Την περίοδο της μνημονιακής κρίσης υπήρχε μια σχεδόν κατακόρυφη σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική απώλεια και στο πολιτικό σύστημα. Η λιτότητα είχε σαφές πρόσωπο. Η επιτήρηση είχε συγκεκριμένο θεσμικό λεξιλόγιο. Η απώλεια εισοδήματος ήταν άμεση, ορατή, βίαιη. Η κοινωνική κάθοδος βιωνόταν ως συλλογικό τραύμα και όχι απλώς ως ατομική δυσκολία. Η πολιτική ευθύνη προσωποποιούνταν στα μνημονιακά κόμματα, στους δανειστές, στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, στην τρόικα, στο παλαιό δικομματικό σύστημα, σε μια ολόκληρη αρχιτεκτονική εξουσίας που εμφανιζόταν στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινωνίας ως μηχανισμός κοινωνικής υποτίμησης. Υπήρχε, με άλλα λόγια, καθαρό τραύμα, καθαρός αντίπαλος, καθαρή πολιτική διαίρεση και καθαρό λεξιλόγιο ρήξης.
Σε εκείνη τη συνθήκη, η δυσαρέσκεια μπορούσε να συμπυκνωθεί πολιτικά με πολύ πιο άμεσο τρόπο. Δεν ήταν απλώς δυσαρέσκεια για την καθημερινότητα· ήταν αίσθηση ιστορικής βλάβης. Δεν επρόκειτο μόνο για παράπονο απέναντι σε μια κυβέρνηση· επρόκειτο για αμφισβήτηση ολόκληρου του μεταπολιτευτικού μοντέλου διακυβέρνησης, του τρόπου ένταξης της χώρας στην ευρωπαϊκή οικονομική πειθαρχία, της αξιοπιστίας των παλαιών κομματικών ελίτ, της ίδιας της υπόσχεσης κοινωνικής ανόδου που είχε δομήσει τη μεταπολιτευτική δημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε τότε να λειτουργήσει ως συμπυκνωτής αυτής της κοινωνικής ενέργειας. Δεν δημιούργησε μόνος του το αντιμνημονιακό ρεύμα· αυτό είχε ήδη παραχθεί από την ίδια την εμπειρία της κρίσης. Κατόρθωσε όμως να του δώσει πολιτική μορφή, κοινοβουλευτική έκφραση, ηγετικό πρόσωπο, συναισθηματική γλώσσα και κυβερνητικό ορίζοντα. Η επιτυχία του δεν ήταν μόνο επικοινωνιακή ούτε μόνο οργανωτική. Ήταν επιτυχία πολιτικής μετάφρασης: μετέφρασε ένα διάχυτο κοινωνικό τραύμα σε εκλογική πλειοψηφική προοπτική.
Σήμερα η κατάσταση είναι βαθιά διαφορετική. Η δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά δεν παίρνει τη μορφή ενιαίου κύματος ρήξης. Δεν έχει την ίδια εκρηκτική πυκνότητα, την ίδια καθαρότητα αντίθεσης, την ίδια αίσθηση ιστορικής ανατροπής. Είναι πιο κατακερματισμένη, πιο καθημερινή, πιο διαβρωτική, πιο σιωπηλή. Δεν συγκροτείται γύρω από ένα μοναδικό γεγονός ή έναν μοναδικό θεσμικό εχθρό. Συνδέεται με την ακρίβεια, με το κόστος στέγης, με την αδυναμία των μισθών να καλύψουν πραγματικές ανάγκες, με την ανασφάλεια των νέων που δυσκολεύονται να σχεδιάσουν ανεξάρτητη ζωή, με την πίεση των οικογενειών που συνεχίζουν να λειτουργούν ως υποκατάστατο κοινωνικού κράτους, με την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, με τη δυσπιστία απέναντι στη δικαιοσύνη και στους θεσμούς, με την αίσθηση ότι η κοινωνική άνοδος έχει γίνει πιο αργή, πιο αβέβαιη και πιο άνιση. Η σημερινή δυσαρέσκεια δεν μοιάζει με κραυγή ανατροπής· μοιάζει περισσότερο με συσσωρευμένη κόπωση.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι πολιτικά δυσκολότερη. Η μνημονιακή δυσαρέσκεια είχε πολεμική μορφή. Η σημερινή έχει μορφή εξάντλησης. Η πρώτη ζητούσε ρήξη. Η δεύτερη ζητά ανακούφιση, αξιοπιστία, διόρθωση, ασφάλεια, εφαρμοσιμότητα. Η πρώτη μπορούσε να παραγάγει ταχύτατα αντισυστημική ψήφο. Η δεύτερη δεν παράγει αυτομάτως κόμμα. Δεν παράγει αυτομάτως αντιδεξιά συσπείρωση. Δεν παράγει αυτομάτως εμπιστοσύνη σε έναν νέο φορέα. Ο πολίτης του 2026 δεν είναι ο ίδιος με τον πολίτη του 2012. Ο πολίτης του 2012 ήταν συχνά οργισμένος, πληγωμένος, έτοιμος να τιμωρήσει, έτοιμος να αναζητήσει ριζική ανατροπή. Ο πολίτης του 2026 είναι περισσότερο κουρασμένος, δύσπιστος, προσεκτικός, απαιτητικός. Δεν αναζητά απλώς κάποιον να τιμωρήσει την κυβέρνηση ή το σύστημα. Αναζητά κάποιον που μπορεί να κυβερνήσει χωρίς να τον οδηγήσει σε νέα αβεβαιότητα. Θέλει ανακούφιση, αλλά όχι δημοσιονομικό τυχοδιωκτισμό. Θέλει κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά όχι ανέξοδη ρητορεία. Θέλει αλλαγή, αλλά όχι περιπέτεια. Θέλει σταθερότητα, αλλά όχι στασιμότητα. Θέλει μια πολιτική που να καταλαβαίνει το βάρος της ζωής του χωρίς να του υπόσχεται θαύματα.
Εδώ βρίσκεται το κεντρικό πολιτικό αίνιγμα της περιόδου πριν από το 2027: η κοινωνία δεν είναι ικανοποιημένη, αλλά δεν έχει ακόμη πειστεί ποιος μπορεί να εκφράσει αξιόπιστα τη μη ικανοποίησή της. Αυτή η φράση συνοψίζει το βαθύτερο πρόβλημα της αντιπολίτευσης. Η κοινωνική δυσφορία δεν λείπει. Λείπει ο σταθερός πολιτικός μεταφραστής της. Τα κόμματα μιλούν για ακρίβεια, στέγη, μισθούς, θεσμούς, δημόσια υγεία, παιδεία, νέους, μεσαία τάξη, παραγωγή. Όμως συχνά τα λένε ως θεματικές ενότητες προγράμματος και όχι ως ενιαίο κοινωνικό αφήγημα. Η κοινωνία δεν ακούει ακόμη μια πειστική ιστορία για το πώς τα διάσπαρτα βιώματα πίεσης μπορούν να μετατραπούν σε νέα πολιτική συμφωνία. Υπάρχουν πολλά παράπονα, αλλά όχι ακόμη κοινή ιστορία. Υπάρχει κοινωνική πίεση, αλλά όχι ακόμη συλλογικός προσανατολισμός. Υπάρχει διάθεση αλλαγής, αλλά όχι ακόμη αίσθηση ιστορικής κατεύθυνσης.
Αυτό εξηγεί γιατί η αντιπολίτευση εμφανίζεται ταυτόχρονα ζωντανή και αδύναμη. Ζωντανή, επειδή υπάρχει κίνηση: νέοι φορείς, μετακινήσεις στελεχών, δημοσκοπικές ανακατατάξεις, πίεση στο ΠΑΣΟΚ, κατάρρευση ή περαιτέρω αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ορισμένες μετρήσεις, διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς, αύξηση ανεξάρτητων βουλευτών και νέα κοινοβουλευτική αριθμητική. Το πολιτικό πεδίο δεν είναι ακίνητο. Κάθε άλλο. Βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Όμως η κίνηση αυτή δεν έχει ακόμη αποκτήσει σταθερή μορφή. Η αντιπολίτευση είναι αδύναμη όχι επειδή δεν παράγει γεγονότα, αλλά επειδή δεν έχει ακόμη μετατρέψει αυτά τα γεγονότα σε συνεκτικό σχέδιο εξουσίας. Η δυναμική δεν είναι ακόμη ηγεμονία. Η δημοσκοπική άνοδος δεν είναι ακόμη κοινωνική εγκατάσταση. Η μετακίνηση στελεχών δεν είναι ακόμη μαζική αντιπροσώπευση. Η φθορά της κυβέρνησης δεν είναι ακόμη αλλαγή εξουσίας.
Η περίπτωση της Νέας Αριστεράς είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή δείχνει το όριο της στελεχιακής πολιτικής. Η αποχώρηση επτά βουλευτών και δεκάδων στελεχών, που οδήγησε στη διάλυση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας, δεν είναι απλώς επεισόδιο εσωτερικής κρίσης ενός μικρού κόμματος. Είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης δυσκολίας: οι νέες οργανωτικές μορφές γεννιούνται και φθείρονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν κοινωνική διάρκεια. Η Νέα Αριστερά είχε λόγο ύπαρξης ως κριτική στην αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, ως προσπάθεια διάσωσης μιας πιο σοβαρής, θεσμικής και προγραμματικής Αριστεράς. Όμως δεν κατόρθωσε να μετατρέψει αυτή την κριτική σε κοινωνική αναγκαιότητα. Είχε πολιτική συνείδηση, αλλά όχι αρκετό κοινωνικό σώμα. Είχε στελέχη, αλλά όχι επαρκή κοινωνική γείωση. Όταν εμφανίστηκε ισχυρότερος πόλος ανασύνταξης, η εσωτερική της συνοχή αποδείχθηκε ανεπαρκής. Το μάθημα είναι αυστηρό: ένα κόμμα δεν επιβιώνει επειδή έχει δίκιο σε μια εσωτερική διάγνωση. Επιβιώνει όταν υπάρχουν κοινωνικές δυνάμεις που αισθάνονται ότι το χρειάζονται.
Η ελληνική πολιτική ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν έρχονται ποτέ μόνο από τη φθορά της εξουσίας. Η φθορά είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής συνθήκη. Οι μεγάλες αλλαγές έρχονται όταν η φθορά συναντά έναν πειστικό φορέα εναλλακτικής ιστορικής υπόσχεσης. Το ΠΑΣΟΚ του 1981 δεν κέρδισε απλώς επειδή η Νέα Δημοκρατία είχε κουραστεί ή επειδή η κοινωνία ήθελε εναλλαγή. Κέρδισε επειδή συμπύκνωσε ένα βαθύ αίτημα ένταξης, ανόδου, αναγνώρισης, δημοκρατικής ολοκλήρωσης και κοινωνικής διεύρυνσης της εξουσίας. Έδωσε γλώσσα σε κοινωνικά στρώματα που αισθάνονταν ότι είχαν μείνει εκτός του μετεμφυλιακού και πρώιμου μεταπολιτευτικού συστήματος. Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ του 2015 δεν κέρδισε μόνο επειδή τα μνημονιακά κόμματα είχαν απονομιμοποιηθεί. Κέρδισε επειδή εμφανίστηκε, σωστά ή λανθασμένα, ως φορέας ανατροπής ενός βιωμένου καθεστώτος απώλειας. Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτική αλλαγή δεν ήταν απλή διαμαρτυρία. Ήταν υπόσχεση νέας ιστορικής τάξης.
Σήμερα δεν υπάρχει ακόμη αντίστοιχη υπόσχεση. Υπάρχουν επιμέρους πολιτικές γλώσσες, αλλά όχι ενιαίο πλειοψηφικό αφήγημα. Η κυβέρνηση μιλά για σταθερότητα, συνέχεια, ανάπτυξη, διαχείριση, διεθνή αξιοπιστία. Η αντιπολίτευση μιλά για ακρίβεια, κοινωνική δικαιοσύνη, θεσμούς, αλλαγή, ανασύνταξη. Όμως το κενό βρίσκεται στο επίπεδο της σύνθεσης. Ποια είναι η νέα κοινωνική συμμαχία που μπορεί να κυβερνήσει; Πώς ενώνονται οι νέοι ενοικιαστές με τη μεσαία τάξη που φοβάται τη φορολογική επιβάρυνση; Πώς ενώνονται οι μισθωτοί που ζητούν αυξήσεις με οι μικρομεσαίοι που πιέζονται από κόστος και εισφορές; Πώς ενώνονται οι πολίτες που ζητούν ισχυρό κοινωνικό κράτος με εκείνους που δυσπιστούν απέναντι στη φορολογική και διοικητική αποτελεσματικότητα του κράτους; Πώς γίνεται η θεσμική δυσπιστία αίτημα δημοκρατικής ανασυγκρότησης και όχι απλώς αντικυβερνητική καταγγελία; Αυτά είναι τα ερωτήματα που ξεχωρίζουν μια πραγματική εναλλακτική εξουσίας από ένα άθροισμα δυσαρεσκειών.
Η κυβέρνηση διατηρεί ακόμη πλεονέκτημα ακριβώς επειδή η αντιπολίτευση δεν έχει λύσει αυτό το πρόβλημα. Μπορεί να εμφανίζεται φθαρμένη, αλλά παραμένει ο γνωστός πόλος διακυβέρνησης. Μπορεί να πιέζεται από την ακρίβεια, την κόπωση της καθημερινότητας, τα θεσμικά ζητήματα, τη φθορά του χρόνου και τη συσσώρευση κοινωνικών αιτημάτων, αλλά όσο οι αντίπαλοί της δεν παρουσιάζουν καθαρή, ενιαία και εφαρμόσιμη πλειοψηφική πρόταση, μπορεί να μετατρέπει την αδυναμία τους σε επιχείρημα σταθερότητας. Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό της απόθεμα. Όχι μόνο τα ποσοστά της. Όχι μόνο η κυβερνητική εμπειρία. Αλλά η δυνατότητα να λέει ότι απέναντί της δεν υπάρχει ακόμη ώριμο σχέδιο αλλαγής. Σε κοινωνίες κουρασμένες και δύσπιστες, το επιχείρημα της σταθερότητας μπορεί να παραμείνει ισχυρό ακόμη και όταν η ικανοποίηση από τη διακυβέρνηση μειώνεται.
Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το κενό, αλλά η απάντησή της παραμένει υπό δοκιμή. Ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει πολιτική αναγνωρισιμότητα, κυβερνητική εμπειρία, ικανότητα παραγωγής γεγονότος και μνήμη εξουσίας. Αυτά τον καθιστούν αμέσως σημαντικό. Σε ένα ρευστό αντιπολιτευτικό πεδίο, η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού δεν είναι απλό κομματικό γεγονός· είναι απόπειρα ανασύνταξης πολιτικού χώρου. Ταυτόχρονα, όμως, ακριβώς αυτά τα πλεονεκτήματα αποτελούν και βάρος. Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως άφθαρτος φορέας νέας αρχής. Επιστρέφει ως πολιτικός που έχει ήδη κυβερνήσει, έχει κριθεί, έχει ηττηθεί, έχει αποχωρήσει από την ηγεσία του κόμματος που τον ανέδειξε και τώρα ζητά να ερμηνευθεί ξανά. Η δεύτερη πολιτική εμπιστοσύνη είναι δυσκολότερη από την πρώτη, επειδή δεν στηρίζεται στην προσδοκία του άγνωστου αλλά στην αναθεώρηση της μνήμης. Η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να γίνει πόλος ανασύνταξης μόνο αν πείσει ότι δεν αποτελεί ανακύκλωση της τσιπρικής εμπειρίας με νέο οργανωτικό περίβλημα, αλλά ώριμη επεξεργασία των ορίων της προηγούμενης περιόδου.
Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό αλλά εξίσου απαιτητικό πρόβλημα. Είναι ιστορικός φορέας, έχει θεσμική συνέχεια, οργανωτική μνήμη, ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική αναφορά και βαθιά εγγραφή στη μεταπολιτευτική ιστορία. Όμως αυτά δεν αρκούν. Οι κοινωνίες δεν επιστρέφουν στην ιστορία επειδή η ιστορία υπήρξε κάποτε ισχυρή. Επιστρέφουν εκεί όπου βλέπουν μέλλον. Αν το ΠΑΣΟΚ περιοριστεί στον ρόλο του σοβαρού, ευπρεπούς, θεσμικού και ιστορικά γνώριμου φορέα, κινδυνεύει να παραμείνει σεβαστό αλλά όχι αναγκαίο. Και στην πολιτική, το κρίσιμο δεν είναι να σε σέβονται· είναι να σε χρειάζονται. Για να ξαναγίνει αναγκαίο, πρέπει να μετατρέψει τη σοσιαλδημοκρατική του ταυτότητα σε σύγχρονο σχέδιο για την εργασία, τη στέγη, τη φορολογία, το κοινωνικό κράτος, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τους μισθούς, τη δημόσια διοίκηση και τη θεσμική αξιοπιστία. Πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς η ασφαλέστερη εκδοχή της αντιπολίτευσης, αλλά φορέας νέας κοινωνικής χρησιμότητας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά, από την άλλη, δείχνουν τι συμβαίνει όταν ένα κόμμα χάνει την αίσθηση αναγκαιότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε μετά το 2019 να μετατρέψει την κυβερνητική του εμπειρία σε νέα κοινωνική σύμβαση. Έμεινε ανάμεσα στη μνήμη της ριζοσπαστικής ανόδου και στην ανάγκη σοσιαλδημοκρατικής κανονικοποίησης, χωρίς να σταθεροποιήσει πειστικά κανένα από τα δύο. Η Νέα Αριστερά δεν κατάφερε να μετατρέψει την αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ σε κοινωνική ίδρυση νέου φορέα. Η διάλυση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας έδειξε ότι το πρόβλημα δεν ήταν απλώς οργανωτικό αλλά πολιτικό: όταν ένας φορέας δεν πείθει ότι έχει μέλλον, τα στελέχη του αναζητούν αλλού προοπτική. Και όταν δεν υπάρχουν κοινωνικές δυνάμεις που να τον κρατούν όρθιο, η στελεχιακή μετακίνηση γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Το βάθος της σημερινής συγκυρίας βρίσκεται, επομένως, στη διάσταση ανάμεσα στην κοινωνική πίεση και στην πολιτική μορφή. Η κοινωνική πίεση είναι υπαρκτή. Το κόστος ζωής βαραίνει. Η στέγη γίνεται κεντρικό ζήτημα γενεακής ανισότητας. Η εργασία δεν εξασφαλίζει πάντα προοπτική. Το κοινωνικό κράτος πιέζεται. Οι θεσμοί δεν πείθουν πάντοτε ότι λειτουργούν με ισονομία και λογοδοσία. Όμως η πολιτική μορφή αυτών των προβλημάτων δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί. Το 2027 θα κριθεί από το αν κάποιος θα μπορέσει να κάνει αυτή τη σύνδεση: να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε πρόταση, την κόπωση σε ελπίδα, τον φόβο σε σχέδιο, την αλλαγή σε κυβερνητική αξιοπιστία.
Αν αυτό δεν συμβεί, η δυσαρέσκεια μπορεί να μείνει πολιτικά άκαρπη ή να εκφραστεί με αποσπασματικούς τρόπους: αποχή, προσωρινή ψήφο, κατακερματισμό, ψήφο διαμαρτυρίας, μετακινήσεις χωρίς σταθερή ταύτιση, ενίσχυση προσώπων χωρίς οργανωτικό βάθος. Η κυβέρνηση μπορεί να αντέξει όχι επειδή θα έχει κερδίσει εκ νέου την κοινωνία σε βάθος, αλλά επειδή οι αντίπαλοί της δεν θα έχουν καταφέρει να οργανώσουν πειστικά τη δυσαρέσκεια. Η αντιπολίτευση μπορεί να αυξήσει την κινητικότητά της χωρίς να αποκτήσει πλειοψηφική ωριμότητα. Και το κομματικό σύστημα μπορεί να αλλάξει αριθμητικά χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά η ποιότητα της αντιπροσώπευσης.
Είναι πρόδηλο ότι η σημερινή δυσαρέσκεια είναι πολιτικά πιο απαιτητική από εκείνη της μνημονιακής δεκαετίας. Ζητά πειστική επανόρθωση. Δεν ζητά απλώς τιμωρία της εξουσίας. Ζητά νέα σχέση εμπιστοσύνης. Δεν ζητά απλώς αντίπαλο της κυβέρνησης. Ζητά φορέα που να μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Η κοινωνία είναι ανοιχτή, αλλά όχι παραδομένη. Είναι δυσαρεστημένη, αλλά όχι ακόμη στρατευμένη. Είναι κουρασμένη, αλλά όχι τυφλά οργισμένη. Είναι διαθέσιμη, αλλά ζητά αποδείξεις. Όποιος καταλάβει αυτή τη λεπτή πολιτική ψυχολογία θα έχει πλεονέκτημα. Όποιος επιχειρήσει να ξαναπαίξει το έργο του 2012 με άλλα πρόσωπα, θα αποτύχει. Διότι η Ελλάδα του 2026 δεν ζητά απλώς κάποιον να εκφράσει την αγανάκτησή της. Ζητά κάποιον να μετατρέψει τη διάχυτη, καθημερινή, σύνθετη δυσκολία της σε σοβαρή, εφαρμόσιμη και αξιόπιστη πολιτική διέξοδο.
Πρόσφατα σχόλια