Η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες συνιστά ένα γεγονός με εξαιρετικά βαρύνουσες γεωπολιτικές και θεσμικές συνέπειες, όχι μόνο για την ίδια τη χώρα αλλά και για τη συνολική αρχιτεκτονική ισχύος στη Λατινική Αμερική. Παρά τους πανηγυρικούς τόνους με τους οποίους η ενέργεια αυτή παρουσιάσθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ως «εντυπωσιακή και δραστική», το άμεσο αποτέλεσμα δεν ήταν η πολιτική αποσαφήνιση αλλά η εμβάθυνση της αβεβαιότητας ως προς το ποιος ασκεί πραγματικά την εξουσία σε ένα από τα πλέον στρατηγικά κράτη παγκοσμίως λόγω των τεράστιων ενεργειακών του αποθεμάτων.
Η δημόσια δήλωση του αμερικανού προέδρου ότι η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες ορκίσθηκε προσωρινή πρόεδρος και επικοινώνησε με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δημιούργησε την εικόνα μιας ελεγχόμενης θεσμικής μετάβασης. Ωστόσο, η άμεση και συντονισμένη εμφάνιση της Ροντρίγκες στην κρατική τηλεόραση, πλαισιωμένη από τον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης Χόρχε Ροντρίγκες, τον υπουργό Εσωτερικών Ντιοσντάντο Καμπέγιο και τον υπουργό Άμυνας Βλαντίμιρ Παντρίνο Λόπες, λειτούργησε ως σαφές μήνυμα εσωτερικής συνοχής του καθεστώτος. Η ρητή δήλωσή της ότι ο Μαδούρο παραμένει ο μόνος πρόεδρος της Βενεζουέλας κατέδειξε ότι η σύλληψη του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αποδόμηση της εξουσίας του καθεστώτος.
Η στάση της Ουάσιγκτον επιτείνει περαιτέρω τη σύγχυση. Η δημόσια απόρριψη της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης, Μαρίας Κορίνα Ματσάδο, παρά τη διεθνή αναγνώρισή της και τις τεκμηριωμένες καταγγελίες περί νοθείας στις εκλογές του 2024, αποκαλύπτει μια προσέγγιση που προκρίνει τη διαχείριση ισχύος έναντι της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η επιλογή αυτή υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν άμεσα μια πολιτική εναλλαγή μέσω της αντιπολίτευσης, αλλά μια ελεγχόμενη αναδιάταξη ισορροπιών εντός του ίδιου του καθεστώτος.
Στον πυρήνα της βενεζουελανικής εξουσίας βρίσκεται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία ένα κλειστό, υβριδικό σύστημα πολιτικοστρατιωτικής διακυβέρνησης. Η εξουσία δεν ασκείται μονοκεντρικά, αλλά κατανέμεται μεταξύ πολιτικών παραγόντων, ανώτατων στρατιωτικών και μηχανισμών ασφαλείας, οι οποίοι συνδέονται μέσω πελατειακών σχέσεων, διαφθοράς και συστηματικής επιτήρησης. Η ισορροπία αυτή καθιστά την απομάκρυνση ενός προσώπου, ακόμη και του ίδιου του Μαδούρο, ανεπαρκή για την κατάρρευση του συστήματος.
Η Ντέλσι και ο Χόρχε Ροντρίγκες εκφράζουν τον πολιτικό-θεσμικό βραχίονα του καθεστώτος, ενώ ο Παντρίνο και, κυρίως, ο Ντιοσντάντο Καμπέγιο συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα της στρατιωτικο-ασφαλείας. Ο Καμπέγιο αναδεικνύεται σε κομβικό παράγοντα, καθώς ασκεί καθοριστική επιρροή στις υπηρεσίες αντικατασκοπείας SEBIN και DGCIM, οι οποίες, σύμφωνα με ευρήματα του ΟΗΕ, έχουν εμπλακεί σε συστηματικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι μαρτυρίες πρώην κρατουμένων για βασανιστήρια, σεξουαλική κακοποίηση και εξευτελιστική μεταχείριση δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά εντάσσονται σε ένα δομημένο κρατικό σχέδιο καταστολής.
Η δημόσια ρητορική του Καμπέγιο, ιδίως υπό συνθήκες αυξημένης αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Λειτουργεί αποτρεπτικά προς το εσωτερικό του καθεστώτος και προειδοποιητικά προς κάθε επίδοξο αποστάτη. Παράλληλα, η στενή του σχέση με τις παραστρατιωτικές ομάδες colectivos ενισχύει τη δυνατότητα άσκησης βίας εκτός θεσμικού πλαισίου, προσδίδοντας στο καθεστώς χαρακτηριστικά παρακρατικής κυριαρχίας.
Ο έλεγχος της οικονομίας από τις ένοπλες δυνάμεις αποτελεί τον τρίτο, καθοριστικό πυλώνα του συστήματος. Η υπερτροφία του ανώτατου στρατιωτικού σώματος, με χιλιάδες στρατηγούς και ναυάρχους, η διείσδυση στρατιωτικών σε κρίσιμους τομείς όπως η διανομή τροφίμων και η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA, καθώς και η εμπλοκή σε παράνομες οικονομικές δραστηριότητες, δημιουργούν ένα πλέγμα συμφερόντων που καθιστά το καθεστώς εξαιρετικά ανθεκτικό. Η αποσύνδεση αυτού του πλέγματος θα απαιτούσε όχι απλώς πολιτική αλλαγή, αλλά ριζική αναδιάρθρωση της κρατικής και στρατιωτικής ελίτ.
Οι πληροφορίες ότι ανώτατοι αξιωματικοί επιδιώκουν διαύλους διαπραγμάτευσης με τις ΗΠΑ μετά τη σύλληψη του Μαδούρο υποδηλώνουν ρωγμές, όχι όμως κατάρρευση. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το καθεστώς μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον Μαδούρο, αλλά ποια μορφή θα λάβει η επόμενη φάση της εξουσίας: μια εσωτερική ανακατανομή ρόλων ή μια σταδιακή μετάβαση που θα εξυπηρετεί πρωτίστως γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Βενεζουέλα εισέρχεται σε μια περίοδο θεσμικής αμφισημίας και ενδεχόμενης ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης, όπου η πραγματική σύγκρουση δεν διεξάγεται μεταξύ καθεστώτος και αντιπολίτευσης, αλλά εντός του ίδιου του μηχανισμού εξουσίας.
Πρόσφατα σχόλια