Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν επηρεάζει τη στρατηγική θέση της Ελλάδας στον ευρωατλαντικό χώρο καθώς μεταβάλλει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτός ο ρόλος αξιολογείται. Όταν ο Κόλπος βρίσκεται σε υψηλή ένταση, οι αμερικανικές προτεραιότητες συγκεντρώνονται στην αποτροπή, στη ναυτική προστασία, στην ενεργειακή ροή και στη διαχείριση κρίσης. Όταν αρχίζει μια διαδικασία αποκλιμάκωσης, οι προτεραιότητες αναδιατάσσονται. Η αμερικανική στρατηγική δεν χρειάζεται μόνο προκεχωρημένα σημεία κρίσης, αλλά και αξιόπιστους κόμβους συνέχειας, μεταφορών, επιμελητείας, επιτήρησης και πολιτικής σταθερότητας. 

Το μέχρι τούδε πλαίσιο χαρακτηρίζεται από προσωρινότητα, 60ήμερο ορίζοντα, αβεβαιότητες εφαρμογής, ενεργειακή ευαισθησία και ανοιχτά ζητήματα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική της αξία δεν εξαντλείται ούτε στην περίοδο πολεμικής έντασης ούτε στην περίοδο αποκλιμάκωσης. Σε κρίση υψηλής έντασης, η Ελλάδα είναι χρήσιμη ως χώρος πρόσβασης, υποστήριξης και περιφερειακής εγγύτητας. Σε αποκλιμάκωση, είναι χρήσιμη ως κόμβος σταθερής παρουσίας, διαλειτουργικότητας, ελέγχου μεταφορών και σύνδεσης Ανατολικής Μεσογείου, Βαλκανίων και Μαύρης Θάλασσας. 

Η Σούδα αποτελεί το πιο εμβληματικό παράδειγμα αυτής της διαρκούς στρατηγικής αξίας. Η αμερικανική παρουσία στη Σούδα έχει μακρά επιχειρησιακή σημασία, ενώ η γεωγραφική θέση της Κρήτης την καθιστά σημείο σύνδεσης Ανατολικής Μεσογείου, Βόρειας Αφρικής, Μέσης Ανατολής και ευρωπαϊκού νότου. Αναλύσεις για τη στρατηγική σημασία της Σούδας υπογραμμίζουν ότι η Ελλάδα λειτουργεί ως αξιόπιστος σύμμαχος και μέλος του ΝΑΤΟ σε περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής θραύσης, ενώ η διεύρυνση της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συνεργασίας έχει ενισχύσει και άλλα σημεία πρόσβασης, μεταξύ των οποίων η Αλεξανδρούπολη. Η αποκλιμάκωση στον Κόλπο δεν ακυρώνει αυτή τη λειτουργία. Αντιθέτως, αναδεικνύει τη σημασία υποδομών που μπορούν να υπηρετούν τόσο αποτροπή όσο και διαχείριση σταθερότητας.

Η Αλεξανδρούπολη προσθέτει διαφορετική, αλλά συμπληρωματική αξία. Δεν συνδέεται πρωτίστως με τον Κόλπο, αλλά με τη βορειοανατολική πτέρυγα, τη διασύνδεση προς τα Βαλκάνια και τη δυνατότητα μεταφοράς δυνάμεων και υλικού. Το αμερικανικό Πεντάγωνο έχει ήδη επισημάνει ότι η πρόσβαση στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης διευκόλυνε τη στρατηγική υποστήριξη προς την Ουκρανία μετά το 2022. Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να βλέπει τη στρατηγική της θέση μόνο με μεσογειακούς όρους. Η χώρα λειτουργεί πλέον ως κόμβος πολλαπλών θεάτρων: Μεσόγειος, Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα, ευρωπαϊκή ενδοχώρα και, έμμεσα, Κόλπος. Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν μπορεί να μειώσει την άμεση πίεση στον Κόλπο, αλλά δεν μειώνει την αμερικανική ανάγκη για ευέλικτες, ασφαλείς και πολιτικά αξιόπιστες υποδομές σε φιλικό έδαφος.

Η στρατηγική θέση της Ελλάδας στον ευρωατλαντικό χώρο πρέπει να γίνει αντιληπτή ως θέση πολυλειτουργικής χρησιμότητας. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο νότιο άκρο της Ευρώπης. Είναι ναυτική χώρα, ενεργειακό πέρασμα, αεροναυτικός κόμβος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος του ΝΑΤΟ, κράτος με ιδιαίτερη πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο και χώρα με αυξανόμενη αξία για τη διακίνηση δυνάμεων και εμπορευμάτων. Αυτή η πολυλειτουργικότητα είναι που πρέπει να προβάλλει η Αθήνα. Όχι μονοδιάστατα ως βάση. Όχι μονοδιάστατα ως προκεχωρημένο φυλάκιο. Αλλά ως χώρα που συνδέει ασφάλεια, μεταφορές, ενέργεια και θεσμική σταθερότητα.

Η αποκλιμάκωση στον Κόλπο επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ μπορούν να κατανείμουν προσοχή και πόρους. Αν η κρίση αποκλιμακωθεί, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιδιώξει μείωση έκτακτης στρατιωτικής πίεσης και επιστροφή σε πιο ισορροπημένη κατανομή προτεραιοτήτων. Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη της περιοχής, αλλά μετατόπιση από την επείγουσα διαχείριση προς την επιτηρούμενη σταθερότητα. Για την Ελλάδα, μια τέτοια μετατόπιση μπορεί να είναι ευκαιρία. Σε περιόδους επείγουσας κρίσης, οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν υποδομές. Σε περιόδους σταθεροποίησης, επανασχεδιάζουν αρχιτεκτονικές. Η Αθήνα πρέπει να επιδιώξει να είναι παρούσα στη δεύτερη φάση, όχι μόνο να είναι χρήσιμη στην πρώτη.

Η ελληνική στρατηγική αξία, ωστόσο, δεν πρέπει να εκληφθεί ως αυτομάτως μεταφραζόμενη σε πολιτικό κέρδος. Η ύπαρξη βάσεων, λιμένων και γεωγραφικής θέσης δεν αρκεί. Χρειάζεται στρατηγική διαπραγμάτευση. Η Αθήνα πρέπει να μετατρέπει τη χρησιμότητα σε θεσμικά οφέλη: ενίσχυση αμυντικών δυνατοτήτων, τεχνολογική συνεργασία, συμμετοχή σε σχήματα ενεργειακής ασφάλειας, αναγνώριση του ρόλου της ελληνικής ναυτιλίας, στήριξη υποδομών διπλής χρήσης, βελτίωση διαλειτουργικότητας και σαφέστερη ένταξη της Ελλάδας σε δυτικές στρατηγικές αλυσίδες αξίας. Η γεωγραφία είναι πλεονέκτημα μόνο όταν μετατρέπεται σε πολιτική.

Η Ελλάδα πρέπει επίσης να αποφύγει την παγίδα της υπερπροσαρμογής στις αμερικανικές προτεραιότητες. Η ευρωατλαντική της θέση δεν πρέπει να καταργεί την ευρωπαϊκή διάσταση της στρατηγικής της. Η αποκλιμάκωση στον Κόλπο αφορά και την Ευρώπη: ενεργειακό κόστος, ναυτιλία, εμπορικές ροές, πληθωρισμό, βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, στρατηγική αυτονομία. Η Αθήνα μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην αμερικανική επιχειρησιακή οπτική και στην ευρωπαϊκή ανάγκη ανθεκτικότητας. Αυτός είναι πιο ώριμος ρόλος από την απλή ευθυγράμμιση. Η Ελλάδα μπορεί να είναι ταυτόχρονα αξιόπιστος ευρωατλαντικός εταίρος και φορέας ευρωπαϊκής στρατηγικής ευαισθησίας.

Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν μπορεί επίσης να αναβαθμίσει τη σημασία της ελληνικής ναυτιλίας ως παράγοντα στρατηγικής πολιτικής. Η ναυτιλία δεν είναι μόνο οικονομικός κλάδος. Είναι αισθητήρας κινδύνου, δείκτης εμπιστοσύνης και πρακτικός μηχανισμός παγκόσμιας διασύνδεσης. Όταν το Ορμούζ ανοίγει ή κλείνει, η ελληνόκτητη ναυτιλία επηρεάζεται άμεσα ως προς δρομολόγια, ασφάλιστρα, κόστος, κίνδυνο πληρωμάτων και εμπορική προβλεψιμότητα. Η Αθήνα μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα γνώσης: να συνδέσει την εθνική της διπλωματία με τις πραγματικές ανάγκες της διεθνούς ναυτιλίας και να αναδείξει τον εαυτό της ως χώρα που κατανοεί την ασφάλεια όχι μόνο ως στρατιωτική έννοια, αλλά ως λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.

Η αποκλιμάκωση δημιουργεί, τέλος, ένα ζήτημα πολιτικού χρόνου. Αν το πλαίσιο των 60 ημερών επιτύχει, θα υπάρξει δεύτερη φάση συζητήσεων για βαθύτερες ρυθμίσεις. Αν αποτύχει, μπορεί να υπάρξει νέα πίεση, νέα αστάθεια και νέα ανάγκη επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί πριν ξεκαθαρίσει πλήρως η έκβαση. Στη διπλωματία, όποιος περιμένει την πλήρη βεβαιότητα συνήθως χάνει το παράθυρο διαμόρφωσης. Η Αθήνα πρέπει ήδη να οργανώσει σενάρια: σταθεροποίηση, μερική εφαρμογή, ενεργειακές διακυμάνσεις, ναυτιλιακή αβεβαιότητα, νέα ανάγκη ευρωπαϊκού συντονισμού και πιθανή ανακατανομή αμερικανικών προτεραιοτήτων.

Σε μια φάση υψηλής έντασης, η Ελλάδα είναι χρήσιμη ως επιχειρησιακός και γεωγραφικός κόμβος. Σε μια φάση αποκλιμάκωσης, είναι χρήσιμη ως κόμβος σταθεροποίησης, μεταφορών, θαλάσσιας ασφάλειας και ευρωπαϊκής διασύνδεσης. Η Αθήνα πρέπει να αντιληφθεί ότι η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στην εγγύτητα προς κρίσεις, αλλά στην ικανότητα να συνδέει κρίσεις με θεσμική, επιχειρησιακή και οικονομική σταθερότητα.