Το Συντηρητικό Κόμμα υπήρξε διαχρονικά το κόμμα που ισχυριζόταν ότι γνωρίζει πώς λειτουργεί το κράτος, πώς προστατεύεται η οικονομική αξιοπιστία, πώς διατηρείται η θεσμική συνέχεια και πώς αποφεύγονται οι μεγάλες περιπέτειες. Η εκλογική κατάρρευση του 2024 ήταν αμφισβήτηση αυτής της ιστορικής αξίωσης.
Η κρατική ικανότητα είναι κάτι πιο σύνθετο από τη μικρή ή μεγάλη κρατική παρέμβαση. Αφορά στο αν το κράτος μπορεί να σχεδιάζει, να υλοποιεί, να προβλέπει συνέπειες, να διορθώνει λάθη, να οργανώνει υπηρεσίες, να διαχειρίζεται σύνορα, να προστατεύει δημόσια αγαθά και να παράγει αποτελέσματα χωρίς διαρκή θεσμική νευρικότητα. Οι Συντηρητικοί έχασαν αξιοπιστία ακριβώς σε αυτό το επίπεδο. Μετά από χρόνια εσωκομματικών συγκρούσεων, διαδοχικών πρωθυπουργικών αλλαγών, αντιφατικών οικονομικών σημάτων, διοικητικής πίεσης μετά το Brexit και φθοράς των δημόσιων υπηρεσιών, το κόμμα έπαψε να πείθει ότι αντιπροσωπεύει την ήρεμη ικανότητα της εξουσίας.
Το Brexit υπήρξε εδώ κρίσιμη δοκιμασία. Η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάστηκε ως ανάκτηση ελέγχου, αλλά η ανάκτηση ελέγχου απαιτεί κράτος ικανό να ασκεί τον έλεγχο που ανακτά. Η τυπική κυριαρχία δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από τελωνειακή επάρκεια, ρυθμιστική σαφήνεια, εμπορική στρατηγική, πολιτική μετανάστευσης, διοικητική προσαρμογή και ρεαλιστική σχέση με τους οικονομικούς εταίρους. Εκεί ακριβώς αναδείχθηκε η αντίφαση: το Συντηρητικό Κόμμα είχε πολιτική γλώσσα κυριαρχίας, αλλά όχι πάντα αντίστοιχη διοικητική υποδομή κυριαρχίας. Το κράτος κλήθηκε να κάνει πολύ περισσότερα, ενώ η κομματική ιδεολογία εξακολουθούσε συχνά να μιλά σαν το πρόβλημα να ήταν απλώς η υπερβολική κρατική παρέμβαση.
Η σημερινή επίσημη συντηρητική ρητορική εξακολουθεί να κινείται γύρω από οικείους άξονες: έλεγχος συνόρων, αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μείωση κρατικών δαπανών και υπεύθυνες φορολογικές μειώσεις. Το ίδιο το κόμμα προβάλλει αυτά τα στοιχεία ως κεντρικά της ανανέωσής του. Όμως το ζήτημα δεν είναι αν οι θέσεις αυτές συγκινούν ένα τμήμα της δεξιάς βάσης. Το ζήτημα είναι αν απαντούν στο πρόβλημα της κρατικής ικανότητας. Μια χώρα δεν γίνεται πιο λειτουργική μόνο επειδή μειώνει δαπάνες ή σκληραίνει τη γλώσσα της για τα σύνορα. Γίνεται πιο λειτουργική όταν οι θεσμοί της μπορούν να εκτελούν πολιτικές χωρίς συνεχείς καθυστερήσεις, νομικά αδιέξοδα, δημοσιονομικές ασάφειες και διοικητική αποσύνθεση.
Η κρίση αυτή είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη για τους Συντηρητικούς επειδή αφαιρεί από αυτούς το πιο παραδοσιακό τους πλεονέκτημα έναντι τόσο της αριστεράς όσο και της ριζοσπαστικής δεξιάς. Ένα συντηρητικό κόμμα μπορεί να επιβιώσει από ιδεολογικές διαφωνίες. Μπορεί να επιβιώσει από μια εκλογική ήττα. Δυσκολεύεται, όμως, να επιβιώσει όταν παύει να θεωρείται κόμμα που ξέρει να κυβερνά. Αν η Reform UK μπορεί να μονοπωλεί την οργή και το Εργατικό Κόμμα μπορεί να διεκδικεί την κοινωνική αποκατάσταση, οι Συντηρητικοί χρειάζονται κάτι περισσότερο από αντιπολιτευτική αιχμή. Χρειάζονται να ξαναχτίσουν την εικόνα ενός κόμματος που μπορεί να κάνει το κράτος να δουλέψει.
Η πραγματική ανασυγκρότηση, επομένως, δεν θα έρθει μόνο από νέα ηγεσία ή πιο επιθετική δεξιά γλώσσα. Θα έρθει, μόνο αν έρθει, από νέα θεωρία κυβερνησιμότητας: πώς μειώνεις δαπάνες χωρίς να διαλύεις υπηρεσίες; Πώς ελέγχεις μετανάστευση χωρίς να υπονομεύεις κλάδους που χρειάζονται εργατικό δυναμικό; Πώς υπερασπίζεσαι θεσμούς χωρίς να φαίνεσαι μέρος ενός αυτάρεσκου κατεστημένου; Πώς μιλάς για εθνική κυριαρχία χωρίς να αγνοείς την αλληλεξάρτηση; Πώς ανακτάς οικονομική αξιοπιστία χωρίς να επιστρέφεις σε ξηρή λιτότητα; Το Συντηρητικό Κόμμα θα κριθεί από το αν μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα με σοβαρότητα και όχι μόνο με συνθήματα. Η κρίση του είναι τελικά κρίση επάρκειας: έχασε την εικόνα του κόμματος που μπορεί να κρατά το τιμόνι. Για να επανέλθει, πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι ξανακαταλαβαίνει τι σημαίνει να κυβερνάς.
Πρόσφατα σχόλια