Το Συντηρητικό Κόμμα βιώνει ιδεολογική περιδίνηση επειδή οι δύο βασικές παραδόσεις της σύγχρονης βρετανικής δεξιάς δεν συνδυάζονται πλέον εύκολα. Η πρώτη παράδοση είναι ο οικονομικός φιλελευθερισμός: χαμηλή φορολογία, περιορισμένο κράτος, δημοσιονομική πειθαρχία, επιχειρηματική ελευθερία, κανονιστική απορρύθμιση, εμπιστοσύνη στις αγορές. Η δεύτερη είναι ο εθνικός συντηρητισμός: σύνορα, ταυτότητα, πολιτισμική συνέχεια, κρατική κυριαρχία, αντίθεση στην υπερεθνική δικαιοδοσία, αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, προστασία κοινωνικής συνοχής. Το Brexit λειτούργησε προσωρινά ως γέφυρα μεταξύ τους. Μετά το Brexit, όμως, η ιδεολογική διάσταση έγινε προφανής.

Η ασυμβατότητα φαίνεται καθαρά στο κράτος. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός θέλει μικρότερο κράτος. Ο εθνικός συντηρητισμός θέλει ισχυρότερο κράτος στα σύνορα, στην ασφάλεια, στη μετανάστευση, στην πολιτισμική ρύθμιση, στην προστασία στρατηγικών κλάδων και στην επιβολή εθνικής προτεραιότητας. Το ένα ζητά απορρύθμιση· το άλλο ζητά έλεγχο. Το ένα φοβάται τη δημόσια δαπάνη· το άλλο υπόσχεται προστασία σε κοινωνίες που αισθάνονται εκτεθειμένες. Το ένα μιλά στη γλώσσα των επιχειρήσεων· το άλλο στη γλώσσα των «ριζωμένων» κοινοτήτων. Για χρόνια, οι Συντηρητικοί μπορούσαν να κρύβουν αυτή την ένταση κάτω από την ευρύτερη αντι-εργατική και φιλοαγοραία τους ταυτότητα. Το Brexit την έκανε κεντρική.

Η εκλογική συμμαχία του 2019 ήταν ακριβώς προϊόν αυτής της προσωρινής σύνθεσης. Το κόμμα μπόρεσε να ενώσει παραδοσιακούς συντηρητικούς ψηφοφόρους, ευρωσκεπτικιστές, πρώην υποστηρικτές του UKIP, οικονομικά φιλελεύθερα στρώματα και ψηφοφόρους της μεταβιομηχανικής Αγγλίας που ήθελαν πολιτισμική αναγνώριση και κρατική προσοχή. Όμως αυτά τα ακροατήρια δεν ζητούσαν το ίδιο πράγμα. Οι εύποροι νοτιοανατολικοί ψηφοφόροι μπορούσαν να ενδιαφέρονται για φόρους, περιουσία και αγορά. Οι πρώην εργατικές περιφέρειες ήθελαν δημόσιες επενδύσεις, υπηρεσίες, δουλειές, υποδομές, έλεγχο μετανάστευσης και αξιοπρέπεια τόπου. Το ίδιο σύνθημα, “take back control”, κάλυπτε διαφορετικές κοινωνικές προσδοκίες. Όταν ήρθε η διακυβέρνηση, η ενότητα αποδείχθηκε πολύ πιο εύθραυστη.

Το κόμμα προβάλλει γραμμή ελέγχου συνόρων, αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και μείωσης κρατικών δαπανών για υπεύθυνες φορολογικές μειώσεις. Αυτή η στρατηγική έχει σαφή λογική: προσπαθεί να κρατήσει τους δεξιούς ψηφοφόρους που έλκονται από τη Reform UK, χωρίς να εγκαταλείψει πλήρως την εικόνα κόμματος οικονομικής σοβαρότητας. Το πρόβλημα είναι ότι η σύνθεση παραμένει πολιτικά ασταθής. Όσο περισσότερο τονίζεται η πολιτισμική και μεταναστευτική σύγκρουση, τόσο περισσότερο το κόμμα κινδυνεύει να χάσει κεντρώους, φιλελεύθερους και επιχειρηματικούς ψηφοφόρους. Όσο περισσότερο επιστρέφει σε δημοσιονομική ορθοδοξία, τόσο πιο πολύ αποξενώνει τους ψηφοφόρους που ήθελαν από το Brexit προστατευτικό κράτος.

Η Reform UK εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτή την ασυμβατότητα. Δεν χρειάζεται να επιλύσει τις αντιφάσεις της δεξιάς με κυβερνητική ακρίβεια· αρκεί να τις μετατρέπει σε αγανάκτηση. Μπορεί να υπόσχεται σκληρότερα σύνορα, χαμηλότερους φόρους, λιγότερο κράτος εκεί όπου το κράτος εμφανίζεται ως γραφειοκρατία, αλλά περισσότερο κράτος εκεί όπου το κράτος εμφανίζεται ως εθνική ασπίδα. Αυτό το πακέτο μπορεί να είναι δημοσιονομικά και διοικητικά ασαφές, αλλά πολιτικά λειτουργεί επειδή απαντά σε θυμό, όχι σε προϋπολογιστικό φύλλο. Οι Συντηρητικοί, αντιθέτως, ως ιστορικό κόμμα εξουσίας, δεν έχουν την ίδια πολυτέλεια. Πρέπει να δείξουν πώς συνδυάζονται οι υποσχέσεις. Εκεί δυσκολεύονται.

Η ανασυγκρότηση του Συντηρητικού Κόμματος απαιτεί, επομένως, ιδεολογική αποσαφήνιση. Θέλει να είναι κόμμα της αγοράς ή κόμμα του εθνικού προστατευτισμού; Θέλει να επαναφέρει θατσερική δημοσιονομική πειθαρχία ή να απαντήσει στην περιφερειακή δυσαρέσκεια με κρατική επένδυση; Θέλει να υπερασπιστεί θεσμικό συντηρητισμό ή να υιοθετήσει αντισυστημική δεξιά ρητορική; Θέλει να απευθυνθεί στους ιδιοκτήτες και τις επιχειρήσεις ή στους ψηφοφόρους που αισθάνονται πολιτισμικά και οικονομικά εγκαταλελειμμένοι; Το κόμμα μπορεί θεωρητικά να τα συνδυάσει, αλλά μόνο μέσα από πολύ πιο πειστική πολιτική οικονομία από αυτή που έχει μέχρι σήμερα διατυπώσει.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο συντηρητισμός, αν θέλει να είναι κάτι περισσότερο από δεξιός λαϊκισμός, πρέπει να ξανασκεφτεί την έννοια της κοινωνικής τάξης. Δεν αρκεί η τάξη ως αστυνόμευση, σύνορο και πολιτισμική πειθαρχία. Χρειάζεται τάξη ως δυνατότητα σταθερής ζωής: κατοικία, εργασία, οικογένεια, τοπική κοινότητα, υπηρεσίες, προβλεψιμότητα, οικονομική ασφάλεια. Αν το Συντηρητικό Κόμμα μιλήσει μόνο για φόρους και σύνορα, θα αφήσει στη Reform UK την οργή και στο Εργατικό Κόμμα την κοινωνική αποκατάσταση. Αν θέλει να επιβιώσει ως κόμμα εξουσίας, πρέπει να παράγει μια νέα συντηρητική θεωρία κοινωνικής σταθερότητας. Αλλιώς θα παραμείνει διχασμένο ανάμεσα σε μια αγορά που δεν συγκινεί πια αρκετούς και σε έναν εθνικό θυμό που δεν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς να καταστρέψει τη θεσμική του αξιοπιστία.