Η προεδρική επιτυχία υπό όρους είναι μια ιδιαίτερη μορφή πολιτικού αφηγήματος. Δεν πρόκειται για καθαρή νίκη, με την κλασική έννοια της οριστικής επίτευξης στόχων. Δεν πρόκειται όμως και για απλή διαχείριση αβεβαιότητας. Είναι η προσπάθεια μιας εκτελεστικής εξουσίας να παρουσιάσει μια προσωρινή, εύθραυστη και ατελή συμφωνία ως απόδειξη σκληρής, αποτελεσματικής και αποφασιστικής ηγεσίας. Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν προσφέρεται ακριβώς για αυτή την ανάλυση. Είναι χρονικά περιορισμένη, εξαρτημένη από αλληλουχία βημάτων, ευάλωτη σε παρερμηνείες, ανοιχτή σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και δεμένη με πρακτικά ζητήματα εφαρμογής. Ωστόσο, για να επιβιώσει πολιτικά στο εσωτερικό των ΗΠΑ, πρέπει να παρουσιαστεί όχι ως αβέβαιη δοκιμή, αλλά ως επίτευγμα ισχύος.

Η πολιτική ανάγκη είναι προφανής. Κανένας Πρόεδρος δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ότι απλώς αγόρασε χρόνο. Η αγορά χρόνου μπορεί να είναι στρατηγικά σοφή, αλλά επικοινωνιακά φτωχή. Το κοινό, τα κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης, οι αγορές και οι θεσμικοί αντίπαλοι αναζητούν καθαρά σχήματα: κέρδος ή ήττα, ισχύς ή αδυναμία, επιτυχία ή παραχώρηση. Η προσωρινή συμφωνία, όμως, δεν χωρά εύκολα σε αυτά τα δίπολα. Η προεδρική επικοινωνία πρέπει επομένως να τη μετατρέψει σε απλό αφήγημα χωρίς να ακυρώσει τη σύνθετη φύση της. Πρέπει να πει ότι η συμφωνία είναι σκληρή νίκη, ενώ γνωρίζει ότι η πραγματική της επιτυχία θα κριθεί αργότερα.

Η πρώτη τεχνική αυτής της μετατροπής είναι η αναδρομική δικαίωση της πίεσης. Η συμφωνία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα προηγούμενης αποφασιστικότητας. Δεν προβάλλεται ως συμβιβασμός μεταξύ δύο πλευρών που αναγνώρισαν τα όρια της κλιμάκωσης, αλλά ως προϊόν σκληρής πολιτικής που απέδωσε. Με αυτόν τον τρόπο, η προεδρία αποφεύγει την κατηγορία της υπαναχώρησης. Η λογική είναι απλή: αν η συμφωνία ήρθε μετά από πίεση, τότε η πίεση δικαιώθηκε. Αν η άλλη πλευρά αποδέχθηκε προσωρινό πλαίσιο, τότε η προεδρική γραμμή εμφανίζεται αποτελεσματική. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αφήγηση συχνά υπεραπλουστεύει την πραγματικότητα, διότι οι συμφωνίες σπάνια προκύπτουν από μονομερή επιβολή. Συνήθως προκύπτουν από αμοιβαία εκτίμηση κόστους.

Η δεύτερη τεχνική είναι η εστίαση σε μετρήσιμα άμεσα αποτελέσματα. Η συμφωνία μπορεί να είναι αβέβαιη ως προς την τελική της έκβαση, αλλά έχει σημεία που μπορούν να παρουσιαστούν απτά: παύση επιχειρήσεων, επαναλειτουργία εμπορικής διέλευσης, χρονικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, σταδιακή άρση αποκλεισμού, κινητοποίηση αγορών, πιθανή μείωση κόστους ενέργειας. Η πολιτική επικοινωνία επιλέγει αυτά τα στοιχεία επειδή είναι ορατά. Το κοινό δυσκολεύεται να αξιολογήσει σύνθετες ρήτρες επιτήρησης ή αλληλουχίες συμμόρφωσης. Μπορεί όμως να κατανοήσει ότι τα πλοία περνούν, οι τιμές αποκλιμακώνονται ή οι εχθροπραξίες παγώνουν. Έτσι, η αβεβαιότητα του μέλλοντος αντισταθμίζεται από την υλικότητα του παρόντος.

Η τρίτη τεχνική είναι η γλώσσα της αιρεσιμότητας. Η συμφωνία δεν παρουσιάζεται ως πράξη εμπιστοσύνης, αλλά ως πράξη ελέγχου. Ο Πρόεδρος δεν λέει «πιστέψαμε τον αντίπαλο». Λέει «τον υποχρεώσαμε σε ελεγχόμενη διαδικασία». Δεν λέει «κάναμε παραχωρήσεις». Λέει «δώσαμε ανταλλάγματα υπό όρους». Δεν λέει «η συμφωνία είναι οριστική». Λέει «η συνέχεια εξαρτάται από συμμόρφωση». Αυτή η γλώσσα είναι πολιτικά ισχυρή επειδή μετατρέπει την προσωρινότητα από αδυναμία σε αυστηρότητα. Η συμφωνία είναι περιορισμένη όχι επειδή είναι ανεπαρκής, αλλά επειδή είναι πειθαρχημένη. Είναι προσωρινή όχι επειδή δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αλλά επειδή η ηγεσία δεν είναι αφελής. Η αβεβαιότητα γίνεται ένδειξη προσοχής.

Η τέταρτη τεχνική είναι η προσωποποίηση της αποτελεσματικότητας. Η προεδρική επικοινωνία τείνει να συγκεντρώνει τη συμφωνία στο πρόσωπο του ηγέτη. Η αποκλιμάκωση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα αποφασιστικής ηγεσίας, διαπραγματευτικής σκληρότητας και ικανότητας να επιβληθεί τάξη σε ένα χαοτικό περιβάλλον. Αυτό είναι επικοινωνιακά αποτελεσματικό, αλλά θεσμικά επικίνδυνο. Όσο περισσότερο η συμφωνία προσωποποιείται, τόσο περισσότερο εξαρτάται πολιτικά από το κύρος του Προέδρου. Αν εφαρμοστεί, ενισχύει την εικόνα του. Αν αποτύχει, η αποτυχία γίνεται προσωπική. Η προσωποποίηση είναι επιταχυντής πολιτικού κέρδους, αλλά και πολλαπλασιαστής πολιτικού ρίσκου.

Η πέμπτη τεχνική είναι η μετατροπή της αβεβαιότητας σε δοκιμασία. Η συμφωνία δεν παρουσιάζεται ως τελικό καθεστώς, αλλά ως τεστ. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο πολιτικά. Αν η συμφωνία πετύχει, η προεδρία λέει ότι η στρατηγική της απέδωσε. Αν αποτύχει, μπορεί να ισχυριστεί ότι η άλλη πλευρά απέτυχε στη δοκιμασία. Έτσι, το προεδρικό αφήγημα προστατεύεται μερικώς και από τα δύο ενδεχόμενα. Η συμφωνία είναι επιτυχία επειδή άνοιξε δρόμο· αν ο δρόμος κλείσει, η ευθύνη μεταφέρεται στον μη συμμορφούμενο αντίπαλο. Αυτή είναι κλασική πολιτική διαχείριση αβέβαιης διπλωματίας.

Το πιο λεπτό πρόβλημα είναι ότι η αφήγηση της σκληρής νίκης μπορεί να υπονομεύσει τη συμφωνία που επιχειρεί να προστατεύσει. Αν μια προσωρινή και αμοιβαία συμφωνία παρουσιαστεί υπερβολικά ως μονομερής επιβολή, η άλλη πλευρά δυσκολεύεται να τη στηρίξει εσωτερικά. Αν η προεδρία διαφημίσει την αποκλιμάκωση ως πλήρη υποταγή του αντιπάλου, τότε η αντίπαλη πολιτική ηγεσία θα χρειαστεί να απαντήσει με δική της σκληρή αφήγηση. Έτσι, η επικοινωνιακή επιτυχία στο εσωτερικό μπορεί να παράγει ερμηνευτική σύγκρουση στο εξωτερικό. Η σκληρή νίκη είναι χρήσιμη πολιτικά, αλλά πρέπει να διατυπωθεί με ακρίβεια. Πρέπει να είναι αρκετά σκληρή για το εσωτερικό ακροατήριο, αλλά όχι τόσο ταπεινωτική ώστε να καταστήσει αδύνατη την εφαρμογή.

Η προεδρική επιτυχία υπό όρους έχει επίσης σχέση με τις αγορές. Οι αγορές συχνά λειτουργούν ως άτυπος επικυρωτής του αφηγήματος. Αν οι τιμές ενέργειας πέφτουν, αν οι μετοχές ενισχύονται, αν οι εισροές κεφαλαίων αυξάνονται, η προεδρία μπορεί να πει ότι η συμφωνία ήδη παράγει σταθερότητα. Όμως οι αγορές δεν πιστοποιούν μακροπρόθεσμη ειρήνη. Πιστοποιούν προσδοκία. Η πολιτική επικοινωνία τείνει να παρουσιάζει την προσδοκία ως αποτέλεσμα. Αυτό μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμα αποτελεσματικό, αλλά επικίνδυνο αν η εφαρμογή καθυστερήσει. Η αγορά μπορεί να επιβραβεύσει γρήγορα· μπορεί και να αποσύρει την εμπιστοσύνη ακόμη γρηγορότερα.

Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν είναι, επομένως, ιδανική περίπτωση ανάλυσης της απόστασης ανάμεσα στην πολιτική αφήγηση και τη στρατηγική πραγματικότητα. Η στρατηγική πραγματικότητα λέει ότι πρόκειται για προσωρινό, αιρετό, τεχνικά δύσκολο και πολιτικά εύθραυστο πλαίσιο. Η πολιτική αφήγηση πρέπει να πει ότι πρόκειται για ισχυρή προεδρική επιτυχία. Η τέχνη της ηγεσίας βρίσκεται στο να γεφυρώσει αυτά τα δύο χωρίς να ψευδολογήσει και χωρίς να αποδυναμώσει τη συμφωνία. Μια υπερβολικά θριαμβευτική αφήγηση δημιουργεί προσδοκίες που η συμφωνία ίσως δεν μπορεί να σηκώσει. Μια υπερβολικά τεχνική αφήγηση αποτυγχάνει να παραγάγει πολιτική στήριξη. Χρειάζεται ρητορική αποφασιστικότητας με επίγνωση των ορίων.

Συμπερασματικά, η προεδρική επιτυχία υπό όρους είναι η προσπάθεια να μετατραπεί η προσωρινή αποκλιμάκωση σε αφήγημα αποτελεσματικής ηγεσίας. Η συμφωνία παρουσιάζεται ως σκληρή νίκη όχι επειδή έχει ήδη λύσει όλα τα προβλήματα, αλλά επειδή επιτρέπει στον Πρόεδρο να ισχυριστεί ότι επέβαλε πλαίσιο, ανέστειλε την κρίση, προστάτευσε κρίσιμες ροές και μετέφερε την αντιπαράθεση σε ελεγχόμενο πεδίο. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, θα είναι αν το αφήγημα μπορεί να αντέξει την εφαρμογή. Διότι μια προσωρινή συμφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη την πρώτη ημέρα. Για να παραμείνει νίκη, πρέπει να παραγάγει σταθερότητα τη δεύτερη, την τριακοστή και την εξηκοστή.

.