Η νέα κατανομή της ομοσπονδιακής εξουσίας μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2026 δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική αναβάθμιση του προεδρικού βέτο στην καθημερινή λειτουργία του αμερικανικού πολιτεύματος. Οι Δημοκρατικοί απέκτησαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, ενώ ο Donald Trump παραμένει στον Λευκό Οίκο για το δεύτερο μισό της τελευταίας συνταγματικά επιτρεπόμενης θητείας του. Η νέα κατάσταση μεταφέρει το κέντρο της πολιτικής από την προηγούμενη ενιαία Ρεπουμπλικανική διακυβέρνηση σε ένα σύστημα στο οποίο η παραγωγή νέου ομοσπονδιακού νόμου θα απαιτεί τη συνάντηση δύο αντίθετων κομματικών εντολών. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να ελέγχουν τη νομοθετική ατζέντα και των δύο σωμάτων, ο Πρόεδρος όμως θα εξακολουθεί να διαθέτει την τελική δυνατότητα απόρριψης των νομοθετημάτων που φτάνουν στο γραφείο του.

Η συνταγματική βάση αυτής της εξουσίας βρίσκεται στο Άρθρο I, Τμήμα 7 του Συντάγματος. Ένα νομοσχέδιο πρέπει να εγκριθεί με το ίδιο κείμενο από τη Βουλή και τη Γερουσία και στη συνέχεια να παρουσιαστεί στον Πρόεδρο. Εκείνος μπορεί να το υπογράψει, να το αφήσει να καταστεί νόμος χωρίς την υπογραφή του μετά την παρέλευση δέκα ημερών, εξαιρουμένων των Κυριακών, ή να το επιστρέψει στο σώμα από το οποίο προήλθε εκθέτοντας τις αντιρρήσεις του. Το Κογκρέσο μπορεί να υπερβεί την αρνησικυρία μόνο εάν συγκεντρωθεί πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα. Η διαμόρφωση αυτή καθιστά το βέτο ισχυρό, χωρίς να του προσδίδει απόλυτο χαρακτήρα: ο Πρόεδρος μπορεί να ανακόψει μια συνήθη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ μια εξαιρετικά ευρεία διακομματική πλειοψηφία μπορεί να επιβάλει τελικά τη νομοθετική της βούληση.

Η σημασία του μηχανισμού στη διετία 2027–2028 προκύπτει ακριβώς από αυτή τη διαφορά αριθμητικών απαιτήσεων. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν την κοινοβουλευτική εξουσία· η δυνατότητα υπέρβασης μιας προεδρικής αρνησικυρίας απαιτεί όμως πολύ ευρύτερο συνασπισμό από εκείνον που χρειάζεται για τη συνήθη ψήφιση νομοθεσίας. Ιστορικά, αυτή η απαίτηση αποδείχθηκε ιδιαίτερα υψηλό εμπόδιο. Από το 1789 μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 2.599 προεδρικές αρνησικυρίες και μόνο 112 έχουν υπερκεραστεί από το Κογκρέσο. Η ιστορική αναλογία δείχνει ότι το ουσιαστικό βάρος του βέτο βρίσκεται κατά κανόνα στην ικανότητά του να επιβιώνει.

Η πραγματική πολιτική του δύναμη αρχίζει, μάλιστα, πολύ πριν ο Πρόεδρος το ασκήσει επίσημα. Η Βουλή και η Γερουσία γνωρίζουν εξαρχής ότι ένα νομοσχέδιο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από τον Λευκό Οίκο θα χρειαστεί εξαιρετικά μεγάλες πλειοψηφίες για να αποκτήσει ισχύ. Η ίδια η Βουλή αναγνωρίζει στην ιστορική παρουσίαση του θεσμού ότι ακόμη και η απειλή αρνησικυρίας μπορεί να επιφέρει αλλαγές στο περιεχόμενο της νομοθεσίας πριν αυτή παρουσιαστεί στον Πρόεδρο. Το βέτο, συνεπώς, λειτουργεί και όταν δεν χρησιμοποιείται. Εισέρχεται στη διαπραγμάτευση από το πρώτο στάδιο της νομοθετικής επεξεργασίας και επηρεάζει ποια κείμενα θεωρούνται πολιτικά βιώσιμα.

Αυτό θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη νέα περίοδο. Οι Δημοκρατικοί θα έχουν ισχυρό κίνητρο να προωθήσουν νομοθετήματα που ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες με τις οποίες κέρδισαν τις ενδιάμεσες εκλογές, ιδίως σε ζητήματα κόστους ζωής, κοινωνικής πολιτικής, υγείας, διοικητικής λογοδοσίας και περιορισμού ορισμένων κυβερνητικών επιλογών. Η εκλογική τους νίκη, πάντως, δεν ισοδυναμεί με δυνατότητα μονομερούς θεσμοθέτησης ενός πλήρους Δημοκρατικού προγράμματος. Μετεκλογικές αναλύσεις επισημαίνουν ήδη ότι ο Trump διατηρεί σημαντική ικανότητα παρεμπόδισης της νομοθετικής ατζέντας της νέας πλειοψηφίας μέσω του βέτο και των εκτελεστικών του αρμοδιοτήτων.

Η κατάσταση γίνεται πιο σύνθετη στη Γερουσία. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν εγγυάται από μόνη της ότι κάθε νομοθέτημα θα φτάσει στον Πρόεδρο. Για το κλείσιμο της συζήτησης επί των περισσότερων νομοθετικών προτάσεων απαιτείται υπό τους ισχύοντες κανόνες πλειοψηφία τριών πέμπτων των γερουσιαστών, δηλαδή ευρύτερη στήριξη από την απλή κομματική πλειοψηφία. Έτσι, το πολιτικό σύστημα της διετίας θα διαθέτει πολλαπλά επίπεδα φιλτραρίσματος: τη διαπραγμάτευση μέσα στη Βουλή, τους ιδιαίτερους κανόνες της Γερουσίας, τη συμφωνία των δύο σωμάτων στο ίδιο κείμενο και, τελικά, την προεδρική έγκριση ή απόρριψη. Το βέτο θα αποτελεί το τελευταίο και ισχυρότερο από αυτά τα φίλτρα για όσα νομοσχέδια καταφέρουν να φτάσουν στον Λευκό Οίκο.

Αυτή η δομή δημιουργεί τρεις διαφορετικές κατηγορίες νομοθεσίας. Η πρώτη θα περιλαμβάνει προτάσεις στις οποίες οι θέσεις των δύο κομμάτων απέχουν τόσο πολύ ώστε η νομοθετική σύγκρουση να έχει κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Το Κογκρέσο μπορεί να εγκρίνει ένα νομοσχέδιο γνωρίζοντας ότι ο Trump θα το απορρίψει, επιδιώκοντας να καταγράψει δημοσίως τη διαφορά των δύο πολιτικών προγραμμάτων. Ο Πρόεδρος, από την πλευρά του, μπορεί να χρησιμοποιήσει την αρνησικυρία για να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θεσμικό φραγμό σε μια Δημοκρατική ατζέντα που θεωρεί αντίθετη προς την εντολή του 2024. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η νομοθετική διαδικασία αποκτά χαρακτήρα δημόσιας τοποθέτησης ενόψει του 2028.

Η δεύτερη κατηγορία θα αφορά νομοθετήματα στα οποία υπάρχει δυνατότητα διακομματικής σύγκλισης. Εδώ η απειλή του βέτο λειτουργεί διαφορετικά. Ο Λευκός Οίκος μπορεί να ζητήσει τροποποιήσεις πριν από την τελική ψήφιση και το Κογκρέσο μπορεί να προσαρμόσει το κείμενο ώστε να διασφαλίσει προεδρική υπογραφή. Η τελική νομοθεσία θα αποτελεί τότε προϊόν τριμερούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στη Δημοκρατική Βουλή, τη Δημοκρατική Γερουσία και τη Ρεπουμπλικανική Προεδρία. Το αμερικανικό Σύνταγμα δημιουργεί με αυτόν τον τρόπο ένα περιβάλλον όπου ο κομματικός ανταγωνισμός μπορεί να μετατραπεί σε αναζήτηση του ελάχιστου κοινού θεσμικού παρονομαστή.

Η τρίτη κατηγορία είναι πολιτικά η σημαντικότερη: τα νομοθετήματα που πρέπει κάποια στιγμή να εγκριθούν ώστε το κράτος να εξακολουθήσει να λειτουργεί. Η χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αποτελεί το προφανέστερο παράδειγμα. Ένας Πρόεδρος μπορεί να απορρίψει νομοθεσία για τις πιστώσεις, όμως οι συνέπειες μιας παρατεταμένης αδυναμίας συμφωνίας περιλαμβάνουν την αναστολή λειτουργίας ομοσπονδιακών υπηρεσιών και την άμεση μεταφορά του θεσμικού αδιεξόδου στην καθημερινή ζωή. Σε αυτό το πεδίο η αρνησικυρία αποκτά μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη, αλλά η χρήση της συνοδεύεται από αντίστοιχο πολιτικό κίνδυνο. Το πραγματικό ερώτημα γίνεται ποιος θα θεωρηθεί από τους πολίτες υπεύθυνος για την αποτυχία συμφωνίας.

Η δυνατότητα αυτή μετατρέπει το βέτο από απλό τελευταίο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας σε παράγοντα που επηρεάζει ολόκληρη τη δημοσιονομική στρατηγική. Ο Λευκός Οίκος γνωρίζει ότι μπορεί να απορρίψει ένα πακέτο χρηματοδότησης. Η νέα πλειοψηφία γνωρίζει ότι ο Πρόεδρος δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει από μόνος του το ομοσπονδιακό κράτος. Κάθε πλευρά διαθέτει επομένως μέρος της απαραίτητης θεσμικής συναίνεσης και καμία δεν διαθέτει ολόκληρη. Η εξουσία κατανέμεται ακριβώς με τρόπο που κάνει τη διαπραγμάτευση αναπόφευκτη.

Ιδιαίτερη σημασία θα αποκτήσει το βέτο και στην προσπάθεια αναθεώρησης πολιτικών της πρώτης διετίας Trump. Η νέα πλειοψηφία μπορεί να επιχειρήσει να αλλάξει νομοθετικές ρυθμίσεις, να επαναφέρει χρηματοδοτήσεις ή να περιορίσει εξουσίες που είχαν δοθεί ή χρησιμοποιήθηκαν από την εκτελεστική εξουσία. Ο Πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει μεγάλο μέρος της ήδη θεσμοθετημένης κληρονομιάς του, εφόσον οι Δημοκρατικοί δεν εξασφαλίσουν τις πλειοψηφίες που απαιτούνται για την υπέρβαση του βέτο. Η αρνησικυρία λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός προστασίας του ισχύοντος καθεστώτος. Όταν η νομοθετική πλειοψηφία θέλει αλλαγή και ο Πρόεδρος προτιμά διατήρηση, η συνταγματική δομή ευνοεί την αδράνεια έως ότου δημιουργηθεί ευρύτερη συμφωνία.

Αυτό εξηγεί γιατί ο θεσμός μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για την τελική κληρονομιά Trump. Ο Πρόεδρος δεν χρειάζεται πλέον να οικοδομήσει κάθε στοιχείο της πολιτικής του από μηδενική βάση. Έχει ήδη πίσω του δύο χρόνια ενιαίου Ρεπουμπλικανικού ελέγχου. Στη δεύτερη διετία, μέρος της στρατηγικής του μπορεί να αφορά τη διατήρηση αυτών των αποτελεσμάτων. Το βέτο προσφέρει ακριβώς μια τέτοια αμυντική δυνατότητα: επιτρέπει στην Προεδρία να καταστήσει πολύ δυσκολότερη τη νομοθετική ανατροπή όσων έχουν προηγηθεί.

Η ισχύς αυτή, όμως, έχει σαφή όρια. Η αρνησικυρία αφορά νομοσχέδια και κοινά ψηφίσματα που απαιτούν παρουσίαση στον Πρόεδρο. Δεν δίνει στον Trump εξουσία να εμποδίσει τις έρευνες των κοινοβουλευτικών επιτροπών, να ακυρώσει την εσωτερική οργάνωση των σωμάτων ή να επιβάλει στη Γερουσία την επικύρωση κυβερνητικών και δικαστικών διορισμών. Η νέα Δημοκρατική πλειοψηφία στη Γερουσία θα διαθέτει αυτοτελή ισχύ στον έλεγχο των διορισμών, ενώ το Κογκρέσο θα μπορεί να ασκεί έρευνα και εποπτεία χωρίς να χρειάζεται προεδρική υπογραφή. Η διετία, επομένως, δεν θα οργανωθεί γύρω από ένα πανίσχυρο προεδρικό «όχι». Θα οργανωθεί γύρω από διαφορετικές περιοχές θεσμικής υπεροχής.

Υπάρχει και ένας δεύτερος ουσιώδης περιορισμός. Το αμερικανικό βέτο είναι κατά κανόνα συνολικό. Ο Πρόεδρος δεν διαθέτει γενική συνταγματική εξουσία να διαγράψει συγκεκριμένα κονδύλια ή επιμέρους ρυθμίσεις από ένα νομοσχέδιο που υπογράφει. Η προσπάθεια του Κογκρέσου να θεσπίσει αρνησικυρία επί επιμέρους διατάξεων τη δεκαετία του 1990 κρίθηκε αντισυνταγματική από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Clinton v. City of New York, επειδή επέτρεπε στον Πρόεδρο ουσιαστικά να τροποποιεί νόμο μετά την ψήφισή του. Η απουσία αυτής της δυνατότητας αυξάνει τη σημασία των μεγάλων νομοθετικών συμβιβασμών. Ο Πρόεδρος συχνά πρέπει να αποφασίσει αν τα στοιχεία που απορρίπτει σε ένα σύνθετο νομοσχέδιο είναι αρκετά σημαντικά ώστε να θυσιάσει και όσα επιθυμεί.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι περίοδοι διαιρεμένης κυβέρνησης μπορούν να επαναφέρουν την αρνησικυρία σε κεντρικό πολιτικό ρόλο. Ο Bill Clinton άσκησε συνολικά 37 βέτο, ο George H. W. Bush 44, ενώ ο George W. Bush και ο Barack Obama χρησιμοποίησαν επίσης την αρνησικυρία όταν αντιμετώπισαν αντίπαλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Η πρώτη διετία της δεύτερης κυβέρνησης Trump δεν απαιτούσε αντίστοιχη συστηματική χρήση, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί έλεγχαν και τα δύο σώματα. Μέχρι σήμερα, στη δεύτερη θητεία του, ο Trump έχει ασκήσει δύο αρνησικυρίες και το Κογκρέσο δεν κατόρθωσε να υπερβεί καμία από αυτές. Από τον Ιανουάριο του 2027, το θεσμικό περιβάλλον θα είναι ριζικά διαφορετικό.

Η πολιτική αξία του βέτο κατά την επόμενη διετία θα πρέπει επομένως να μετρηθεί λιγότερο από τον τελικό αριθμό των νομοσχεδίων που θα απορριφθούν και περισσότερο από τον αριθμό εκείνων που θα αλλάξουν πριν ακόμη φτάσουν στον Πρόεδρο. Μια αποτελεσματική απειλή αρνησικυρίας μπορεί να αποτρέψει την κατάθεση μιας πρότασης, να οδηγήσει σε αναδιατύπωση ενός νομοσχεδίου ή να αναγκάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αναζητήσει Ρεπουμπλικανικές ψήφους ώστε να αυξήσει τη διαπραγματευτική της δύναμη. Με αυτή την έννοια, η πραγματική επιρροή της προεδρικής αρνησικυρίας είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τον επίσημο αριθμό των βέτο.

Παράλληλα, η Δημοκρατική πλειοψηφία μπορεί να χρησιμοποιήσει την ίδια διαδικασία για να μεταφέρει την πολιτική ευθύνη στον Πρόεδρο. Ένα νομοσχέδιο που απολαμβάνει ευρεία κοινωνική υποστήριξη μπορεί να ψηφιστεί ακόμη και όταν η ηγεσία του Κογκρέσου θεωρεί πιθανό το βέτο, ακριβώς για να υποχρεώσει τον Λευκό Οίκο να αναλάβει δημοσίως την ευθύνη της απόρριψης. Η συνταγματική διαδικασία γίνεται τότε εργαλείο πολιτικής λογοδοσίας. Ο Πρόεδρος δεν ασκεί ένα αόρατο δικαίωμα παρεμπόδισης: το Σύνταγμα τον υποχρεώνει σε κανονική αρνησικυρία να επιστρέψει το νομοθέτημα με τις αντιρρήσεις του, οι οποίες καταγράφονται στο σώμα προέλευσης. Η απόφαση αποκτά συνεπώς δημόσιο και αιτιολογημένο χαρακτήρα.

Η διετία 2027–2028 μπορεί γι’ αυτό να εξελιχθεί σε περίοδο κατά την οποία η αρνησικυρία θα οργανώνει μεγάλο μέρος της ομοσπονδιακής πολιτικής χωρίς να εμφανίζεται καθημερινά ως επίσημο βέτο. Η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα διαθέτει την πρωτοβουλία της νομοθετικής παραγωγής. Ο Trump θα διαθέτει την εξουσία να αρνηθεί την τελική συναίνεσή του. Ανάμεσά τους θα βρίσκεται ο χώρος στον οποίο θα καθοριστούν η χρηματοδότηση του κράτους, οι κοινωνικές πολιτικές, η οικονομική νομοθεσία και οι πιθανές θεσμικές αλλαγές της τελευταίας διετίας της προεδρίας.

Το βέτο θα αποκτήσει έτσι τη σημασία που έχει όταν το αμερικανικό σύστημα λειτουργεί στην καθαρότερη μορφή της διάκρισης των εξουσιών: ως μηχανισμός που μετατρέπει την εκλογική διαφωνία σε θεσμική διαπραγμάτευση. Η Δημοκρατική νίκη του 2026 έδωσε στο κόμμα τη δυνατότητα να καθορίζει τι θα εγκρίνει το Κογκρέσο. Δεν του έδωσε τη δυνατότητα να καθορίζει μόνο του τι θα γίνει νόμος. Η Προεδρία έχασε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, διατήρησε όμως την αποφασιστική θέση που της απονέμει η διαδικασία θέσπισης του ομοσπονδιακού δικαίου. Αυτή η αμοιβαία εξάρτηση είναι πιθανό να αποτελέσει ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής πολιτικής μέχρι το 2028.