Κάθε Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο αποτυπώνει μια ιεράρχηση: τι θεωρεί η Ευρώπη αναγκαίο, ποιον προστατεύει, ποιον ενισχύει, ποιον καθησυχάζει, ποια απειλή παίρνει στα σοβαρά και ποιο πολιτικό σχέδιο χρηματοδοτεί. Το νέο ΠΔΠ είναι ιδιαίτερα κρίσιμο επειδή έρχεται σε στιγμή συσσώρευσης ιστορικών πιέσεων: πόλεμος στην Ουκρανία, ανάγκη ευρωπαϊκής άμυνας, ενεργειακή και τεχνολογική ασφάλεια, πράσινη μετάβαση, αγροτική δυσαρέσκεια, διεύρυνση, μεταναστευτική πίεση, αποπληρωμή κοινών ευρωπαϊκών δανείων και έντονος διεθνής ανταγωνισμός. Η Ευρώπη δεν καλείται απλώς να μοιράσει χρήματα. Καλείται να αποφασίσει ποια πολιτική οικονομία θα στηρίξει.

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση αφορά την άμυνα. Για δεκαετίες, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός ήταν κυρίως προϋπολογισμός συνοχής, γεωργίας, εσωτερικής αγοράς, έρευνας και εξωτερικής βοήθειας. Η άμυνα παρέμενε κυρίως εθνική αρμοδιότητα και νατοϊκή υπόθεση. Αυτό αλλάζει. Η ρωσική επιθετικότητα, η πιθανότητα μακροχρόνιας σύγκρουσης στην ανατολική Ευρώπη, η αβεβαιότητα για τη σταθερότητα της αμερικανικής προστασίας και η ανάγκη αναπλήρωσης αποθεμάτων υποχρεώνουν την ΕΕ να εντάξει την άμυνα στην καρδιά του δημοσιονομικού της σχεδιασμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ένωση μετατρέπεται αυτόματα σε στρατιωτική ομοσπονδία. Σημαίνει όμως ότι ο προϋπολογισμός της αρχίζει να χρηματοδοτεί υλικές προϋποθέσεις ασφάλειας: βιομηχανική παραγωγή, στρατιωτική κινητικότητα, διαστημικά συστήματα, κυβερνοανθεκτικότητα, κοινές προμήθειες, αμυντική έρευνα και δυνατότητα κλιμάκωσης παραγωγής.

Η δεύτερη σύγκρουση αφορά την Ουκρανία. Η στήριξη προς την Ουκρανία δεν είναι πια έκτακτη παρέμβαση, αλλά δομικό στοιχείο του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Η Ουκρανία χρειάζεται χρηματοδότηση πολέμου, ανοικοδόμησης, θεσμικής προσαρμογής, οικονομικής σταθεροποίησης και πιθανής ενταξιακής πορείας. Αυτό σημαίνει ότι ο νέος προϋπολογισμός δεν θα χρηματοδοτεί μόνο τα σημερινά κράτη-μέλη, αλλά και μια μελλοντική γεωπολιτική μετατόπιση της ίδιας της Ένωσης προς Ανατολάς. Η Ουκρανία δεν είναι απλώς δαπάνη αλληλεγγύης. Είναι επένδυση σε ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και μελλοντική δημοσιονομική πρόκληση. Η ένταξή της, ακόμη και ως προοπτική, επηρεάζει συνοχή, γεωργία, βιομηχανία, άμυνα, εμπορικές ροές και ισορροπίες εντός της Ένωσης.

Η τρίτη σύγκρουση αφορά τη συνοχή. Η πολιτική συνοχής υπήρξε μία από τις βαθύτερες νομιμοποιητικές βάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έλεγε στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες ότι η ενιαία αγορά δεν είναι απλώς χώρος ανταγωνισμού, αλλά και μηχανισμός σύγκλισης. Αν η ΕΕ μετατοπίσει υπερβολικά πόρους προς άμυνα, ανταγωνιστικότητα και νέες στρατηγικές προτεραιότητες χωρίς να προστατεύσει επαρκώς τη συνοχή, κινδυνεύει να αποδυναμώσει την κοινωνική και περιφερειακή της βάση. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά από τις κοινωνίες να στηρίξουν γεωπολιτική εμβάθυνση, αν οι περιφέρειες αισθάνονται ότι εγκαταλείπονται. Η συνοχή δεν είναι παλαιό θέμα που ανήκει στην Ευρώπη των διαρθρωτικών ταμείων. Είναι όρος πολιτικής ανθεκτικότητας.

Η τέταρτη σύγκρουση αφορά τη γεωργία. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική ήταν ιστορικά κεντρικός πυλώνας του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Σήμερα βρίσκεται υπό πίεση από πολλές κατευθύνσεις: κλιματική μετάβαση, αγροτική δυσαρέσκεια, κόστος παραγωγής, ανταγωνισμός εισαγωγών, περιβαλλοντικοί κανόνες, επισιτιστική ασφάλεια και πιθανή μελλοντική ένταξη μιας μεγάλης αγροτικής δύναμης όπως η Ουκρανία. Το αγροτικό ζήτημα δεν είναι απλώς συντεχνιακή διεκδίκηση. Είναι πολιτική μάχη για το πώς η Ευρώπη συνδυάζει περιβάλλον, παραγωγή, τρόφιμα, εισόδημα και ύπαιθρο. Αν η πράσινη μετάβαση εμφανιστεί στους αγρότες ως τιμωρητική επιβάρυνση, θα ενισχύσει αντιευρωπαϊκές και ακροδεξιές δυνάμεις. Αν η γεωργία προστατευθεί χωρίς μετασχηματισμό, η Ευρώπη θα χάσει την κλιματική και τεχνολογική της αξιοπιστία. Το ΠΔΠ πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία και στην αλλαγή.

Η πέμπτη σύγκρουση αφορά την πράσινη μετάβαση. Η ΕΕ δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον κλιματικό της στόχο χωρίς να ακυρώσει ένα μεγάλο μέρος της διεθνούς της ταυτότητας και της βιομηχανικής της στρατηγικής. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η πράσινη μετάβαση έχει κόστος, κοινωνικές αντιδράσεις, βιομηχανικούς κινδύνους και ανταγωνισμό από ΗΠΑ και Κίνα. Το νέο ΠΔΠ πρέπει να δείξει αν η πράσινη πολιτική θα παραμείνει κυρίως ρυθμιστικό πρόγραμμα ή θα γίνει πραγματική βιομηχανική και κοινωνική πολιτική. Χρειάζονται δίκτυα, αποθήκευση, καθαρές τεχνολογίες, αναβάθμιση κτιρίων, ανθεκτικότητα υποδομών, στήριξη νοικοκυριών, επανεκπαίδευση εργαζομένων και στρατηγικές αλυσίδες αξίας. Διαφορετικά, η πράσινη μετάβαση θα φαίνεται στους πολίτες ως κόστος χωρίς ορατή ανταπόδοση.

Η έκτη σύγκρουση αφορά την ανταγωνιστικότητα. Οι εκθέσεις Letta και Draghi έθεσαν στο κέντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης ένα δύσκολο ερώτημα: πώς μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει κοινωνικό κράτος, πράσινη φιλοδοξία και γεωπολιτική ισχύ αν υστερεί σε παραγωγικότητα, τεχνολογία, χρηματοδότηση και κλίμακα; Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα, συγκεντρώνοντας πόρους σε στρατηγικούς τομείς. Όμως η έννοια της ανταγωνιστικότητας είναι πολιτικά αμφίσημη. Μπορεί να σημαίνει βιομηχανική αναβάθμιση, καινοτομία και στρατηγική αυτονομία. Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί και ως πρόσχημα απορρύθμισης, αποδυνάμωσης κοινωνικών ή περιβαλλοντικών κανόνων και μεταφοράς πόρων προς ισχυρότερους κλάδους και κράτη. Το ΠΔΠ θα κριθεί από το ποια ανταγωνιστικότητα χρηματοδοτεί: μια ανταγωνιστικότητα κοινωνικά ενσωματωμένη ή μια ανταγωνιστικότητα αποσυνδεδεμένη από συνοχή και δικαιοσύνη.

Το έβδομο ζήτημα είναι η χρηματοδότηση. Η ΕΕ δεν μπορεί να αυξήσει τις φιλοδοξίες της χωρίς αντίστοιχους πόρους. Άμυνα, Ουκρανία, συνοχή, γεωργία, πράσινη μετάβαση, μετανάστευση, έρευνα, βιομηχανική πολιτική και αποπληρωμή του NextGenerationEU δεν χωρούν εύκολα σε έναν στενό προϋπολογισμό. Εδώ εμφανίζεται η πολιτική σημασία των ίδιων πόρων. Αν η Ένωση στηρίζεται κυρίως σε εθνικές συνεισφορές, κάθε συζήτηση γίνεται μάχη καθαρών πληρωτών και καθαρών δικαιούχων. Αν αποκτήσει ουσιαστικότερους ίδιους πόρους, μπορεί να χρηματοδοτεί κοινά αγαθά με μεγαλύτερη αυτονομία. Αυτό όμως αγγίζει βαθύτερο ζήτημα δημοσιονομικής κυριαρχίας. Τα κράτη-μέλη θέλουν κοινές ευρωπαϊκές δράσεις, αλλά συχνά διστάζουν να δώσουν στην Ένωση τα μέσα που απαιτούνται για να τις υλοποιήσει.

Το όγδοο ζήτημα είναι η αρχιτεκτονική του προϋπολογισμού. Η πρόταση για ενοποίηση πολλών χρηματοδοτικών εργαλείων σε εθνικά και περιφερειακά σχέδια μπορεί να αυξήσει την ευελιξία, να μειώσει κατακερματισμό και να συνδέσει καλύτερα επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Ταυτόχρονα, όμως, προκαλεί ανησυχίες. Οι περιφέρειες φοβούνται ότι η πολιτική συνοχής μπορεί να εθνικοποιηθεί περισσότερο, χάνοντας τον απευθείας περιφερειακό χαρακτήρα της. Οι αγρότες φοβούνται ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική θα απορροφηθεί σε ευρύτερες εθνικές ιεραρχήσεις. Οι κοινωνικοί φορείς φοβούνται ότι η ευελιξία μπορεί να γίνει αδιαφάνεια. Άρα το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα υπάρχουν, αλλά ποιος θα τα ελέγχει, με ποια κριτήρια, με ποια διαφάνεια και με ποια συμμετοχή.

Το ένατο ζήτημα είναι η πολιτική γεωγραφία της διαπραγμάτευσης. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης θα δώσουν μεγαλύτερο βάρος στην Ουκρανία και την άμυνα. Οι χώρες του Νότου θα επιμείνουν σε συνοχή, μετανάστευση, αγροτική στήριξη και κοινωνική ανθεκτικότητα. Οι καθαροί πληρωτές θα ζητήσουν πειθαρχία, αποτελεσματικότητα και περιορισμό εθνικών επιβαρύνσεων. Οι καθαροί δικαιούχοι θα ζητήσουν διατήρηση αναπτυξιακών πόρων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πιέσει για μεγαλύτερο προϋπολογισμό και ίδιους πόρους. Το Συμβούλιο θα λειτουργήσει ως χώρος εθνικών παζαριών. Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να παρουσιάσει τον προϋπολογισμό ως στρατηγική σύνθεση. Το τελικό αποτέλεσμα θα δείξει ποιος πραγματικά ορίζει την ευρωπαϊκή προτεραιότητα.

Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν ιδιαίτερο συμφέρον σε αυτή τη μάχη. Για την Ελλάδα, η συνοχή, η γεωργία, η πράσινη μετάβαση, οι υποδομές, η άμυνα, η μετανάστευση και η ενεργειακή ασφάλεια συνδέονται άμεσα με την εθνική πολιτική οικονομία. Για την Κύπρο, η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η Ανατολική Μεσόγειος, η μετανάστευση, η ενέργεια και η γεωπολιτική διάσταση της Ένωσης είναι επίσης κρίσιμα. Ο Νότος δεν πρέπει να αντιμετωπίσει τη γεωπολιτική στροφή της ΕΕ ως απειλή για τη συνοχή, αλλά ως ευκαιρία να συνδέσει συνοχή και ασφάλεια. Η περιφερειακή ανάπτυξη, η πολιτική προστασία, η ενεργειακή ανθεκτικότητα, τα σύνορα και οι υποδομές διπλής χρήσης είναι πεδία όπου ο Νότος μπορεί να αρθρώσει ισχυρό ευρωπαϊκό επιχείρημα.

Συμπερασματικά, ο προϋπολογισμός 2028–2034 θα κρίνει το μέλλον της Ένωσης επειδή θα μετατρέψει τις μεγάλες ευρωπαϊκές λέξεις σε πραγματικές κατανομές πόρων. Όλοι μπορούν να μιλούν για άμυνα, Ουκρανία, συνοχή, γεωργία, πράσινη μετάβαση και ανταγωνιστικότητα. Το ερώτημα είναι ποιο από αυτά θα χρηματοδοτηθεί επαρκώς, ποιο θα μείνει σε επίπεδο ρητορικής και ποιο θα πληρώσει το κόστος των νέων προτεραιοτήτων. Η ΕΕ εισέρχεται σε περίοδο όπου δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξη και δημοσιονομικά φοβική. Αν θέλει να γίνει γεωπολιτικός δρών, χρειάζεται προϋπολογισμό γεωπολιτικής κλίμακας. Αν θέλει να διατηρήσει κοινωνική νομιμοποίηση, χρειάζεται συνοχή, γεωργική ισορροπία και δίκαιη πράσινη μετάβαση. Αν θέλει να ανταγωνιστεί ΗΠΑ και Κίνα, χρειάζεται βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ. Το νέο ΠΔΠ είναι, τελικά, η στιγμή όπου η Ευρώπη θα αποφασίσει αν οι φιλοδοξίες της είναι πραγματικές ή απλώς ωραία διατυπωμένες.