.Το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής επιδιώκει να συνδυάσει δύο αξίες που βρίσκονται σε διαρκή ένταση: την αναλογική αντιπροσώπευση των πολιτικών δυνάμεων και τη δυνατότητα σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης. Η πρώτη αξία συνδέεται με την ισότητα της ψήφου, τον πολιτικό πλουραλισμό και τη δημοκρατική απεικόνιση της κοινωνίας. Η δεύτερη συνδέεται με τη λειτουργικότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος, τη συνέχεια της διοίκησης, την ευθύνη της κυβέρνησης και την αποφυγή παρατεταμένης ακυβερνησίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δεύτερη αξία, δηλαδή η κυβερνησιμότητα, παύει να λειτουργεί ως αναγκαία εξισορρόπηση και μετατρέπεται σε μηχανισμό υπερενίσχυσης της πρώτης πολιτικής δύναμης εις βάρος της αναλογικής δικαιοσύνης.

Μια Βουλή που αντανακλά με μεγάλη ακρίβεια τον κομματικό κατακερματισμό της κοινωνίας μπορεί να δυσκολεύεται να παράγει σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία. Η καθαρή αναλογικότητα έχει το πλεονέκτημα της αντιπροσωπευτικής εντιμότητας, αλλά μπορεί, υπό ορισμένες πολιτικές συνθήκες, να οδηγήσει σε δυσχέρεια σχηματισμού κυβέρνησης, σε διαρκείς διαπραγματεύσεις, σε εύθραυστες συνεργασίες ή σε επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Η ενισχυμένη αναλογική παρεμβαίνει ακριβώς σε αυτό το σημείο. Δεν αρνείται την αναλογική αρχή πλήρως, αλλά την τροποποιεί υπέρ της κυβερνητικής σταθερότητας. Το μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα λειτουργεί ως θεσμικός επιταχυντής αυτοδυναμίας ή, τουλάχιστον, ως μηχανισμός ενίσχυσης της διαπραγματευτικής του θέσης.

Η κυβερνητική σταθερότητα είναι πράγματι θεμιτή συνταγματική επιδίωξη. Σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα, η κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να σχηματίζεται, να λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης, να εφαρμόζει πρόγραμμα, να αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη και να λογοδοτεί. Η ακυβερνησία δεν είναι ουδέτερη κατάσταση. Μπορεί να προκαλέσει διοικητική αδράνεια, αδυναμία λήψης αποφάσεων, θεσμική κόπωση, οικονομική αβεβαιότητα και υποβάθμιση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Η κυβερνησιμότητα, επομένως, δεν είναι απλώς επιθυμία των μεγάλων κομμάτων. Είναι λειτουργική ανάγκη του πολιτεύματος. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν η σταθερότητα έχει αξία. Το ζήτημα είναι πόση αναλογικότητα μπορεί να θυσιαστεί για χάρη της σταθερότητας χωρίς να αλλοιωθεί υπέρμετρα η ισότητα της ψήφου και η δημοκρατική αντιπροσώπευση.

Το μπόνους εδρών αποτελεί τον πυρήνα αυτής της στάθμισης. Από συνταγματική άποψη, το μπόνους δεν είναι απαγορευμένο απλώς επειδή αποκλίνει από την καθαρή αναλογικότητα. Η ελληνική συνταγματική τάξη δεν επιβάλλει ένα αποκλειστικό μοντέλο απλής αναλογικής. Αναθέτει στον κοινό νομοθέτη τη ρύθμιση του εκλογικού συστήματος, αφήνοντάς του σημαντικό πεδίο πολιτικής εκτίμησης. Όμως η ευχέρεια αυτή δεν είναι απεριόριστη. Το εκλογικό σύστημα πρέπει να σέβεται τον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής, την ισότητα της ψήφου, την ελεύθερη διαμόρφωση της λαϊκής βούλησης και την ουσιαστική αντιπροσωπευτικότητα. Ένα περιορισμένο και λογικά συνδεδεμένο μπόνους μπορεί να θεωρηθεί θεσμικό μέσο σταθερότητας. Ένα υπερβολικό μπόνους, αντιθέτως, μπορεί να καταλήξει σε τεχνητή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στην κοινωνική πλειοψηφία.

Η κρίσιμη έννοια εδώ είναι η «πλειοψηφική τεχνητότητα». Κάθε εκλογικό σύστημα μετατρέπει ψήφους σε έδρες με κάποιο βαθμό τεχνικής διαμεσολάβησης. Ακόμη και η απλή αναλογική περιλαμβάνει κανόνες κατανομής, υπόλοιπα, κατώφλια και περιφέρειες. Όμως στην ενισχυμένη αναλογική η τεχνική διαμεσολάβηση γίνεται πιο έντονη, διότι το πρώτο κόμμα λαμβάνει κοινοβουλευτικό πλεονέκτημα μεγαλύτερο από την αμιγή εκλογική του δύναμη. Το συνταγματικό ερώτημα είναι αν αυτό το πλεονέκτημα παραμένει εύλογη διόρθωση υπέρ της κυβερνησιμότητας ή αν μετατρέπεται σε υπέρμετρη κατασκευή πλειοψηφίας. Όταν ένα κόμμα μπορεί να αποκτήσει αυτοδυναμία με ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από την απόλυτη κοινωνική πλειοψηφία, η θεσμική νομιμότητα της κυβέρνησης παραμένει τυπικά ακέραιη, αλλά η πολιτική της νομιμοποίηση γίνεται πιο σύνθετη. Κυβερνά νόμιμα ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά όχι ως άμεση αριθμητική έκφραση πλειοψηφίας των ψηφοφόρων.

Η ενισχυμένη αναλογική παράγει επίσης συγκεκριμένα πολιτικά κίνητρα. Ενισχύει την πόλωση γύρω από το πρώτο κόμμα, αυξάνει τη στρατηγική ψήφο, συμπιέζει μικρότερους σχηματισμούς και συχνά μετατρέπει την εκλογική αναμέτρηση σε διαγωνισμό αυτοδυναμίας. Ο ψηφοφόρος δεν καλείται μόνο να επιλέξει το κόμμα που τον εκφράζει, αλλά και να σταθμίσει αν η ψήφος του συμβάλλει σε κυβέρνηση, αποτροπή κυβέρνησης ή κατακερματισμό. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά αντιδημοκρατικό. Είναι όμως σημαντικό, διότι δείχνει ότι το εκλογικό σύστημα δεν είναι ουδέτερος καθρέφτης της κοινωνίας. Είναι μηχανισμός παραγωγής συμπεριφορών. Η ενισχυμένη αναλογική επιβραβεύει τη συγκέντρωση και τιμωρεί τη διάχυση. Ενθαρρύνει τον διπολικό ή ημι-διπολικό ανταγωνισμό και αποθαρρύνει την πλήρη έκφραση μικρότερων πολιτικών διαφοροποιήσεων.

Η θεσμική της υπεράσπιση στηρίζεται στο επιχείρημα της ευθύνης. Μια αυτοδύναμη ή ισχυρά ενισχυμένη κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να διαχέει τις ευθύνες της σε εταίρους ή σε ασταθείς συμβιβασμούς. Διαθέτει καθαρή εντολή εφαρμογής προγράμματος και μπορεί να κριθεί στις επόμενες εκλογές. Η κυβερνητική σταθερότητα ενισχύει, με αυτή την έννοια, τη λογοδοσία: ο πολίτης ξέρει ποιος κυβερνά και ποιον θα τιμωρήσει ή θα επιβραβεύσει. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό έχει όριο. Η λογοδοσία δεν εξαρτάται μόνο από την καθαρότητα της κυβερνητικής ευθύνης, αλλά και από την ποιότητα της αντιπροσώπευσης, τη δύναμη της αντιπολίτευσης, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την κοινωνική αίσθηση δικαιοσύνης του εκλογικού αποτελέσματος. Αν η σταθερότητα παράγεται με υπέρμετρη στρέβλωση, τότε η καθαρότητα της ευθύνης συνοδεύεται από έλλειμμα αντιπροσωπευτικότητας.

Η ενισχυμένη αναλογική πρέπει, επομένως, να αξιολογείται με βάση την αρχή της αναλογικότητας με ευρεία συνταγματική έννοια. Πρώτον, είναι πρόσφορη για τον σκοπό της κυβερνητικής σταθερότητας; Ναι, στον βαθμό που αυξάνει την πιθανότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Δεύτερον, είναι αναγκαία; Εδώ η απάντηση είναι πιο σύνθετη, διότι η σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί και με άλλους τρόπους: κουλτούρα κυβερνήσεων συνεργασίας, προγραμματικές συμφωνίες, εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας, θεσμική ενίσχυση διαλόγου, ηπιότερα μπόνους ή διαφορετικοί κανόνες κατανομής. Τρίτον, είναι αναλογική υπό στενή έννοια; Δηλαδή το όφελος σταθερότητας υπερβαίνει τη βλάβη στην αντιπροσωπευτικότητα; Εδώ βρίσκεται το κρισιμότερο σημείο. Το μπόνους είναι συνταγματικά ανεκτό όσο δεν ακυρώνει την ουσία της ισότητας της ψήφου και όσο παραμένει συνδεδεμένο με πραγματική εκλογική υπεροχή του πρώτου κόμματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πολιτική κουλτούρα μέσα στην οποία λειτουργεί το σύστημα. Σε χώρες με ώριμη κουλτούρα συνεργασιών, η αναλογικότητα δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αστάθεια. Σε χώρες με έντονη πόλωση, αρχηγικά κόμματα, χαμηλή εμπιστοσύνη και αδύναμη προγραμματική συνεννόηση, η καθαρή αναλογικότητα μπορεί πράγματι να δυσκολέψει τη διακυβέρνηση. Όμως το εκλογικό σύστημα δεν πρέπει απλώς να προσαρμόζεται στις παθογένειες της πολιτικής κουλτούρας· μπορεί και να τις αναπαράγει. Αν η ενισχυμένη αναλογική μονίμως επιβραβεύει την αυτοδυναμία, τα κόμματα δεν εκπαιδεύονται στη συνεργασία. Αν η απλή αναλογική επιβάλλεται χωρίς κουλτούρα συναινέσεων, μπορεί να παράγει αδιέξοδο. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιο σύστημα είναι θεωρητικά καλύτερο, αλλά ποιο σύστημα συμβάλλει μακροπρόθεσμα σε θεσμική ωρίμανση.

 Η καθαρή αναλογικότητα εκφράζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον πλουραλισμό της κοινωνίας, αλλά δεν εγγυάται από μόνη της κυβερνητική λειτουργικότητα. Η ενισχυμένη αναλογική διευκολύνει τη σταθερότητα, αλλά μπορεί να παραγάγει δυσανάλογη ενίσχυση του πρώτου κόμματος. Το συνταγματικά ζητούμενο δεν είναι να επιλεγεί αφηρημένα η μία αξία εναντίον της άλλης. Είναι να διαμορφωθεί ένα εκλογικό σύστημα που να επιτυγχάνει εύλογη ισορροπία ανάμεσα στην αντιπροσωπευτικότητα και την κυβερνησιμότητα.

Η κυβερνητική σταθερότητα είναι συνταγματικά σημαντική, αλλά δεν είναι υπέρτατη αξία που απορροφά την ισότητα της ψήφου. Η δημοκρατία χρειάζεται κυβερνήσεις που κυβερνούν, αλλά χρειάζεται και Βουλή που αντανακλά με επάρκεια την κοινωνική βούληση. Η υπερβολική ενίσχυση του πρώτου κόμματος μπορεί να προσφέρει καθαρότητα διακυβέρνησης, αλλά με κόστος την αντιπροσωπευτική δικαιοσύνη. Το όριο του μπόνους βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου η σταθερότητα παύει να υπηρετεί το κοινοβουλευτικό πολίτευμα και αρχίζει να αλλοιώνει υπέρμετρα τη δημοκρατική μετάφραση της ψήφου σε εξουσία.