Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση όπου οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες μπορούν εύκολα να στηρίξουν ένα αφήγημα επιτυχίας: ανάπτυξη υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αποκλιμάκωση της ανεργίας, δημοσιονομική σταθερότητα, μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, επενδυτική αναβάθμιση, ισχυρός τουρισμός, εισροή ευρωπαϊκών πόρων και βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας μετά τη δεκαετή κρίση. Ωστόσο, το κρίσιμο πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα δεν είναι αν οι δείκτες είναι καλύτεροι από το παρελθόν. Είναι γιατί η βελτίωση αυτή δεν μετατρέπεται με επαρκή ένταση σε αίσθηση ευημερίας για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι η ανάπτυξη μπορεί να είναι πραγματική σε επίπεδο εθνικών λογαριασμών και ταυτόχρονα ανεπαρκώς αισθητή στο επίπεδο του νοικοκυριού, της κατοικίας, του μισθού, του λογαριασμού ενέργειας, του σούπερ μάρκετ και της καθημερινής ασφάλειας.

Το πρώτο κλειδί για την κατανόηση αυτού του παράδοξου είναι η διάκριση ανάμεσα στη μακροοικονομική μεγέθυνση και στη βιωμένη ευημερία. Το ΑΕΠ μετρά την παραγωγική δραστηριότητα μιας οικονομίας, όχι την ποιότητα της καθημερινής ζωής. Μπορεί να αυξάνεται μέσω επενδύσεων, τουρισμού, κατασκευών, εξαγωγών υπηρεσιών ή δημόσιων και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, χωρίς η αύξηση αυτή να κατανέμεται ισόρροπα στα νοικοκυριά. Η κοινωνία δεν βιώνει την ανάπτυξη ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Τη βιώνει ως διαθέσιμο εισόδημα μετά το ενοίκιο, μετά τους λογαριασμούς, μετά τις μετακινήσεις, μετά τα τρόφιμα, μετά τις δόσεις, μετά τις ανάγκες των παιδιών και των ηλικιωμένων. Όταν το υπόλοιπο που απομένει στο τέλος του μήνα παραμένει στενό, η μακροοικονομική βελτίωση δεν μετατρέπεται σε κοινωνική πειθώ.

Η ακρίβεια είναι εδώ ο βασικός μηχανισμός απονομιμοποίησης της ανάπτυξης. Δεν πρόκειται μόνο για αύξηση τιμών με τεχνική έννοια. Πρόκειται για αναδιάταξη της καθημερινής ιεράρχησης αναγκών. Όταν τα τρόφιμα, η ενέργεια, τα ενοίκια, οι υπηρεσίες και οι μεταφορές απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος, τότε ακόμη και η αύξηση μισθών μπορεί να εμφανίζεται ανεπαρκής. Ο πολίτης δεν συγκρίνει το σημερινό του εισόδημα μόνο με το περσινό· το συγκρίνει με το κόστος αναπαραγωγής της ζωής του. Αν ο μισθός αυξάνεται αλλά το καλάθι, το ρεύμα και το ενοίκιο αυξάνονται ταχύτερα ή παραμένουν δυσανάλογα βαριά, η ανάπτυξη γίνεται αφηρημένη πληροφορία και όχι βιωμένη βελτίωση.

Το δεύτερο κλειδί είναι η στεγαστική πίεση. Η κατοικία έχει μετατραπεί σε κεντρικό κοινωνικό και γενεακό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Για χρόνια, η Ελλάδα είχε διαφορετικό στεγαστικό μοντέλο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στηριγμένο σε υψηλή ιδιοκατοίκηση, οικογενειακή περιουσία και άτυπα δίκτυα προστασίας. Αυτό το μοντέλο υποχωρεί. Οι νέοι εργαζόμενοι, οι ενοικιαστές, τα νέα ζευγάρια, οι μονογονεϊκές οικογένειες και όσοι δεν διαθέτουν οικογενειακό απόθεμα περιουσίας βρίσκονται αντιμέτωποι με ενοίκια που απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους. Όταν η στέγη γίνεται πηγή ανασφάλειας, η ανάπτυξη χάνει την κοινωνική της υλικότητα. Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ, αν η δυνατότητα αυτόνομης ζωής καθίσταται δυσκολότερη.

Το τρίτο κλειδί είναι η ποιότητα της εργασίας. Η μείωση της ανεργίας είναι αναμφίβολα θετική και πολιτικά σημαντική. Ωστόσο, η κοινωνική αίσθηση ευημερίας δεν εξαρτάται μόνο από το αν κάποιος έχει εργασία, αλλά από το είδος της εργασίας που έχει. Χαμηλοί μισθοί, επισφάλεια, εποχικότητα, περιορισμένη επαγγελματική εξέλιξη, υπερεξάρτηση από τουρισμό και υπηρεσίες, αδύναμη διαπραγματευτική θέση εργαζομένων και δυσκολία σύνδεσης δεξιοτήτων με παραγωγικές προοπτικές περιορίζουν τη μετατροπή της απασχόλησης σε κοινωνική άνοδο. Μια οικονομία μπορεί να μειώνει την ανεργία, αλλά να μην παράγει επαρκή αυτοπεποίθηση για το μέλλον, αν η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, αποταμίευση, στέγη και προοπτική.

Το τέταρτο στοιχείο είναι η άνιση κατανομή των ωφελειών της ανάπτυξης ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και περιοχές. Η ελληνική μεγέθυνση δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από τον ιδιοκτήτη τουριστικού ακινήτου, τον εργαζόμενο σε εποχική απασχόληση, τον δημόσιο υπάλληλο, τον ελεύθερο επαγγελματία, τον νέο μισθωτό στην Αθήνα, τον συνταξιούχο, τον αγρότη, τον μικρομεσαίο επιχειρηματία ή τον κάτοικο μιας αποδυναμωμένης περιφερειακής πόλης. Ο τουρισμός, οι κατασκευές και ορισμένες υπηρεσίες μπορούν να δημιουργούν εισοδήματα, αλλά όχι αναγκαστικά ευρεία παραγωγική διάχυση. Αν η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους κλάδους, περιοχές και περιουσιακές κατηγορίες, τότε παράγει παράλληλα νέα αίσθηση αποκλεισμού.

Η ελληνική κοινωνία συγκρίνει επίσης τη σημερινή κατάσταση με το τραύμα της προηγούμενης δεκαετίας. Η χώρα βγήκε από μια μακρά περίοδο μνημονίων, απώλειας εισοδήματος, μετανάστευσης νέων, φορολογικής πίεσης, αβεβαιότητας και θεσμικής κόπωσης. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική αντοχή είναι ήδη εξαντλημένη. Οι πολίτες δεν ξεκινούν από ουδέτερο σημείο. Αξιολογούν τη σημερινή ανάπτυξη μετά από χρόνια συμπίεσης και με πολύ υψηλές προσδοκίες αποκατάστασης. Για να γίνει κοινωνικά πειστική, η ανάπτυξη δεν αρκεί να είναι θετική· πρέπει να είναι επανορθωτική. Πρέπει να αποδεικνύει ότι επιστρέφει κάτι από όσα χάθηκαν: εισόδημα, ασφάλεια, αξιοπρέπεια, δυνατότητα σχεδιασμού ζωής.

Η δυσαρέσκεια επομένως δεν είναι αναγκαστικά άρνηση της οικονομικής προόδου. Είναι αντίδραση στο χάσμα ανάμεσα στην επίσημη πρόοδο και στην καθημερινή εμπειρία. Όταν η κυβέρνηση προβάλλει μακροοικονομικά επιτεύγματα, αλλά ο πολίτης βιώνει ακρίβεια, στέγαση, στενότητα, κόπωση και αβεβαιότητα, δημιουργείται κρίση μετάφρασης. Η πολιτική εξουσία μιλά τη γλώσσα των δεικτών, ενώ η κοινωνία μιλά τη γλώσσα των λογαριασμών. Αυτό το χάσμα είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι μπορεί να μετατρέψει μια αντικειμενικά καλύτερη οικονομική εικόνα σε πολιτικά αδύναμο αφήγημα.

Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι η ανάπτυξη στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εξωτερικές ή συγκυριακές πηγές: τουριστική ζήτηση, ευρωπαϊκούς πόρους, κατασκευαστική δραστηριότητα, κατανάλωση και εισροή κεφαλαίων. Αυτά είναι σημαντικά και δεν πρέπει να υποτιμώνται. Δεν αρκούν όμως για να συγκροτήσουν βαθιά κοινωνική ευημερία, αν δεν συνοδεύονται από αναβάθμιση παραγωγικότητας, τεχνολογική ένταση, καλύτερες θέσεις εργασίας, εξαγωγική διαφοροποίηση, βιομηχανική πολιτική, έρευνα, εκπαίδευση, διοικητική αποτελεσματικότητα και δίκαιη φορολογική σχέση κράτους-πολίτη. Η κοινωνική ευημερία δεν προκύπτει μόνο από την ποσότητα της ανάπτυξης, αλλά από την ποιότητά της.

Αυτό οδηγεί στο κεντρικό συμπέρασμα: η Ελλάδα χρειάζεται να περάσει από την ανάπτυξη ως μακροοικονομική επίδοση στην ανάπτυξη ως κοινωνική εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι η δημόσια πολιτική πρέπει να μετρά όχι μόνο ΑΕΠ, επενδύσεις και πλεονάσματα, αλλά και πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, στεγαστική επιβάρυνση, πρόσβαση σε υπηρεσίες, ποιότητα εργασίας, περιφερειακή διάχυση, κοινωνική κινητικότητα και αίσθηση ασφάλειας. Μια οικονομία είναι πολιτικά επιτυχημένη όταν οι πολίτες δεν ακούν απλώς ότι η χώρα πάει καλύτερα, αλλά μπορούν να το αναγνωρίσουν στη ζωή τους. Η ελληνική ανάπτυξη έχει κάνει σημαντική διαδρομή από την εποχή της κρίσης. Το ζητούμενο τώρα είναι να αποκτήσει κοινωνικό βάθος. Διαφορετικά, θα παραμείνει ανάπτυξη με θετικούς δείκτες αλλά ασθενή κοινωνική νομιμοποίηση.