Η παρεμβολή γενικών βουλευτικών εκλογών ανάμεσα στις δύο φάσεις της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελεί ένα από τα ουσιωδέστερα στοιχεία της αυστηρότητας του ελληνικού Συντάγματος. Η πρώτη Βουλή δεν μπορεί να ανοίξει μια αναθεώρηση και να την ολοκληρώσει η ίδια. Το άρθρο 110 απαιτεί πρώτα τη διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης και τον ειδικό προσδιορισμό των αναθεωρητέων διατάξεων και, κατόπιν εκλογών, αναθέτει στην επόμενη Βουλή την τελική απόφαση επί των διατάξεων αυτών. Η δημοκρατική σημασία της κατασκευής αυτής βρίσκεται ακριβώς στη διακοπή της συνέχειας της ίδιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας: η εξουσία μεταβολής του Καταστατικού Χάρτη κατανέμεται χρονικά σε δύο διαφορετικές κοινοβουλευτικές περιόδους και μεσολαβεί η ανανέωση της λαϊκής αντιπροσώπευσης.

Η ενδιάμεση εκλογή έχει γι’ αυτό χαρακτηριστεί ως διαδικασία με οιονεί δημοψηφισματική λειτουργία. Η έκφραση είναι εύστοχη μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Ο ψηφοφόρος γνωρίζει, τουλάχιστον δυνητικά, ποιες διατάξεις έχουν ήδη τεθεί σε αναθεωρητική τροχιά, γνωρίζει τις βασικές θέσεις των πολιτικών δυνάμεων και με την επιλογή της νέας Βουλής επηρεάζει άμεσα ποιος θα διαθέτει την εξουσία να συντελέσει την αναθεώρηση. Η εκλογή λειτουργεί έτσι ως δημοκρατικός μεσολαβητής μεταξύ της πρότασης και της τελικής συνταγματικής απόφασης. Η ιστορική και δογματική ερμηνεία του άρθρου 110 έχει συνδέσει ακριβώς αυτή την παρεμβολή του εκλογικού σώματος με έναν «οιονεί δημοψηφισματικό» χαρακτήρα της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Η εκλογή, ωστόσο, δεν είναι νομικά δημοψήφισμα. Δεν τίθεται στον πολίτη αυτοτελές ερώτημα για το άρθρο 16, το άρθρο 86, το άρθρο 103 ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη. Δεν υπάρχει χωριστή θετική ή αρνητική ψήφος για την προτεινόμενη κατεύθυνση της αναθεώρησης. Ο ψηφοφόρος εκλέγει Βουλή και κυβέρνηση μέσα σε ένα σύνθετο σύνολο οικονομικών, κοινωνικών, διεθνών και πολιτικών ζητημάτων. Ένας πολίτης μπορεί να ψηφίσει ένα κόμμα λόγω οικονομικής πολιτικής ενώ διαφωνεί με τη συνταγματική του πρόταση, ή να θεωρεί μία αναθεώρηση σημαντική αλλά όχι αρκετά σημαντική ώστε να καθορίσει την κομματική του επιλογή. Η μετατροπή της γενικής εκλογής σε νομικό δημοψήφισμα θα απέδιδε επομένως στην ψήφο περιεχόμενο που το ίδιο το εκλογικό σύστημα δεν επιτρέπει να εξακριβωθεί.

Αυτό ενισχύεται από τη συνταγματική θέση του βουλευτή. Το άρθρο 51 παρ. 2 ορίζει ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος, ενώ η αρχή της ελεύθερης εντολής σημαίνει ότι δεν λειτουργούν ως εντολοδόχοι συγκεκριμένων εκλογέων με δεσμευτικές οδηγίες. Η Βουλή εξηγεί ρητά ότι οι βουλευτές ψηφίζουν κατά συνείδηση και δεν υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με επιμέρους υποδείξεις του εκλογικού σώματος. Η ψήφος στις ενδιάμεσες εκλογές δεν δημιουργεί συνεπώς νομικά δεσμευτική εντολή προς τον βουλευτή να ψηφίσει μια συγκεκριμένη συνταγματική διατύπωση.

Η δημοκρατική λειτουργία της εκλογής βρίσκεται αλλού. Το εκλογικό σώμα δεν εγκρίνει το τελικό συνταγματικό κείμενο· επιλέγει τη σύνθεση του οργάνου που θα το διαμορφώσει. Πρόκειται για έμμεση άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας, πλήρως συμβατή με τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του ελληνικού πολιτεύματος. Η πρώτη Βουλή χαράσσει το αναθεωρητικό πεδίο, ο λαός ανανεώνει τη σύνθεση της αντιπροσώπευσης και η δεύτερη Βουλή αποφασίζει μέσα στο πεδίο που έχει συνταγματικά ανοίξει. Η νομιμοποίηση του τελικού αποτελέσματος δεν προκύπτει από μία στιγμιαία απόφαση αλλά από μια αλληλουχία κοινοβουλευτικής απόφασης, εκλογικής μεσολάβησης και νέας κοινοβουλευτικής απόφασης.

Η κατασκευή αυτή επιτελεί ταυτόχρονα λειτουργία πολιτικού χρόνου. Το Σύνταγμα δεν επιθυμεί μια συγκυριακή πλειοψηφία, ακόμη και ιδιαίτερα ισχυρή, να μπορεί να μεταβάλει αμέσως τους ανώτερους κανόνες που διέπουν την ίδια. Η παρεμβολή εκλογών αναγκάζει την αναθεωρητική πρόταση να επιβιώσει πέρα από τη στιγμή στην οποία γεννήθηκε. Θέτει ανάμεσα στην πρωτοβουλία και στην τελική απόφαση δημόσια συζήτηση, προεκλογική αντιπαράθεση, ενδεχόμενη αλλαγή κυβερνητικής πλειοψηφίας και νέα αποτίμηση των προτεινόμενων μεταβολών. Η χρονική καθυστέρηση δεν είναι διοικητικό βάρος της αναθεώρησης. Είναι μέρος της ουσίας της.

Η ενδιάμεση εκλογή μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως δημοκρατική δοκιμασία αντοχής της αναθεωρητικής πρότασης. Μία πρόταση που φαίνεται αυτονόητη στην πρώτη Βουλή μπορεί να αποδειχθεί κοινωνικά αμφισβητούμενη κατά την εκλογική περίοδο. Μπορεί να αναδειχθούν απρόβλεπτες συνέπειες, να μεταβληθούν οι πολιτικές συμμαχίες ή να εμφανιστεί ευρύτερη κοινωνική απαίτηση για διαφορετική λύση. Το αυστηρό Σύνταγμα δεν απαιτεί μόνο αυξημένους αριθμούς ψήφων· απαιτεί πολιτική ανθεκτικότητα στον χρόνο.

Η δημοψηφισματική λειτουργία ενισχύεται όταν τα πολιτικά κόμματα παρουσιάζουν πριν από την κάλπη καθαρές αναθεωρητικές θέσεις. Αν ο ψηφοφόρος γνωρίζει ότι ένα κόμμα επιδιώκει συγκεκριμένη μεταβολή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, στη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών ή στη συνταγματική προστασία συγκεκριμένου θεσμού, η εκλογική του επιλογή αποκτά σαφέστερη αναθεωρητική διάσταση. Ακόμη και τότε όμως δεν επιτρέπεται να συναχθεί ότι κάθε ψηφοφόρος του κόμματος ενέκρινε ανεπιφύλακτα κάθε επιμέρους πρόταση. Η δημοκρατική εντολή στις κοινοβουλευτικές εκλογές είναι πάντοτε συνολική και όχι μονοθεματική.

Αυτό θέτει όριο και στην πολιτική ρητορική περί «λαϊκής εντολής». Μία κυβερνητική πλειοψηφία που εκλέγεται έχοντας δημοσιοποιήσει σαφές αναθεωρητικό πρόγραμμα μπορεί βάσιμα να επικαλείται αυξημένη πολιτική νομιμοποίηση για την προώθησή του. Δεν μπορεί όμως να ταυτίζει την εκλογική της νίκη με άμεση συνταγματική κύρωση του περιεχομένου του. Η διαφορά είναι σημαντική, διότι η αναθεώρηση εξακολουθεί να υπόκειται στις ειδικές πλειοψηφίες του άρθρου 110. Η εκλογική νίκη δεν μετατρέπει μια απαίτηση 180 ψήφων σε 151 ούτε καταργεί την ανάγκη διακομματικής σύμπραξης όπου το Σύνταγμα την επιβάλλει.

Η σημερινή αναθεωρητική συγκυρία καθιστά τη διάκριση ιδιαίτερα εμφανή. Στην πρώτη ονομαστική ψηφοφορία της 27ης Ιουλίου 2026 καμία από τις υπό αναθεώρηση προτάσεις δεν συγκέντρωσε 180 ψήφους. Εφόσον η διαδικασία ολοκληρωθεί στην προτείνουσα Βουλή κατά τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 110 και οι αντίστοιχες διατάξεις παραμείνουν στην κατηγορία που εγκρίθηκε με απόλυτη αλλά όχι με πλειοψηφία τριών πέμπτων, η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί την αυξημένη πλειοψηφία των 180. Η εκλογή θα έχει τότε τεράστια πολιτική σημασία, όχι όμως επειδή ο νικητής θα λάβει λευκή συντακτική επιταγή, αλλά επειδή η νέα σύνθεση θα καθορίσει ποιες συναινέσεις είναι αριθμητικά και πολιτικά δυνατές.

Η ακριβέστερη περιγραφή της ενδιάμεσης εκλογής είναι συνεπώς ότι αποτελεί δημοκρατική ανανέωση της αναθεωρητικής εξουσιοδότησης, όχι άτυπη κύρωση συγκεκριμένου συνταγματικού κειμένου. Ο λαός παρεμβαίνει ώστε η αναθεώρηση να μην αποτελεί έργο μιας μόνο πολιτικής στιγμής. Επιλέγει τη νέα αντιπροσώπευση γνωρίζοντας ότι αυτή θα ασκήσει ειδική αναθεωρητική αρμοδιότητα. Δεν μετατρέπεται όμως σε νομοθέτη της συγκεκριμένης διάταξης ούτε δεσμεύει τους εκπροσώπους του με επιτακτική εντολή.

Ακριβώς αυτή η ενδιάμεση θέση είναι συνεπέστερη με τη φύση της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η λαϊκή κυριαρχία δεν ταυτίζεται με τη διαρκή άμεση απόφαση του εκλογικού σώματος. Ενεργοποιείται μέσω αντιπροσωπευτικών θεσμών, ειδικών διαδικασιών, αυξημένων πλειοψηφιών και περιοδικής εκλογικής ανανέωσης. Το άρθρο 110 οργανώνει αυτή τη σύνθετη σχέση με ιδιαίτερη ακρίβεια: το Σύνταγμα μπορεί να αλλάξει, αλλά η αλλαγή του πρέπει να περάσει από δύο Βουλές, δύο διαφορετικές πολιτικές στιγμές και το εκλογικό σώμα που βρίσκεται ανάμεσά τους.

Η ενδιάμεση κάλπη έχει επομένως οιονεί δημοψηφισματικό χαρακτήρα μόνο ως προς τη δημοκρατική ανανέωση του αναθεωρητικού συσχετισμού. Δεν παρέχει λευκή επιταγή ούτε παράγει δεσμευτική λαϊκή εντολή για συγκεκριμένη φράση του Συντάγματος. Η θεσμική της αξία είναι βαθύτερη: εμποδίζει τη συνταγματική μεταβολή να αποτελεί ιδιοκτησία μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και την επανεντάσσει, μέσω της αντιπροσώπευσης, στη διαχρονική κυριαρχία του πολιτικού σώματος.