασφαλίσει σταθερά έσοδα με δίκαιη κατανομή, η πολιτική αλλαγή μπορεί να βελτιώσει και τη δημοσιονομική θέση. Εάν, αντιθέτως, οι εξαγγελίες υπερβούν τη χρηματοδότηση και η διοικητική ικανότητα αποδειχθεί ανεπαρκής, η κυβέρνηση θα χάσει ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των αγορών και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ο Μπέρναμ δεν χρειάζεται να επιλέξει τη μία εις βάρος της άλλης. Πρέπει να αποδείξει ότι το ίδιο το κοινωνικό του σχέδιο είναι οικονομικά σοβαρό και ότι η οικονομική σοβαρότητα έχει λόγο ύπαρξης μόνο όταν υπηρετεί μια ευρύτερη κοινωνική ανασυγκρότηση.