Η ελληνική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι παλαιοί τρόποι κατανόησης του κομματικού ανταγωνισμού δεν επαρκούν πλέον. Η συζήτηση εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τα γνώριμα ερωτήματα —ποιος προηγείται, ποιος είναι δεύτερος, ποιος πιέζεται, ποιος απορροφά ποιον, ποιος θα αντέξει μέχρι το 2027— όμως κάτω από αυτή την επιφάνεια εξελίσσεται κάτι βαθύτερο. Η ελληνική κοινωνία δεν μετακινείται απλώς από το ένα κόμμα στο άλλο. Απομακρύνεται από τις σταθερές μορφές κομματικής ταύτισης που χαρακτήρισαν τη Μεταπολίτευση και εισέρχεται σε μια εποχή ρευστής αντιπροσώπευσης. Οι πολίτες δεν εγκαταλείπουν μόνο κόμματα. Εγκαταλείπουν βεβαιότητες. Δεν αναζητούν απλώς νέο αρχηγό ή νέο λογότυπο. Αναζητούν αν υπάρχει ακόμη πολιτικός φορέας ικανός να μεταφράσει την εμπειρία της καθημερινής πίεσης σε αξιόπιστη προοπτική ζωής.
Η σημερινή ρευστότητα δεν είναι στιγμιαία παρεκτροπή. Είναι αποτέλεσμα σωρευτικών μεταβολών που έχουν διαβρώσει τη σχέση κοινωνίας και κομμάτων. Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας διέλυσε μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά κόμματα. Η περίοδος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έδειξε τα όρια της αντισυστημικής υπόσχεσης όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με το κράτος, τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς και τη δημοσιονομική πραγματικότητα. Η μεταμνημονιακή περίοδος δεν αποκατέστησε πλήρως την αίσθηση κοινωνικής ασφάλειας. Η ακρίβεια, η στεγαστική πίεση, η χαμηλή αγοραστική δύναμη, η αβεβαιότητα των νέων, η κόπωση των μεσαίων στρωμάτων και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς συνέχισαν να παράγουν πολιτικό υλικό, χωρίς όμως αυτό να μετατρέπεται αυτομάτως σε σταθερή κομματική ένταξη. Ο πολίτης του 2026 είναι συχνά δυσαρεστημένος, αλλά όχι εύκολα στρατευμένος. Θέλει αλλαγή, αλλά φοβάται την απερισκεψία. Θέλει σταθερότητα, αλλά δεν ανέχεται την αδράνεια. Θέλει κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά δυσπιστεί απέναντι στις γενικές υποσχέσεις.
Αυτό εξηγεί γιατί η αντιπολίτευση εμφανίζεται ταυτόχρονα κινητική και ασταθής. Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα προκάλεσε άμεση αναδιάταξη, με δημοσκοπικές καταγραφές να τη φέρνουν στη δεύτερη θέση και να πιέζουν το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τα μικρότερα σχήματα του χώρου. Όμως αυτή η δυναμική δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως προσωπική επιστροφή Τσίπρα ή ως τεχνική ανακατανομή ποσοστών. Πρέπει να διαβαστεί ως ένδειξη ότι ένα τμήμα της κοινωνίας αναζητά φορέα συμπύκνωσης. Όταν οι πολίτες δεν βρίσκουν σταθερό κόμμα αναφοράς, μετακινούνται προς εκείνον που φαίνεται να μπορεί να οργανώσει την αβεβαιότητα.
Το ίδιο φαινόμενο φαίνεται και στη Βουλή.Η νέα αριθμητική, με τους ανεξάρτητους βουλευτές να εμφανίζονται ως δεύτερη δύναμη αριθμητικά, λειτουργεί σχεδόν ως πολιτικό σύμπτωμα: υπάρχουν πολλές προσωπικές διαδρομές, αλλά λιγότερες σταθερές συλλογικές μορφές. Σε ένα ώριμο κομματικό σύστημα, η ανεξαρτητοποίηση είναι εξαίρεση. Όταν γίνεται εκτεταμένο φαινόμενο, δείχνει ότι τα κόμματα δεν λειτουργούν πια ως επαρκείς μηχανισμοί πολιτικής ενσωμάτωσης.
Τα μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης ήταν φορείς κοινωνικής ένταξης. Συνδέονταν με επαγγελματικές ομάδες, τοπικές κοινωνίες, συνδικαλιστικά δίκτυα, κρατικές προσδοκίες, οικογενειακές μνήμες, ιδεολογικές ταυτότητες. Η ψήφος συχνά είχε βιογραφικό χαρακτήρα. Σήμερα αυτή η σχέση έχει αδυνατίσει. Ο νέος ψηφοφόρος δεν κληρονομεί εύκολα κομματική πίστη. Ο εργαζόμενος της επισφάλειας δεν εντάσσεται αναγκαστικά σε συνδικάτο. Ο μικρομεσαίος δεν αισθάνεται αυτομάτως ότι κάποιος τον εκπροσωπεί. Ο δημόσιος υπάλληλος, ο νέος επιστήμονας, ο ενοικιαστής, ο κάτοικος της περιφέρειας, ο αυτοαπασχολούμενος, ο συνταξιούχος, όλοι βιώνουν διαφορετικές μορφές ανασφάλειας. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία με πολλά παράπονα αλλά όχι ενιαίο πολιτικό υποκείμενο.
Γι’ αυτό οι εκλογές δεν θα κριθούν μόνο από τη φθορά της κυβέρνησης. Μια κυβέρνηση μπορεί να χάνει κοινωνική αποδοχή χωρίς να χάνει αυτομάτως την εξουσία, αν οι αντίπαλοί της δεν εμφανίζονται ως αξιόπιστη εναλλακτική. Το κρίσιμο θα είναι αν κάποιος αντιπολιτευτικός φορέας ή κάποια ευρύτερη πολιτική σύνθεση θα καταφέρει να μετατρέψει τη ρευστή δυσαρέσκεια σε σταθερή εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη, όμως, δεν παράγεται μόνο με καταγγελία. Παράγεται με συγκεκριμένο σχέδιο για μισθούς, στέγη, φορολογία, δημόσια υγεία, παιδεία, θεσμούς, παραγωγή, περιφέρεια. Παράγεται με στελέχη που μπορούν να κυβερνήσουν. Παράγεται με οργανώσεις που δεν υπάρχουν μόνο στα χαρτιά. Παράγεται με γλώσσα που δεν θυμίζει ούτε ξύλινη αντιπολίτευση ούτε επικοινωνιακό θέαμα.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη ρευστότητα ως επιχείρημα σταθερότητας. Θα πει, ρητά ή άρρητα, ότι απέναντί της υπάρχουν πολλά κόμματα, πολλές φιλοδοξίες, πολλές προσωπικές στρατηγικές, αλλά όχι ενιαία πρόταση εξουσίας. Αυτό το επιχείρημα μπορεί να είναι ισχυρό, ιδίως σε κοινωνικά στρώματα που φοβούνται την αστάθεια. Όμως έχει και ένα όριο. Αν η σταθερότητα δεν συνοδεύεται από αισθητή βελτίωση της καθημερινότητας, μπορεί να εκληφθεί ως απλή διατήρηση μιας κουρασμένης τάξης πραγμάτων.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση θα πρέπει να αποφύγει την ψευδαίσθηση ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια της ανήκει εκ προοιμίου. Δεν της ανήκει. Μπορεί να στραφεί στην αποχή, σε προσωποκεντρικές διαμαρτυρίες, σε αντισυστημικά σχήματα, σε τιμωρητική ψήφο ή ακόμη και στην παραμονή στην κυβέρνηση από έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους. Η δυσαρέσκεια είναι πρώτη ύλη, όχι πολιτικό αποτέλεσμα. Για να γίνει αποτέλεσμα, χρειάζεται μορφή. Και αυτή η μορφή δεν μπορεί να είναι μόνο αρχηγική, μόνο ιστορική, μόνο ηθική ή μόνο δημοσκοπική. Πρέπει να είναι κοινωνική και θεσμική ταυτόχρονα. Να απαντά στο ποιος κυβερνά, με ποιους, για ποιους, με ποιο πρόγραμμα και με ποια δυνατότητα εφαρμογής.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η ρευστότητα δεν αφορά μόνο τους ψηφοφόρους· αφορά και τα ίδια τα κόμματα. Τα κόμματα αναζητούν τον εαυτό τους όσο και οι ψηφοφόροι αναζητούν κόμμα. Το ΠΑΣΟΚ αναζητά τρόπο να γίνει ξανά πρωταγωνιστής και όχι απλώς ιστορικός φορέας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητά λόγο ύπαρξης μετά την απώλεια του κεντρικού του συμβόλου. Η ΕΛ.Α.Σ. αναζητά τρόπο να αποδείξει ότι είναι κάτι περισσότερο από επιστροφή Τσίπρα. Η Νέα Αριστερά αναζητά επιβίωση μετά την απώλεια της κοινοβουλευτικής της μορφής. Τα μικρότερα σχήματα αναζητούν ρόλο σε ένα σύστημα όπου η διαμαρτυρία διαχέεται. Αυτή η γενικευμένη αναζήτηση καθιστά την περίοδο έως το 2027 όχι απλώς προεκλογική, αλλά μορφοποιητική. Δεν θα κριθεί μόνο ποιος θα κερδίσει. Θα κριθεί ποια μορφή θα πάρει το κομματικό σύστημα.
Οι εκλογές του 2027 θα είναι κρίσιμες όχι μόνο επειδή θα καθορίσουν κυβερνητική εναλλαγή ή συνέχεια, αλλά επειδή θα δείξουν αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να ξανασυνδέσει την κοινωνία με σταθερές μορφές εκπροσώπησης. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, η πολιτική θα παραμείνει μια διαρκής κίνηση προσώπων, ποσοστών και σχημάτων, χωρίς βαθύτερη κοινωνική εγκατάσταση.
Πρόσφατα σχόλια