Η Νέα Αριστερά βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με το πιο σκληρό πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα νέο κόμμα: να μην έχει αρκετό πολιτικό χρόνο για να αποδείξει την αναγκαιότητά του. Η ίδρυσή της είχε νόημα ως απόπειρα διάσωσης μιας σοβαρής, θεσμικής, ανανεωτικής και κυβερνητικά υπεύθυνης Αριστεράς μετά την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Εμφανίστηκε ως φορέας που θα μπορούσε να υπερβεί την αρχηγική ρευστότητα, τις οργανωτικές παθογένειες και την ιδεολογική αβεβαιότητα του παλαιού χώρου. Όμως η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα αλλάζει βίαια τον χρόνο της. Εκεί όπου η Νέα Αριστερά χρειαζόταν περίοδο ήρεμης οργανωτικής εγκατάστασης, τώρα καλείται να απαντήσει σε συνθήκες επιταχυνόμενης αναδιάταξης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκλογικό. Είναι υπαρξιακό. Η Νέα Αριστερά διεκδίκησε χώρο ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στο ΠΑΣΟΚ, προβάλλοντας την ανάγκη για μια Αριστερά σοβαρή, ευρωπαϊκή, θεσμική, κοινωνικά ριζοσπαστική αλλά όχι τυχοδιωκτική. Η θέση αυτή είχε θεωρητική συνοχή. Δεν είχε ακόμη κοινωνική κλίμακα. Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται ακριβώς πριν η Νέα Αριστερά προλάβει να μετατρέψει τη συνοχή της σε κοινωνικό ρεύμα. Το νέο κόμμα Τσίπρα λειτουργεί σαν βαρυτικό πεδίο: τραβά στελέχη, ψηφοφόρους, μνήμη, δημόσια προσοχή και την αίσθηση ότι η πραγματική μάχη δεν θα δοθεί από μικρούς καθαρούς φορείς, αλλά από σχήματα που μπορούν να διεκδικήσουν μαζικότητα.
Η δυσκολία της Νέας Αριστεράς είναι ότι η πολιτική συνέπεια δεν αρκεί όταν οι ψηφοφόροι αναζητούν αποτελεσματικότητα. Ένα τμήμα του προοδευτικού ακροατηρίου μπορεί να αναγνωρίζει στη Νέα Αριστερά σοβαρότητα, ποιότητα στελεχών και καθαρότερη σχέση με την ιδεολογική της ταυτότητα. Όμως όταν εμφανίζεται νέος φορέας υπό τον Τσίπρα, πολλοί ψηφοφόροι θα σκεφτούν όχι με όρους θεωρητικής ακρίβειας, αλλά με όρους πολιτικής χρησιμότητας. Θα αναρωτηθούν ποιος μπορεί να πιέσει την κυβέρνηση, ποιος μπορεί να διεκδικήσει δεύτερη θέση, ποιος μπορεί να γίνει πόλος. Σε αυτή τη λογική, τα μικρά κόμματα κινδυνεύουν να συμπιεστούν όχι επειδή είναι ασήμαντα, αλλά επειδή δεν εμφανίζονται αρκετά αποτελεσματικά.
Η Νέα Αριστερά έχει τρεις πιθανούς δρόμους, κανέναν εύκολο. Ο πρώτος είναι η αυτόνομη επιμονή: να αρνηθεί τη συγχώνευση ή την υποταγή σε ευρύτερο τσιπρικό σχήμα και να επιχειρήσει να γίνει πόλος αριστερής αξιοπιστίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μικρότερο εκλογικό μέγεθος. Ο δεύτερος είναι η προγραμματική διαπραγμάτευση με την ΕΛ.Α.Σ.: να επιχειρήσει να επηρεάσει τον νέο φορέα από τα αριστερά, ρισκάροντας όμως την αυτονομία της. Ο τρίτος είναι η σταδιακή απορρόφηση, είτε τυπική είτε άτυπη, από το νέο κομματικό πεδίο που ανοίγει ο Τσίπρας. Η πρώτη επιλογή διασώζει την ταυτότητα αλλά περιορίζει την κλίμακα. Η δεύτερη διασώζει πιθανώς επιρροή αλλά θολώνει το στίγμα. Η τρίτη μπορεί να διασώσει πρόσωπα, αλλά όχι αναγκαστικά το εγχείρημα.
Το κέντρο της υπόθεσης είναι η κοινωνική βάση. Η Νέα Αριστερά δεν έχει ακόμη πείσει ποιο κοινωνικό σώμα εκπροσωπεί με τρόπο μοναδικό. Εκφράζει ένα τμήμα μορφωμένων, πολιτικοποιημένων, αριστερών και θεσμικά ευαίσθητων πολιτών, αλλά αυτό δεν αρκεί για παραταξιακή επιβίωση. Χρειάζεται να απαντήσει αν εκπροσωπεί εργαζομένους νέας επισφάλειας, δημόσιους λειτουργούς, αριστερά μεσαία στρώματα, νεολαία, κοινωνικά κινήματα, ή απλώς ένα τμήμα του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ που απορρίπτει την τρέχουσα μορφή του. Χωρίς σαφή κοινωνική αναφορά, η ιδεολογική καθαρότητα μένει πολιτικά αιωρούμενη.
Η ΕΛ.Α.Σ. πιέζει τη Νέα Αριστερά και στο επίπεδο της μνήμης. Ο Τσίπρας ήταν το πρόσωπο που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Η Νέα Αριστερά μπορεί να ασκεί κριτική στον τσιπρικό κύκλο, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει ότι μεγάλο μέρος του κοινωνικού ακροατηρίου της Αριστεράς εξακολουθεί να αναγνωρίζει στον Τσίπρα μεγαλύτερη πολιτική κλίμακα από όση διαθέτουν οι μετα-ΣΥΡΙΖΑ σχηματισμοί. Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το ποιος έχει δίκιο αναλυτικά, αλλά και από το ποιος μπορεί να οργανώσει συλλογική προσδοκία. Η Νέα Αριστερά έχει αναλυτικό λόγο. Το ερώτημα είναι αν έχει προσδοκία.
Η τελική αποτίμηση είναι ότι η Νέα Αριστερά δεν έχει ακόμη ηττηθεί, αλλά έχει χάσει την πολυτέλεια του αργού χρόνου. Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. τη μεταφέρει από το στάδιο της ήρεμης αυτοσυγκρότησης στο στάδιο της άμεσης στρατηγικής επιλογής. Αν παραμείνει αυτόνομη, πρέπει να αποκτήσει ορατή κοινωνική χρησιμότητα. Αν συγκλίνει, πρέπει να διασώσει πολιτικό περιεχόμενο. Αν αδρανήσει, θα συμπιεστεί. Το ζήτημα δεν είναι αν έχει λόγο. Έχει. Το ζήτημα είναι αν αυτός ο λόγος μπορεί να γίνει δύναμη πριν ο νέος κομματικός ανταγωνισμός την καταστήσει περιθωριακή.
Πρόσφατα σχόλια