Η ιστορία του ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναλυθεί με επάρκεια μόνο εφόσον αντιμετωπιστεί ως σύνθετη σχέση ανάμεσα σε τρία αλληλένδετα επίπεδα: την ηγεσία, την οργάνωση και την κοινωνική αντιπροσώπευση. Η ανθεκτικότητα, η διεύρυνση, η κρίση και η μετέπειτα ανασυγκρότησή του δεν εξηγούνται αποκλειστικά από τις ιδεολογικές του διακηρύξεις ή από τα εκλογικά του αποτελέσματα. Προϋποθέτουν την εξέταση του τρόπου με τον οποίο το κόμμα κατόρθωσε, σε διαφορετικές φάσεις, να συνδέσει ένα ισχυρό ηγετικό κέντρο με ένα εκτεταμένο οργανωτικό πλέγμα και με μια κοινωνική βάση που δεν ήταν ούτε στατική ούτε ομοιογενής. Τα συνέδρια του ΠΑΣΟΚ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή αποτέλεσαν τις βασικές στιγμές κατά τις οποίες αυτή η τριγωνική σχέση γινόταν ορατή, ελεγχόταν, ανασυντασσόταν ή αμφισβητούνταν. Με άλλα λόγια, τα συνέδρια δεν ήταν μόνο κομματικές διαδικασίες. Ήταν οι κατεξοχήν χώροι στους οποίους γινόταν εσωτερικά αντιληπτό ποιος ηγείται, ποια οργάνωση παράγει νομιμοποίηση και ποια κοινωνική συμμαχία εξακολουθεί να στηρίζει το κόμμα.

Στην πρώτη φάση της πορείας του, το ΠΑΣΟΚ συγκροτήθηκε με έναν τρόπο που διαφοροποιείται αισθητά από τον κλασικό τύπο των κομμάτων κοινοβουλευτικής διαμεσολάβησης. Η ηγεσία του δεν ήταν απλώς η κορυφή ενός ήδη διαμορφωμένου κομματικού μηχανισμού, αλλά η πρωταρχική πηγή ενοποίησης ενός πολιτικού χώρου που συγκεντρωνόταν γύρω από μια νέα ιδεολογική σύνθεση και μια νέα υπόσχεση κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν λειτούργησε απλώς ως πρόεδρος ενός οργανωμένου κόμματος. Λειτούργησε ως σημείο συμβολικής ενοποίησης διαφορετικών κοινωνικών προσδοκιών και ως παράγοντας που προσέδωσε στο ΠΑΣΟΚ χαρακτηριστικά μαζικού πολιτικού ρεύματος πριν ακόμη αυτό αποκτήσει πλήρως τυποποιημένη οργανωτική μορφή. Στο πλαίσιο αυτό, η κομματική οργάνωση δεν προηγείται της ηγεσίας, αλλά αναπτύσσεται υπό την καθοδήγησή της. Αντίστοιχα, η κοινωνική βάση δεν εγγράφεται εξαρχής σε στερεοποιημένες παραδοσιακές δομές πολιτικής ένταξης, αλλά συγκροτείται σταδιακά ως σύνολο κοινωνικών κατηγοριών που αναγνωρίζουν στο κόμμα φορέα πολιτικής ανόδου, θεσμικής ορατότητας και ανακατανομής επιρροής. Το συνέδριο, μέσα σε αυτή την αρχική φάση, δεν λειτουργεί ως τόπος ισόρροπης σχέσης ηγεσίας και οργάνωσης. Λειτουργεί πρωτίστως որպես μηχανισμός θεσμικής κωδικοποίησης μιας ήδη ισχυρής ηγετικής και κοινωνικής δυναμικής.

Αυτή η αρχική συνθήκη έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι εξηγεί τον ιδιαίτερο τύπο κομματικής συνοχής που χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ στις πρώτες δεκαετίες της ζωής του. Η συνοχή του δεν βασίστηκε κυρίως σε ιδεολογική ομοιογένεια με στενή έννοια, ούτε σε αυστηρή οργανωτική πειθαρχία κλασικού μαζικού κόμματος. Βασίστηκε σε μια πιο σύνθετη σύνδεση ανάμεσα στη χαρισματική ηγεσία, στην προσδοκία κοινωνικής ενσωμάτωσης και στη σταδιακή οικοδόμηση ενός οργανωτικού δικτύου που αντλούσε ισχύ από τη σχέση του με την κοινωνία αλλά και, στη συνέχεια, με το κράτος. Αυτός ο τύπος συνοχής είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός σε περιόδους ανόδου, διότι επιτρέπει την ταχεία πολιτική επέκταση του κόμματος και την ενσωμάτωση ετερογενών κοινωνικών ομάδων χωρίς απόλυτη ιδεολογική ομοιομορφία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και δυνητικά εύθραυστος. Επειδή η ενότητα του κόμματος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διαρκή αναπαραγωγή της ηγετικής κεντρικότητας και στη δυνατότητα του κόμματος να εμφανίζεται ως φορέας κοινωνικής ανόδου, οποιαδήποτε κρίση στο ηγετικό πεδίο ή οποιαδήποτε αποδυνάμωση της σχέσης με τα κοινωνικά του στηρίγματα μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερη κρίση κομματικής μορφής. Τα συνέδρια του ΠΑΣΟΚ αποκτούν βάρος ακριβώς επειδή είναι οι στιγμές κατά τις οποίες αυτή η λεπτή ισορροπία τίθεται σε δοκιμασία.

Στην περίοδο της ανόδου και της πρώτης κυριαρχίας, η σχέση ηγεσίας και κοινωνικής βάσης παραμένει ισχυρή, διότι η οργάνωση λειτουργεί κυρίως ως αγωγός πολιτικής κινητοποίησης και λιγότερο ως αυτόνομο κέντρο ισχύος. Το κόμμα εμφανίζεται ως μηχανισμός συνολικής εκπροσώπησης των κοινωνικών δυνάμεων που αισθάνονται ότι αποκτούν για πρώτη φορά διευρυμένη πρόσβαση στο κέντρο της πολιτικής διαδικασίας. Η ηγεσία εκφράζει αυτή τη δυναμική, η οργάνωση τη μεταφέρει προς την κοινωνία και η κοινωνία ανταποκρίνεται ενισχύοντας τη νομιμοποίηση του κόμματος. Όσο η κυκλική αυτή σχέση λειτουργεί, το συνέδριο μπορεί να εμφανίζεται ως χώρος ενότητας και επιβεβαίωσης. Δεν είναι ο τόπος όπου παράγεται η ενότητα· είναι ο τόπος όπου αυτή τυπικά αποδίδεται και συμβολικά εδραιώνεται. Από τη στιγμή, όμως, που το ΠΑΣΟΚ μετατρέπεται πλήρως σε κόμμα εξουσίας και αρχίζει να συνδέεται συστηματικά με τον κρατικό μηχανισμό, η σχέση ηγεσίας, οργάνωσης και κοινωνικής βάσης γίνεται περισσότερο σύνθετη. Η οργάνωση αποκτά ισχυρότερες ενδοκομματικές λειτουργίες, τα στελέχη αποκτούν ειδικότερη πρόσβαση σε κρατικά και διοικητικά πεδία και η κοινωνική αντιπροσώπευση διαμεσολαβείται ολοένα περισσότερο από την κυβερνητική διαχείριση. Σε αυτό το στάδιο, το κόμμα δεν εκπροσωπεί μόνο κοινωνικά αιτήματα. Τα οργανώνει, τα φιλτράρει και τα ανακατανέμει μέσα από την κρατική του ισχύ. Αυτή η μεταβολή επηρεάζει καθοριστικά και τη λειτουργία του συνεδρίου.

Το συνέδριο σε αυτή τη φάση μετατρέπεται σε χώρο διαχείρισης της σχέσης ανάμεσα στο κομματικό κέντρο και στις οργανωτικές προσδοκίες της βάσης. Η ηγεσία χρειάζεται να διατηρήσει τον αποφασιστικό της ρόλο, ιδίως σε ένα κόμμα όπου η εκλογική επιτυχία και η κοινωνική διεύρυνση έχουν συνδεθεί έντονα με ένα ισχυρό πρόσωπο και με ένα σαφές κυβερνητικό κέντρο. Η οργάνωση, από την άλλη πλευρά, επιδιώκει να κατοχυρώσει θεσμική παρουσία, πρόσβαση στις αποφάσεις και ουσιαστική συμμετοχή στην κατανομή επιρροής. Η κοινωνική βάση, τέλος, συνεχίζει να αναμένει από το κόμμα όχι μόνο συμβολική αναγνώριση, αλλά και χειροπιαστή αναπαράσταση των συμφερόντων και των αξιώσεών της. Το συνέδριο λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός μετάφρασης αυτών των τριών επιπέδων σε ένα αποδεκτό, έστω προσωρινά, σχήμα ισορροπίας. Δεν λύνει οριστικά τις αντιφάσεις. Τις συγκρατεί, τις οργανώνει και τις μετατρέπει σε τυπικά διαχειρίσιμη μορφή.

Η πρώτη μεγάλη κρίση του ΠΑΣΟΚ ανέδειξε ακριβώς αυτή τη σύνθετη λειτουργία. Όταν το κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με φθορά, δικαστικοποίηση της πολιτικής σύγκρουσης και απώλεια της εξουσίας, η εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στην ηγεσία, την οργάνωση και τη βάση έπαψε να είναι αυτονόητη. Η ηγεσία συνέχιζε να έχει ισχυρό συμβολικό βάρος, αλλά δεν μπορούσε πλέον να απορροφά αδιαμεσολάβητα όλες τις εντάσεις. Η οργάνωση αποκτούσε πιο αυτόνομο ρόλο, διότι έπρεπε να συγκρατήσει την εσωτερική συνοχή. Η κοινωνική βάση, από την πλευρά της, δεν αποσυρόταν αυτομάτως, αλλά η σχέση της με το κόμμα γινόταν περισσότερο απαιτητική και λιγότερο γραμμική. Στα συνέδρια αυτής της περιόδου γίνεται σαφές ότι η κομματική ενότητα δεν είναι φυσική προέκταση της ηγεσίας. Χρειάζεται πλέον μηχανισμούς εσωτερικής αρχιτεκτονικής, ρόλους, ιεραρχήσεις και διαδικασίες που να μετατρέπουν τη συνοχή από χαρισματικό δεδομένο σε οργανωτικό αποτέλεσμα. Η ίδια η θεσμοθέτηση ισχυρότερων κομματικών ρόλων, καθώς και η δημόσια έκφραση εσωτερικών διαφοροποιήσεων, δείχνουν ότι το κόμμα είχε εισέλθει σε νέα φάση: από το στάδιο της ηγετικής ενοποίησης στο στάδιο της δομημένης εσωτερικής πολυπλοκότητας.

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον αναδύεται το πρόβλημα της διαδοχής, το οποίο στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ δεν είναι αμιγώς προσωποπαγές. Η διαδοχή αφορά την ίδια τη σχέση των τριών βασικών πεδίων που το συγκροτούν. Ποιος μπορεί να ηγηθεί ενός κόμματος του οποίου η ενότητα είχε ιστορικά οικοδομηθεί γύρω από έναν ιδρυτή; Ποια οργανωτική μορφή μπορεί να υποκαταστήσει τη χαρισματική συνοχή χωρίς να οδηγήσει σε κατακερματισμό; Και, κυρίως, με ποιον τρόπο η κοινωνική βάση θα συνεχίσει να αναγνωρίζει ως δικό της ένα κόμμα που παύει να έχει το πρόσωπο με το οποίο είχε ταυτιστεί; Τα συνέδρια της ύστερης παπανδρεϊκής και της αμέσως επόμενης περιόδου αποκτούν τεράστια σημασία ακριβώς επειδή λειτουργούν ως τόποι διαμεσολάβησης αυτής της μετάβασης. Δεν αρκεί η ύπαρξη διαδόχου. Απαιτείται νέα μορφή κομματικής νομιμοποίησης. Το συνέδριο γίνεται το πεδίο όπου αυτή η νομιμοποίηση επιχειρείται να παραχθεί: όχι μόνο μέσω της εκλογικής διαδικασίας, αλλά και μέσω της διατύπωσης μιας νέας σχέσης ανάμεσα στην ηγεσία, την οργάνωση και τη βάση.

Η επικράτηση του εκσυγχρονιστικού μπλοκ και η ανάδειξη του Κώστα Σημίτη μετατόπισαν ουσιαστικά το εσωτερικό ισοζύγιο του κόμματος. Η ηγεσία απέκτησε λιγότερο χαρισματικό και περισσότερο θεσμικό χαρακτήρα. Η οργάνωση δεν μπορούσε πλέον να νομιμοποιείται μόνο ως φορέας παραταξιακής μνήμης, αλλά όφειλε να προσαρμοστεί σε ένα κόμμα που αντλούσε μέρος της ισχύος του από την κυβερνητική αποτελεσματικότητα, τη διεθνή αξιοπιστία και την ικανότητα διαχείρισης σύνθετων κρατικών και ευρωπαϊκών διαδικασιών. Η κοινωνική βάση, από την πλευρά της, άρχισε σταδιακά να μετασχηματίζεται. Το ΠΑΣΟΚ δεν απευθυνόταν πια πρωτίστως ως φορέας πολιτικής ανόδου των μη προνομιούχων, αλλά και ως φορέας θεσμικού εκσυγχρονισμού, ευρωπαϊκής κανονικότητας και κρατικής ορθολογικότητας. Αυτός ο μετασχηματισμός είχε μεγάλη σημασία. Σήμαινε ότι η κοινωνική αντιπροσώπευση του κόμματος δεν στηριζόταν πλέον μόνο σε παραδοσιακούς παραταξιακούς δεσμούς, αλλά και σε ένα νέο μπλοκ νομιμοποίησης, το οποίο περιλάμβανε μερίδες της μεσαίας τάξης, στρώματα με προσδοκίες ευρωπαϊκής αναβάθμισης και κοινωνικές δυνάμεις που προτιμούσαν τη σταθερότητα και τον εκσυγχρονισμό από τη ριζοσπαστική κινηματική γλώσσα του παρελθόντος.

Ωστόσο, αυτή η νέα ισορροπία είχε και σαφή όρια. Όσο η ηγεσία νομιμοποιούνταν κυρίως μέσα από την κυβερνητική αποτελεσματικότητα, η οργάνωση άρχισε να χάνει μέρος της ιστορικής της λειτουργίας ως ζωντανός τόπος παραταξιακής ένταξης. Το κόμμα, με άλλα λόγια, άρχισε να λειτουργεί λιγότερο ως μαζική κοινότητα πολιτικής ταυτότητας και περισσότερο ως φορέας συντεταγμένης διακυβέρνησης. Η κοινωνική βάση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν εξαφανίστηκε, αλλά η σχέση της με το κόμμα απέκτησε πιο λειτουργικό και λιγότερο ιδεολογικά συνεκτικό χαρακτήρα. Τα συνέδρια της περιόδου αποτυπώνουν αυτή την κατάσταση με σαφήνεια. Είναι λιγότερο χώροι ιδρυτικής πολιτικής πάθους και περισσότερο χώροι αναπαραγωγής μιας νέας κομματικής κανονικότητας. Η ηγεσία έχει τον πρώτο λόγο, η οργάνωση επικυρώνει σε μεγαλύτερο βαθμό παρά παράγει στρατηγική, και η κοινωνική βάση εκπροσωπείται περισσότερο έμμεσα, μέσω του κυβερνητικού έργου, παρά μέσα από την έντονη κινηματική της παρουσία.

Η φάση μετά την ήττα του 2004 επαναφέρει το πρόβλημα της σχέσης αυτών των τριών επιπέδων με νέα μορφή. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να ξαναβρεί σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ηγεσία, την οργάνωση και την κοινωνική του απεύθυνση, αλλά πλέον σε συνθήκες διαφορετικές από εκείνες της ιδρυτικής περιόδου. Η ηγεσία του Γιώργου Παπανδρέου προσπάθησε να επανανοηματοδοτήσει αυτή τη σχέση, προβάλλοντας στοιχεία μεγαλύτερης συμμετοχικότητας, ανοιχτότητας και κοινωνικής διαβούλευσης. Η κίνηση αυτή μπορεί να ιδωθεί ως απόπειρα να ανακτηθεί ένα μέρος της χαμένης σύνδεσης ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση χωρίς επιστροφή στο προηγούμενο χαρισματικό μοντέλο. Παρά ταύτα, η οργάνωση είχε ήδη μεταβληθεί βαθιά, και η κοινωνική βάση ήταν λιγότερο συγκροτημένη πολιτικά απ’ ό,τι στις δεκαετίες της ανόδου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα συνέδρια της περιόδου αυτής κατέγραψαν περισσότερο την αγωνία επαναπροσδιορισμού παρά την ύπαρξη νέας σταθερής ισορροπίας. Η ηγεσία αναζητούσε νέα νομιμοποίηση, η οργάνωση επιθυμούσε σαφέστερο ρόλο, και η κοινωνική βάση δεν ανταποκρινόταν πλέον με την παλαιά ένταση ή ομοιογένεια.

Η μνημονιακή περίοδος κατέστησε αυτή την ανισορροπία πολύ πιο οξεία. Εδώ η σχέση ηγεσίας, οργάνωσης και κοινωνικής βάσης υπέστη ταυτόχρονη διάρρηξη. Η ηγεσία κλήθηκε να διαχειριστεί αποφάσεις υψηλού πολιτικού κόστους υπό συνθήκες διεθνούς πίεσης και εσωτερικής κοινωνικής αποσταθεροποίησης. Η οργάνωση βρέθηκε αντιμέτωπη με απώλεια μελών, αποδυνάμωση παραταξιακής συνοχής και δυσχέρεια πολιτικής κινητοποίησης. Η κοινωνική βάση, τέλος, απομακρύνθηκε σε μεγάλο βαθμό, είτε επειδή θεώρησε ότι το κόμμα δεν εξέφραζε πλέον τα συμφέροντα και τις προσδοκίες της είτε επειδή ο συνολικός τρόπος λειτουργίας του πολιτικού συστήματος είχε τεθεί υπό ριζική αμφισβήτηση. Σε τέτοιες συνθήκες, το συνέδριο δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο που επιτελούσε σε περιόδους ηγεμονίας ή ακόμη και ελεγχόμενης φθοράς. Δεν καλείται να ρυθμίσει μια λειτουργική ισορροπία, αλλά να αποτρέψει την πλήρη αποσύνδεση των βασικών συστατικών του κόμματος. Αυτό εξηγεί γιατί τα συνέδρια της περιόδου αυτής έχουν περισσότερο χαρακτήρα διαχείρισης επιβίωσης παρά χαρακτήρα οργανωτικής αυτοπεποίθησης. Η ηγεσία προσπαθεί να παραγάγει επιχειρήματα ευθύνης και αναγκαιότητας, η οργάνωση αγωνίζεται να διατηρήσει στοιχειώδη συνοχή και η κοινωνική βάση δεν εμφανίζεται πλέον ως συμπαγής παραταξιακή κοινότητα, αλλά ως διαρρηγμένο και ασταθές ακροατήριο.

Η επόμενη περίοδος, υπό τη Φώφη Γεννηματά, αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή επιχειρεί να ανασυνδέσει αυτά τα τρία επίπεδα σε ελάχιστο, αλλά βιώσιμο, σχήμα. Η ηγεσία δεν μπορεί πια να στηριχθεί ούτε σε χαρισματική υπεροχή ούτε σε κυβερνητική αποτελεσματικότητα. Χρειάζεται να νομιμοποιηθεί ως φορέας σταθερότητας, συνέχειας και ήπιας ανασυγκρότησης. Η οργάνωση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πυκνό μαζικό δίκτυο με την παλιά μορφή, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως υπόστρωμα διατήρησης της ιστορικής συνέχειας. Η κοινωνική βάση, τέλος, δεν είναι πια ο παλιός κοινωνικός συνασπισμός του ΠΑΣΟΚ, αλλά ένα πιο περιορισμένο και κατακερματισμένο ακροατήριο, το οποίο αναζητεί περισσότερο θεσμική σοβαρότητα, πολιτική αξιοπρέπεια και σαφή απόσταση τόσο από την πλήρη ενσωμάτωση στη δεξιά διακυβέρνηση όσο και από τον ριζοσπαστικό λαϊκισμό. Σε αυτή τη φάση, το συνέδριο λειτουργεί ως μέσο ανασύνταξης της σχέσης ηγεσίας, οργάνωσης και βάσης σε νέο, μικρότερο αλλά πιο ρεαλιστικό επίπεδο. Δεν επιδιώκει τη μαζική αναδημιουργία του κόμματος, αλλά την εκ νέου ελάχιστη συνοχή του.

Η επαναφορά του ονόματος και των συμβόλων του ΠΑΣΟΚ, αργότερα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ιδωθεί μέσα από αυτό το πρίσμα. Δεν αφορά μόνο την ιστορική μνήμη ή το επικοινωνιακό κεφάλαιο του ονόματος. Αφορά την προσπάθεια η ηγεσία να ανακτήσει ένα σημείο αναφοράς που να υπερβαίνει την προσωρινότητα ενός μεταβατικού σχήματος, η οργάνωση να ξανασυνδεθεί με μια ιστορικά αναγνωρίσιμη παράδοση και η κοινωνική βάση να βρει εκ νέου ένα σαφές πολιτικό και παραταξιακό σύμβολο. Εδώ, το συνέδριο λειτουργεί ως μηχανισμός επανασύνδεσης: προσπαθεί να καταστήσει εκ νέου εφικτή τη συνάρθρωση ηγεσίας, οργάνωσης και βάσης, όχι πλέον στη μορφή της μεταπολιτευτικής έκρηξης, αλλά στη μορφή μιας νέας σοσιαλδημοκρατικής παρουσίας με ιστορική συνέχεια.

Συνολικά, η ιστορία του ΠΑΣΟΚ δείχνει ότι η σχέση ηγεσίας, οργάνωσης και κοινωνικής αντιπροσώπευσης δεν υπήρξε ποτέ σταθερή. Στις φάσεις ανόδου, η ηγεσία κυριαρχούσε ενοποιητικά και η οργάνωση λειτουργούσε ως αγωγός κοινωνικής ένταξης. Στις φάσεις κυβερνητικής εδραίωσης, η οργάνωση έπρεπε να συμβιβαστεί με την ισχύ του κυβερνητικού κέντρου. Στις φάσεις κρίσης, η οργάνωση αποκτούσε βαρύτερο ρόλο διατήρησης της συνοχής, ενώ η ηγεσία αδυνατούσε να παράγει από μόνη της ενότητα. Στις φάσεις ανασυγκρότησης, και τα τρία επίπεδα αναζητούσαν νέα σχέση σε μικρότερη κλίμακα και με διαφοροποιημένη κοινωνική βάση. Τα συνέδρια του ΠΑΣΟΚ έχουν διαχρονική σημασία ακριβώς επειδή καθιστούν αυτές τις μετατοπίσεις ορατές. Μέσα από αυτά μπορεί κανείς να δει πότε η ηγεσία προηγείται της οργάνωσης, πότε η οργάνωση προσπαθεί να αυτονομηθεί, πότε η κοινωνική βάση παραμένει συνεκτική και πότε διαρρηγνύεται.

Από αυτή την οπτική, το ΠΑΣΟΚ αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη των μετασχηματισμών ενός μεγάλου μεταπολιτευτικού κόμματος. Δεν ενδιαφέρει μόνο επειδή κυβέρνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ή επειδή συνδέθηκε με ιστορικές πολιτικές καμπές. Ενδιαφέρει διότι επιτρέπει να δει κανείς με ιδιαίτερη καθαρότητα πώς ένα κόμμα συγκροτείται μέσω της ηγεσίας, σταθεροποιείται μέσω της οργάνωσης, διευρύνεται μέσω της κοινωνικής αντιπροσώπευσης, φθείρεται όταν οι τρεις αυτοί άξονες παύουν να βρίσκονται σε ισορροπία και επιχειρεί να ανασυντεθεί όταν αναζητεί νέα μεταξύ τους σύνδεση. Αυτή είναι και η βαθύτερη σημασία των συνεδρίων του: δεν αποτελούν μόνο κομματικά ορόσημα, αλλά εργαστήρια όπου ανασχηματίζεται η ίδια η εσωτερική αρχιτεκτονική του κόμματος.