Οι Συντηρητικοί δεν υπήρξαν ποτέ μόνο κόμμα ιδεολογίας. Υπήρξαν κόμμα εξουσίας, κόμμα διοίκησης, κόμμα θεσμικής συνέχειας, κόμμα που έπειθε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ότι ακόμη και όταν ήταν σκληρό, ταξικό ή άνισο, ήξερε τουλάχιστον να κρατά το κράτος, την οικονομία και τη διεθνή θέση της χώρας σε λειτουργική ισορροπία. Αυτό το πλεονέκτημα έχει πλέον βαθιά διαβρωθεί.

Η πρώτη διάσταση της κρίσης είναι η απώλεια της κυβερνητικής αξιοπιστίας. Το Συντηρητικό Κόμμα τιμωρήθηκε επειδή σταδιακά έπαψε να μοιάζει με κόμμα που καταλαβαίνει τι σημαίνει αποτελεσματική διακυβέρνηση σε μια σύνθετη, μετα-Brexit, δημοσιονομικά πιεσμένη και κοινωνικά κουρασμένη χώρα. Η Βρετανία βρέθηκε αντιμέτωπη με χαμηλή παραγωγικότητα, πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες, κρίση κατοικίας, δυσλειτουργίες στη μετανάστευση, εμπορικές τριβές μετά την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και περιφερειακή ανισότητα. Μπροστά σε όλα αυτά, οι Συντηρητικοί συχνά αντέταξαν συνθήματα περί ελέγχου, χαμηλότερων φόρων, απορρύθμισης και εθνικής αυτονομίας. Το πρόβλημα είναι ότι η κυριαρχία χωρίς διοικητική ικανότητα γίνεται κενό σύμβολο.

Η κρατική ικανότητα είναι διαφορετικό πράγμα από το μέγεθος του κράτους. Ένα κράτος μπορεί να είναι μεγάλο και αναποτελεσματικό, αλλά μπορεί επίσης να είναι μικρό και ανίκανο. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο δαπανά, αλλά αν μπορεί να σχεδιάζει, να εφαρμόζει, να ελέγχει, να διορθώνει, να αξιολογεί και να παράγει αποτελέσματα. Οι Συντηρητικοί, ιδίως μετά το Brexit, βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια αντίφαση: υποσχέθηκαν περισσότερο εθνικό έλεγχο, αλλά συχνά συνέχισαν να μιλούν για το κράτος σαν να ήταν κυρίως εμπόδιο. Όμως ο έλεγχος συνόρων, η τελωνειακή διαχείριση, η ρυθμιστική αυτονομία, η εμπορική πολιτική, η μετανάστευση, η βιομηχανική στρατηγική και η ανασυγκρότηση των περιφερειών απαιτούν κράτος με τεχνική, διοικητική και θεσμική επάρκεια. Δεν υλοποιούνται με απλή αντιγραφειοκρατική ρητορική.

Εδώ παρατηρείται μία παραδοξότητα. Το κόμμα που υποσχέθηκε ότι θα επαναφέρει την ισχύ του εθνικού κράτους δεν ανέπτυξε επαρκώς μια σοβαρή θεωρία του σύγχρονου κράτους. Η παραδοσιακή συντηρητική δυσπιστία απέναντι στη δημόσια δαπάνη και στη γραφειοκρατία μπορεί να έχει πολιτική και δημοσιονομική λογική. Όμως όταν μετατρέπεται σε σχεδόν ενστικτώδη καχυποψία απέναντι στη συλλογική ικανότητα, εμποδίζει την ίδια την άσκηση της κυριαρχίας που το κόμμα επικαλείται. 

Η δεύτερη διάσταση της κρίσης είναι η αποσύνθεση της παλαιάς πολυσυλλεκτικής δεξιάς συμμαχίας. Το Συντηρητικό Κόμμα υπήρξε ιστορικά εξαιρετικά επιτυχημένο επειδή μπορούσε να στεγάζει κάτω από την ίδια κομματική μορφή διαφορετικούς και συχνά αντιφατικούς κοινωνικούς κόσμους: οικονομικά φιλελεύθερες επιχειρηματικές τάξεις, ιδιοκτήτες κατοικίας, μεσοστρώματα, αγροτικά συμφέροντα, εθνικούς συντηρητικούς, ευρωσκεπτικιστές, φιλελεύθερους της αγοράς, κοινωνικά παραδοσιακούς ψηφοφόρους, τμήματα της νότιας Αγγλίας, αλλά και, μετά το 2019, στρώματα της μεταβιομηχανικής και πρώην εργατικής περιφέρειας που προσχώρησαν στη δεξιά μέσα από το Brexit. Αυτή η συμμαχία ήταν εντυπωσιακή, αλλά όχι οργανικά σταθερή. Ένωνε ανθρώπους που δεν ήθελαν απαραιτήτως την ίδια χώρα.

Οι οικονομικά φιλελεύθεροι ψηφοφόροι ήθελαν χαμηλή φορολογία, προβλεψιμότητα, πρόσβαση σε αγορές, σταθερό νόμισμα, ήπια ρύθμιση και διεθνή αξιοπιστία. Οι εθνικοί συντηρητικοί ήθελαν σύνορα, κυριαρχία, περιορισμό της μετανάστευσης, πολιτισμική αυτοπεποίθηση και αντίσταση σε υπερεθνικούς ή δικαιωματικούς περιορισμούς. Οι περιφερειακοί ψηφοφόροι που στήριξαν το Brexit συχνά δεν ζητούσαν λιγότερο κράτος· ζητούσαν κράτος παρόν στις υποδομές, στην εργασία, στην υγεία, στις τοπικές οικονομίες και στην αναγνώριση του τόπου τους. Οι μικρομεσαίοι ήθελαν λιγότερη διοικητική τριβή, αλλά και σταθερότητα. Οι ιδιοκτήτες ήθελαν προστασία περιουσίας, ενώ οι νεότερες γενιές, που δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία, δεν συγκινούνται από τον παραδοσιακό συντηρητικό λόγο περί ιδιοκτησίας με τον ίδιο τρόπο. Το κόμμα καλείται πλέον να εκπροσωπήσει κοινωνικές απαιτήσεις που δεν συντονίζονται εύκολα.

Το Brexit λειτούργησε προσωρινά ως μεγάλη συμβολική κόλλα αυτής της συμμαχίας. Η φράση «ανάκτηση ελέγχου» μπορούσε να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Για τον επιχειρηματία, σήμαινε λιγότερη ευρωπαϊκή ρύθμιση. Για τον εθνικό συντηρητικό, σήμαινε σύνορα και κυριαρχία. Για τον ψηφοφόρο της περιφέρειας, σήμαινε ότι το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες θα σταματούσαν να αγνοούν την περιοχή του. Για τον πολιτισμικά ανασφαλή ψηφοφόρο, σήμαινε αποκατάσταση μιας παλαιότερης βρετανικής ή αγγλικής αυτοπεποίθησης. Για τον αντισυστημικό ψηφοφόρο, σήμαινε τιμωρία των ελίτ. Η επιτυχία του Brexit ως συνθήματος ήταν ότι χωρούσε όλες αυτές τις σημασίες. Η αποτυχία του ως κυβερνητικού σχεδίου ήταν ότι δεν μπορούσε να τις ικανοποιήσει όλες ταυτόχρονα.

Η σημερινή άνοδος της Reform UK αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη ρωγμή. Η Reform UK δεν απειλεί τους Συντηρητικούς μόνο επειδή παίρνει ψήφους. Τους απειλεί επειδή διεκδικεί το δικαίωμα να ερμηνεύει αυθεντικότερα το λαϊκό και εθνικό τμήμα της δεξιάς συμμαχίας. Λέει, με άλλα λόγια, στους ψηφοφόρους που ένιωσαν προδομένοι: οι Συντηρητικοί δεν απέτυχαν τυχαία· απέτυχαν επειδή δεν πίστεψαν πραγματικά στις υποσχέσεις τους. Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από έναν απλό εκλογικό ανταγωνισμό. Είναι επίθεση στην ίδια την ηθική νομιμοποίηση του Συντηρητικού Κόμματος ως φορέα της δεξιάς. Το κόμμα δεν χάνει μόνο ψηφοφόρους· χάνει την ιδιοκτησία της δικής του ρητορικής.

Αν οι Συντηρητικοί προσπαθήσουν να απαντήσουν αντιγράφοντας τη Reform UK, κινδυνεύουν να χάσουν το υπόλοιπο της θεσμικής τους αξιοπιστίας. Ένα ιστορικό κόμμα εξουσίας δεν μπορεί εύκολα να γίνει κόμμα μόνιμης καταγγελίας χωρίς να υπονομεύσει τον εαυτό του. Αν, όμως, προσπαθήσουν να επιστρέψουν απλώς σε έναν μετριοπαθή οικονομικό συντηρητισμό, κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν το λαϊκό, εθνικό και περιφερειακό ακροατήριο που τους έδωσε την εκλογική πλειοψηφία του 2019. Αυτή είναι η στρατηγική παγίδα τους: η μετριοπάθεια μπορεί να φαίνεται ανεπαρκής στη δεξιά βάση, ενώ η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να φαίνεται ανεύθυνη στους κεντρώους, στους επιχειρηματικούς ψηφοφόρους και σε όσους ζητούν επιστροφή στη σταθερότητα.

Η ανασυγκρότηση του Συντηρητικού Κόμματος θα απαιτούσε, επομένως, κάτι πολύ δυσκολότερο από αλλαγή ύφους. Θα απαιτούσε νέα σύνθεση ανάμεσα σε κρατική ικανότητα και κοινωνική εκπροσώπηση. Το κόμμα θα έπρεπε να απαντήσει σε δύο ερωτήματα ταυτόχρονα: ποια κοινωνία θέλει να εκπροσωπεί και με ποιο κράτος μπορεί να την κυβερνήσει; Αν απαντήσει μόνο στο πρώτο, θα γίνει κόμμα ταυτότητας χωρίς εφαρμοστική ικανότητα. Αν απαντήσει μόνο στο δεύτερο, θα γίνει κόμμα τεχνοκρατικής διαχείρισης χωρίς κοινωνικό πάθος. Η επιτυχία του παλαιού συντηρητισμού βρισκόταν ακριβώς στο ότι μπορούσε να συνδυάζει κοινωνική γείωση και κρατική αυτοπεποίθηση. Η σημερινή του κρίση είναι ότι έχει χάσει και τα δύο ταυτόχρονα.

Η ανασυγκρότηση θα έπρεπε να ξεκινήσει από την παραδοχή ότι η κρατική επάρκεια είναι προϋπόθεση κάθε σοβαρού κόμματος που θέλει να κυβερνήσει. Αν οι Συντηρητικοί θέλουν να μιλούν για σύνορα, πρέπει να έχουν ρεαλιστική πολιτική μετανάστευσης που να συνδέει τον έλεγχο με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Αν θέλουν να μιλούν για χαμηλότερους φόρους, πρέπει να εξηγήσουν πώς θα χρηματοδοτηθούν οι δημόσιες υπηρεσίες που η ίδια τους η εκλογική βάση χρησιμοποιεί και απαιτεί. Αν θέλουν να μιλούν για περιφέρεια, πρέπει να έχουν μακροχρόνια στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης, όχι αποσπασματικά ταμεία και συμβολικές αναπλάσεις. Αν θέλουν να μιλούν για ιδιοκτησία, πρέπει να αντιμετωπίσουν τη στεγαστική κρίση που απομακρύνει τους νέους από την κοινωνική βάση του συντηρητισμού.

Το ίδιο ισχύει και για την κοινωνική τους συμμαχία. Δεν αρκεί να επικαλούνται τη μεσαία τάξη σαν να παραμένει ίδια με εκείνη των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Η ιδιοκτησία είναι λιγότερο προσβάσιμη. Η εργασία είναι πιο επισφαλής. Οι μικρομεσαίοι ζουν μεγαλύτερη διοικητική και ενεργειακή πίεση. Οι περιφέρειες ζητούν κρατική παρουσία. Οι συνταξιούχοι έχουν διαφορετικές προτεραιότητες από τους νέους εργαζομένους. Η μεταναστευτική πολιτική επηρεάζει διαφορετικά τους εργοδότες και τους πολιτισμικά ανήσυχους ψηφοφόρους. Η παλαιά δεξιά κοινωνική συμμαχία δεν αναβιώνει με νοσταλγία. Πρέπει να ξανασχεδιαστεί με βάση τις νέες υλικές συνθήκες.

Το Συντηρητικό Κόμμα, λοιπόν, βρίσκεται μπροστά σε μια υπαρξιακή επιλογή. Μπορεί να γίνει μικρότερο, σκληρότερο και περισσότερο ταυτοτικό, ανταγωνιζόμενο τη Reform UK στο πεδίο της οργής. Μπορεί να γίνει πιο κεντρώο, θεσμικό και διαχειριστικό, ρισκάροντας να χάσει μεγάλο μέρος της δεξιάς του βάσης. Ή μπορεί να επιχειρήσει μια δύσκολη νέα σύνθεση: κρατική επάρκεια, οικονομική αξιοπιστία, κοινωνική σταθερότητα, περιφερειακή πολιτική, ελεγχόμενη μετανάστευση, σοβαρή σχέση με την αγορά και ρεαλιστική παραδοχή ότι η μετα-Brexit κυριαρχία χρειάζεται θεσμούς, όχι μόνο συνθήματα. Αυτή η τρίτη επιλογή είναι η μόνη που θα μπορούσε να το ξανακάνει κόμμα εξουσίας. Είναι όμως και η δυσκολότερη, επειδή απαιτεί αυτοκριτική χωρίς αυτοκαταστροφή.

Είναι εν τέλει σαφές ότι οι Συντηρητικοί δεν ξέρουν ποια κοινωνική συμμαχία εκπροσωπούν, ενώ ταυτόχρονα δεν έχουν πείσει ότι μπορούν να ξανακτίσουν την κρατική ικανότητα που απαιτεί η εποχή. Όλα τα ερωτήματα συντίθενται σε μία συνισταμένη: μπορούν οι Συντηρητικοί να ξαναγίνουν κόμμα που ενώνει κοινωνικά και κυβερνά αποτελεσματικά;