Μετά το Brexit η ενωτική ταυτότητα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει γίνει εξαιρετικά προβληματική. Το κόμμα που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται την ενότητα του κράτους υιοθέτησε μια στρατηγική που ενίσχυσε την αγγλική πολιτική αυτοσυνείδηση, επιβάρυνε τη Βόρεια Ιρλανδία, όξυνε τις σκωτσέζικες εντάσεις και άφησε την Ουαλία πιο ανοιχτή σε νέες μορφές πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Η βασική αντίφαση είναι ότι το Brexit κερδήθηκε κυρίως ως αγγλικό πολιτικό γεγονός, αλλά εφαρμόστηκε σε πολυεθνικό κράτος. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ενιαίο έθνος-κράτος με απλή θεσμική γεωγραφία. Είναι ιστορική ένωση εθνών, περιοχών, δικαιοδοσιών και πολιτικών ταυτοτήτων. Η Αγγλία, η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρεια Ιρλανδία δεν βίωσαν το Brexit με τον ίδιο τρόπο. Η συντηρητική ηγεσία, ιδίως μετά το 2016, συχνά μίλησε σαν η δημοψηφισματική εντολή να είχε ενιαίο εθνικό νόημα. Στην πραγματικότητα, είχε άνιση εδαφική κατανομή και διαφορετική συνταγματική σημασία ανά περιοχή. Αυτό δημιούργησε κρίση ενωσιακής νομιμοποίησης.

Η Σκωτία είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Η σκωτσέζικη ψήφος υπέρ της παραμονής στην ΕΕ ενίσχυσε την άποψη ότι η Σκωτία οδηγήθηκε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά τη δική της πολιτική βούληση. Για ένα κόμμα που θέλει να υπερασπιστεί την Ένωση, αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα. Δεν αρκεί να υπενθυμίζει τη νομική κυριαρχία του Westminster. Πρέπει να πείσει ότι η Ένωση είναι κοινό πολιτικό σχέδιο και όχι απλή ιεραρχία πλειοψηφίας. Το Συντηρητικό Κόμμα δυσκολεύτηκε να το κάνει επειδή η Brexit ρητορική του τόνισε την κοινοβουλευτική κυριαρχία με τρόπο που συχνά φάνηκε να υποτιμά την πολυεθνική φύση του κράτους.

Η Βόρεια Ιρλανδία ανέδειξε ακόμη πιο καθαρά τα όρια του συντηρητικού ενωτισμού. Εκεί το Brexit δεν ήταν απλώς οικονομικό ή πολιτισμικό ζήτημα. Ήταν ζήτημα συνόρων, ειρηνευτικής αρχιτεκτονικής, σχέσης με την Ιρλανδία, ευρωπαϊκής αγοράς και ταυτότητας. Το γεγονός ότι το Brexit επέβαλε ειδικές ρυθμίσεις για τη Βόρεια Ιρλανδία έδειξε ότι η αποχώρηση δεν μπορούσε να εφαρμοστεί ομοιόμορφα στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς να παραγάγει σοβαρές εντάσεις. Για ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως ενωτικό, η ανάγκη ειδικής μεταχείρισης ενός τμήματος του κράτους υπήρξε θεσμική αμηχανία. Η Ένωση δεν κινδυνεύει μόνο από αποσχιστικά κινήματα· κινδυνεύει και όταν το κεντρικό κράτος αγνοεί τις ιδιαιτερότητες της ίδιας του της σύνθεσης.

Η Ουαλία προσφέρει διαφορετικό, αλλά εξίσου ενδιαφέρον παράδειγμα. Η θεαματική άνοδος της Reform UK στην ουαλική πολιτική σκηνή, όπου έγινε δεύτερη δύναμη και επίσημη αντιπολίτευση στη Senedd, δείχνει ότι οι μετα-Brexit εντάσεις δεν περιορίζονται στην Αγγλία. Για τους Συντηρητικούς, αυτό είναι διπλό πλήγμα. Από τη μία, η ουαλική πολιτική δείχνει ότι η δεξιά διαμαρτυρία μπορεί να αναπτυχθεί ακόμη και σε περιοχές όπου οι Συντηρητικοί θα ήθελαν να εμφανίζονται ως βασικός αντι-εργατικός πόλος. Από την άλλη, δείχνει ότι η ενωσιακή δεξιά αποσυντίθεται σε διαφορετικές τοπικές εκδοχές δυσαρέσκειας. Η δεξιά ψήφος δεν συγκεντρώνεται πια αυτονόητα στο Συντηρητικό Κόμμα.

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι ο συντηρητικός ενωτισμός υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από αγγλικό εθνικό συντηρητισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Συντηρητικοί έγιναν τυπικά αντι-ενωτικοί. Σημαίνει ότι η πολιτική τους γλώσσα άρχισε να αντλεί περισσότερο από την αγγλική εμπειρία απώλειας ελέγχου παρά από τη σύνθετη πραγματικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου. Όταν το πολιτικό κέντρο της δεξιάς σκέφτεται κυρίως με βάση τον Άγγλο ψηφοφόρο που θέλει σύνορα, κυριαρχία, πολιτισμική αναγνώριση και αντίθεση στις Βρυξέλλες, τότε δυσκολεύεται να συγκροτήσει πειστικό λόγο για μια πολυεθνική ένωση. Ο ενωτισμός χρειάζεται ευαισθησία στη διαφορά. Ο αγγλικός εθνικός συντηρητισμός συχνά ζητά ομοιομορφία.

Η ανασυγκρότηση των Συντηρητικών ως κόμματος της Ένωσης θα απαιτούσε πολύ πιο λεπτή συνταγματική σκέψη. Θα έπρεπε να συνδυάσει εθνική κυριαρχία με αποκέντρωση, ενότητα με αναγνώριση, Westminster με σεβασμό στις αποκεντρωμένες κυβερνήσεις, πατριωτισμό με πλουραλισμό. Θα έπρεπε επίσης να εγκαταλείψει την ιδέα ότι η Ένωση προστατεύεται απλώς με άρνηση δεύτερων δημοψηφισμάτων ή με ρητορική περί ακεραιότητας του κράτους. Η Ένωση προστατεύεται όταν οι πολίτες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας αισθάνονται ότι συμμετέχουν σε κοινό σχέδιο που τους σέβεται.

Οι Συντηρητικοί πρέπει να αποδείξουν ότι αντιλαμβάνονται το Ηνωμένο Βασίλειο ως πολυεθνική πολιτική κατασκευή και όχι ως διευρυμένη Αγγλία. Σε διαφορετική περίπτωση θα βρεθούν αντιμέτωποι με τρεις απειλές: σκωτσέζικο αποσχισμό, βορειοϊρλανδική θεσμική ιδιαιτερότητα και ουαλική δεξιά αναδιάταξη. Η κρίση του Συντηρητικού Κόμματος, λοιπόν, είναι και κρίση της ίδιας της κατανόησης του Ηνωμένου Βασιλείου.