Για δεκαετίες, η ΕΕ μπορούσε να λειτουργεί μέσα σε μια ιστορική άνεση: η εσωτερική αγορά παρήγε ευημερία, το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν τον σκληρό πυρήνα της ασφάλειας, η διεύρυνση λειτουργούσε ως μηχανισμός σταθεροποίησης, η παγκοσμιοποίηση ευνοούσε τη γερμανική εξαγωγική ισχύ και η ίδια η Ένωση μπορούσε να αυτοπροσδιορίζεται ως κανονιστική δύναμη, δηλαδή ως δύναμη κανόνων, προτύπων, εμπορίου, δικαίου και ήπιας επιρροής. Αυτή η εποχή έχει πλέον κλείσει. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η στρατηγική αβεβαιότητα ως προς την αμερικανική εγγύηση, η κινεζική βιομηχανική ισχύς, ο τεχνολογικός ανταγωνισμός και η κρίση ενεργειακής ασφάλειας υποχρεώνουν την ΕΕ να απαντήσει σε ένα ερώτημα που επί χρόνια ανέβαλλε: μπορεί μια Ένωση σχεδιασμένη κυρίως ως αγορά να επιβιώσει σε έναν κόσμο ισχύος χωρίς να αποκτήσει ίδια στρατηγική ικανότητα;

Το πρώτο επίπεδο του διλήμματος αφορά την Ουκρανία. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο μια κρίση στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης. Είναι δοκιμασία της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής υπόστασης. Αν η Ουκρανία ηττηθεί, η ΕΕ θα έχει αποτύχει να προστατεύσει όχι απλώς μια γειτονική χώρα, αλλά το μεταψυχροπολεμικό της υπόδειγμα: την ιδέα ότι η ευρωπαϊκή τάξη βασίζεται σε κυριαρχία κρατών, απαραβίαστο συνόρων, δικαίωμα επιλογής συμμαχιών και απόρριψη της αναθεωρητικής βίας. Αν, αντίθετα, η Ουκρανία αντέξει και ενταχθεί σταδιακά στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, η Ένωση δεν θα είναι πια η ίδια. Θα έχει ενσωματώσει μια χώρα σε πόλεμο, με τεράστιες ανάγκες ανοικοδόμησης, ισχυρή αγροτική και βιομηχανική βάση, μεγάλη γεωστρατηγική σημασία και στρατό με εμπειρία μεγάλης κλίμακας. Η Ουκρανία δεν είναι απλώς υποψήφιο μέλος. Είναι ο καταλύτης που αναγκάζει την ΕΕ να σκεφτεί τον εαυτό της ως πολιτική δύναμη.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά την άμυνα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε συμπληρωματικό ρόλο πολιτικής σταθεροποίησης, χρηματοδότησης και ανθρωπιστικής βοήθειας. Η συζήτηση για ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι πια θεωρητική. Αφορά πυρομαχικά, αντιαεροπορικά συστήματα, drones, δορυφορικές δυνατότητες, κυβερνοασφάλεια, στρατιωτική κινητικότητα, κοινές προμήθειες, αποθέματα, παραγωγική ικανότητα και βιομηχανικές αλυσίδες. Η Ευρώπη ανακαλύπτει καθυστερημένα ότι η ασφάλεια δεν είναι απλώς διπλωματικό αγαθό, αλλά υλικό απόθεμα ισχύος. Δεν αρκεί να καταδικάζει την επιθετικότητα. Πρέπει να μπορεί να παράγει, να μεταφέρει, να αποθηκεύει, να συντηρεί και να αναπληρώνει μέσα άμυνας με ταχύτητα που αντιστοιχεί στην απειλή.

Το τρίτο επίπεδο αφορά τη βιομηχανική πολιτική. Η ΕΕ οικοδομήθηκε ως χώρος ανταγωνισμού, κανόνων και ανοικτών αγορών, όχι ως ομοσπονδιακός βιομηχανικός σχεδιαστής. Όμως η εποχή όπου η αγορά από μόνη της θα εξασφάλιζε τεχνολογική επάρκεια έχει παρέλθει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, στρατηγικές προμήθειες και γεωοικονομικά εργαλεία. Η Κίνα συνδυάζει κρατική ισχύ, βιομηχανική κλίμακα και τεχνολογική επιδίωξη. Η Ευρώπη, αν παραμείνει μόνο ρυθμιστής, κινδυνεύει να γίνει ο πιο κομψός νομοθέτης ενός κόσμου του οποίου οι κρίσιμες αλυσίδες αξίας θα ελέγχονται αλλού. Άμυνα, ημιαγωγοί, τεχνητή νοημοσύνη, καθαρές τεχνολογίες, κρίσιμες πρώτες ύλες, μπαταρίες, δίκτυα, φάρμακα και διαστημικές υποδομές δεν μπορούν πια να αντιμετωπίζονται ως ουδέτεροι κλάδοι αγοράς. Είναι πεδία κυριαρχίας.

Εδώ αναδύεται η ουσιαστική ένταση ανάμεσα στην ΕΕ ως αγορά και στην ΕΕ ως γεωπολιτικό υποκείμενο. Η αγορά λειτουργεί με κανόνες ισότητας, ανταγωνισμού, διαφάνειας, απαγόρευσης κρατικών στρεβλώσεων και οριζόντιας πρόσβασης. Η γεωπολιτική λειτουργεί με προτεραιότητες, ιεραρχήσεις, ταχύτητα, στρατηγικές εξαιρέσεις, ασφάλεια εφοδιασμού, προστασία κρίσιμων κλάδων και δυνατότητα επιλογής νικητών σε πεδία στρατηγικής σημασίας. Η ΕΕ δυσκολεύεται ακριβώς επειδή πρέπει να συνδυάσει αυτά τα δύο χωρίς να αναιρέσει τον εαυτό της. Αν εγκαταλείψει πλήρως τη λογική της αγοράς, κινδυνεύει να διαρρήξει το θεμέλιο της εσωτερικής ολοκλήρωσης. Αν μείνει μόνο στην αγορά, κινδυνεύει να γίνει γεωπολιτικά εξαρτημένη.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλή αντιγραφή των εθνικών βιομηχανικών κρατών. Η ΕΕ δεν είναι ενιαίο κράτος με έναν προϋπολογισμό, μία κυβέρνηση, μία δημοσιονομική αρχή και μία αμυντική διοίκηση. Είναι ένωση κρατών και λαών, με ισχυρές εθνικές αρμοδιότητες, διαφορετικές στρατηγικές κουλτούρες, διαφορετικές αντιλήψεις απειλής και διαφορετικές δημοσιονομικές δυνατότητες. Η Πολωνία, η Βαλτική, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ουγγαρία δεν βλέπουν την ασφάλεια με τον ίδιο τρόπο. Η ανατολική Ευρώπη σκέφτεται πρώτα τη Ρωσία. Ο Νότος σκέφτεται και τη Μεσόγειο, τη μετανάστευση, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Η Γαλλία σκέφτεται στρατηγική αυτονομία. Η Γερμανία σκέφτεται δημοσιονομική και βιομηχανική προσαρμογή. Αυτή η πολυφωνία είναι πλούτος, αλλά και εμπόδιο.

Η Ευρώπη, επομένως, δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες αμυντικές δαπάνες. Χρειάζεται πολιτική μετατροπή των δαπανών σε κοινή ικανότητα. Αν κάθε κράτος αυξήσει αμυντικές δαπάνες αγοράζοντας διαφορετικά συστήματα, από διαφορετικές αγορές, χωρίς διαλειτουργικότητα, χωρίς κοινές προμήθειες και χωρίς ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, η ήπειρος θα δαπανά περισσότερο χωρίς να γίνεται αναλογικά ισχυρότερη. Το κρίσιμο είναι η μετάβαση από τον κατακερματισμό στην κλίμακα. Η ΕΕ πρέπει να μάθει να σκέφτεται την άμυνα όπως έμαθε να σκέφτεται κάποτε την αγορά: όχι ως άθροισμα εθνικών επιλογών, αλλά ως κοινό πεδίο παραγωγής ισχύος.

Το τέταρτο επίπεδο αφορά τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Μια γεωπολιτική Ένωση δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με τεχνικές αποφάσεις κορυφής. Η άμυνα, η βιομηχανική πολιτική, η στήριξη στην Ουκρανία, οι νέοι ίδιοι πόροι, οι πιθανές κοινές χρηματοδοτήσεις, οι περικοπές ή ανακατανομές στον προϋπολογισμό, όλα αυτά απαιτούν πολιτική εξήγηση προς τις κοινωνίες. Αν οι Ευρωπαίοι πολίτες δουν τη γεωπολιτική στροφή ως ελιτίστικη ατζέντα που απορροφά πόρους από κοινωνικές ανάγκες, τότε η αντίδραση θα είναι ισχυρή. Αν, αντίθετα, καταλάβουν ότι η ασφάλεια, η βιομηχανία, η ενέργεια, η τεχνολογία και η κοινωνική ανθεκτικότητα είναι αλληλένδετα, τότε η γεωπολιτική εμβάθυνση μπορεί να αποκτήσει λαϊκή βάση. Η Ευρώπη δεν μπορεί να γίνει γεωπολιτική μόνο από τα πάνω. Πρέπει να γίνει γεωπολιτική και κοινωνικά πειστική.

Το πιο σοβαρό λάθος θα ήταν να παρουσιαστεί η επιλογή ως δίλημμα ανάμεσα στην κοινωνική Ευρώπη και τη γεωπολιτική Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να υπερασπιστεί το κοινωνικό της μοντέλο αν δεν διαθέτει βιομηχανική, ενεργειακή και αμυντική ισχύ. Και δεν θα μπορέσει να αποκτήσει στρατηγική ισχύ αν διαρρήξει την κοινωνική της συνοχή. Η άμυνα χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση γίνεται τεχνοκρατική στρατιωτικοποίηση. Η κοινωνική πολιτική χωρίς ασφάλεια γίνεται ευάλωτη ευημερία. Το ευρωπαϊκό στοίχημα είναι να συνδυάσει τις δύο διαστάσεις: να γίνει πιο ισχυρή χωρίς να γίνει λιγότερο κοινωνική, πιο στρατηγική χωρίς να γίνει λιγότερο δημοκρατική, πιο βιομηχανική χωρίς να εγκαταλείψει την πράσινη μετάβαση.

Η συζήτηση για τη «γεωπολιτική Ευρώπη» δεν πρέπει, επίσης, να κρύβει το πρόβλημα της απόφασης. Η ΕΕ συχνά διαθέτει πόρους, κανόνες και φιλοδοξίες, αλλά δυσκολεύεται να αποφασίζει γρήγορα. Η ομοφωνία σε κρίσιμα πεδία εξωτερικής πολιτικής, οι αποκλίνουσες εθνικές προτεραιότητες, οι δημοσιονομικές επιφυλάξεις και η απουσία ενιαίου ευρωπαϊκού δήμου περιορίζουν την ταχύτητα. Μια πραγματική γεωπολιτική Ένωση θα χρειαστεί όχι μόνο χρήματα και βιομηχανία, αλλά και θεσμική ικανότητα απόφασης. Χωρίς αυτήν, η ΕΕ κινδυνεύει να ανακοινώνει στρατηγικές που αργούν να γίνουν πράξη.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ιστορική μεταβολή. Η Ουκρανία, η άμυνα και η βιομηχανική πολιτική την πιέζουν να πάψει να είναι μόνο μια ενιαία αγορά με πολιτικό περίβλημα και να αποκτήσει χαρακτηριστικά γεωπολιτικού δρώντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψει την αγορά, το δίκαιο, τη συνοχή ή την κοινωνική της ταυτότητα. Σημαίνει ότι πρέπει να τα εντάξει σε νέα στρατηγική λογική. Η ΕΕ γεννήθηκε ως ειρηνικό σχέδιο υπέρβασης της ισχύος μέσα από κανόνες. Σήμερα καλείται να προστατεύσει τους κανόνες αποκτώντας ισχύ. Αυτό είναι το μεγάλο της δίλημμα και ταυτόχρονα η μεγάλη της ενηλικίωση.