Η ευρωπαϊκοποίηση των ελληνοτουρκικών αποτελεί αναγκαία αλλά όχι αυτάρκη στρατηγική. Είναι αναγκαία επειδή η Ελλάδα δεν είναι ένα απλό τρίτο κράτος που αντιπαρατίθεται διμερώς με την Τουρκία. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξωτερικό σύνορο της Ένωσης, θεσμικός φορέας του ευρωπαϊκού κεκτημένου και μέρος μιας πολιτικής κοινότητας που στηρίζεται, τουλάχιστον κανονιστικά, στο διεθνές δίκαιο, στην ειρηνική επίλυση διαφορών και στον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών-μελών. Είναι όμως μη αυτάρκης, διότι η ΕΕ δεν λειτουργεί πάντα ως ενιαίο γεωπολιτικό υποκείμενο με καθαρή βούληση αντιπαράθεσης προς την Τουρκία. Η Άγκυρα είναι για την Ένωση ταυτόχρονα πρόβλημα, εταίρος, υποψήφια χώρα με παγωμένη ενταξιακή διαδικασία, εμπορικός συνομιλητής, κρίσιμος παράγοντας στο μεταναστευτικό, περιφερειακή δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ και κόμβος σε ζητήματα ενέργειας, ασφάλειας και διαμεσολάβησης. Άρα η ευρωπαϊκοποίηση ενισχύει την Ελλάδα μόνο όταν μετατρέπει τις ελληνικές θέσεις σε ευρωπαϊκό ζήτημα αρχών και συμφερόντων· αποδυναμώνεται όταν η ΕΕ αντιμετωπίζει τα ελληνοτουρκικά ως διμερές εμπόδιο στη δική της λειτουργική σχέση με την Τουρκία.
Το πρώτο πλεονέκτημα της ευρωπαϊκοποίησης είναι ότι αποτρέπει τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας σε ένα στενά διμερές πλαίσιο. Η Τουρκία επιδιώκει συχνά να παρουσιάζει τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως διαπραγματεύσιμη διμερή σύγκρουση συμφερόντων, στην οποία η ισχύς, η γεωγραφία και η πολιτική βούληση θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον ισοδύναμο βάρος με το διεθνές δίκαιο. Η ελληνική θέση, αντιθέτως, είναι θεμελιωμένη στην αρχή ότι δεν πρόκειται για αόριστη πολιτική διαφορά κυριαρχικών φαντασιώσεων, αλλά για συγκεκριμένο ζήτημα οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, το οποίο μπορεί να επιλυθεί βάσει του διεθνούς δικαίου και, εφόσον χρειαστεί, με προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοσία. Όταν η ΕΕ επαναλαμβάνει ότι η Τουρκία οφείλει να σέβεται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και τα κυριαρχικά δικαιώματα όλων των κρατών-μελών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, δεν υιοθετεί απλώς ελληνική ρητορική· μεταφέρει το ζήτημα στον πυρήνα της ευρωπαϊκής νομιμότητας.
Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική στο πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου, διότι εκεί η τουρκική αναθεωρητική πρακτική δεν θίγει μόνο την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Θίγει την αξιοπιστία της ίδιας της ΕΕ ως κοινότητας δικαίου. Όταν αμφισβητούνται κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών, όταν προωθούνται μονομερείς θαλάσσιες αξιώσεις που παρακάμπτουν την επήρεια νησιών, όταν εργαλειοποιούνται NAVTEX, έρευνες, ασκήσεις ή νομοθετικές πρωτοβουλίες θαλάσσιου επεκτατισμού, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή «διαφορά γειτόνων». Η Ελλάδα ορθά επιδιώκει να το εντάσσει σε ευρωπαϊκή γλώσσα: προστασία εξωτερικών συνόρων, ασφάλεια θαλασσίων ζωνών, ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, σεβασμός του δικαίου, απρόσκοπτη υλοποίηση ευρωπαϊκών έργων και αποφυγή αναθεωρητικών τετελεσμένων. Η πρόσφατη κριτική του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη «Γαλάζια Πατρίδα» και στην παρεμπόδιση έργων ευρωπαϊκής διασυνδεσιμότητας δείχνει ότι η ελληνική επιχειρηματολογία μπορεί να αποκτά ευρωπαϊκή νομιμοποίηση όταν συνδέεται με συγκεκριμένα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκοποίηση δεν πρέπει να καλλιεργεί ψευδαισθήσεις. Η ΕΕ δεν είναι στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ, ούτε διαθέτει ενιαία εξωτερική πολιτική βούληση ανάλογη ενός κυρίαρχου κράτους. Τα κράτη-μέλη έχουν διαφορετικές σχέσεις με την Τουρκία. Ορισμένα προτάσσουν το εμπόριο, άλλα το μεταναστευτικό, άλλα την περιφερειακή σταθερότητα, άλλα τη νατοϊκή διάσταση, άλλα την αποφυγή κλιμάκωσης. Η Τουρκία γνωρίζει αυτή την εσωτερική πολυφωνία και συχνά την αξιοποιεί. Έτσι, η ΕΕ μπορεί σε επίπεδο αρχών να υποστηρίζει την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής να αποφεύγει σκληρή σύγκρουση με την Άγκυρα. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη υπάρχει, αλλά δεν είναι πάντα αυτόματη, ούτε απεριόριστη, ούτε απαλλαγμένη από υπολογισμούς κόστους.
Αυτό ακριβώς φαίνεται στη γλώσσα των ευρωπαϊκών θεσμών για την Τουρκία. Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας έχουν ουσιαστικά σταματήσει και ότι δεν μπορούν να ανοίξουν ή να κλείσουν νέα κεφάλαια, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνει το στρατηγικό ενδιαφέρον της ΕΕ για σταθερό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο και για συνεργασία με την Τουρκία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Αυτή η διπλή γλώσσα είναι απολύτως ενδεικτική: η Τουρκία είναι ταυτόχρονα προβληματικός εταίρος και αναγκαίος συνομιλητής. Για την Ελλάδα, το ζήτημα είναι να μη χαθεί μέσα σε αυτή τη διπλή γλώσσα η ουσία των ελληνικών δικαίων. Η συνεργασία ΕΕ–Τουρκίας δεν μπορεί να αγοράζεται με την υποβάθμιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών.
Η ευρωπαϊκοποίηση είναι ευκαιρία όταν η Αθήνα καταφέρνει να μετατρέψει τις ελληνοτουρκικές διαφορές από διμερή ένταση σε ζήτημα ευρωπαϊκής τάξης. Αυτό σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, συστηματική νομική τεκμηρίωση, με σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας, στην αρχή της ειρηνικής επίλυσης διαφορών και στην αποφυγή μονομερών τετελεσμένων. Δεύτερον, σύνδεση των ελληνικών θέσεων με ευρωπαϊκά υλικά συμφέροντα: ενεργειακές διασυνδέσεις, υποθαλάσσιες υποδομές, ασφάλεια θαλασσίων οδών, μεταναστευτική διαχείριση, περιφερειακή σταθερότητα, αμυντική βιομηχανία, στρατηγική αυτονομία. Τρίτον, διαρκής διπλωματική εργασία σε όλα τα επίπεδα: Συμβούλιο, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Επιτροπή, κράτη-μέλη, ευρωπαϊκά κόμματα, δεξαμενές σκέψης, νομική κοινότητα και δημόσια ευρωπαϊκή σφαίρα.
Η ευρωπαϊκοποίηση γίνεται ψευδαίσθηση όταν η Ελλάδα θεωρεί ότι η ιδιότητα του κράτους-μέλους αρκεί από μόνη της για να παράγει αποτελεσματική στήριξη. Η ΕΕ δεν λειτουργεί με αυτόματους μηχανισμούς στρατηγικής αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη πρέπει να κατασκευάζεται πολιτικά, να επαναβεβαιώνεται θεσμικά και να συνδέεται με συμφέροντα τρίτων κρατών-μελών. Αν η Αθήνα περιοριστεί στην επίκληση του αυτονόητου —ότι είναι κράτος-μέλος και άρα πρέπει να στηριχθεί— δεν θα αξιοποιήσει πλήρως το ευρωπαϊκό πεδίο. Αν, αντίθετα, αποδείξει ότι η ελληνική ασφάλεια είναι μέρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ότι τα ελληνικά θαλάσσια δικαιώματα συνδέονται με ευρωπαϊκή ενεργειακή και ψηφιακή διασυνδεσιμότητα, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες κράτος-μέλος και όχι περιφερειακή εκκρεμότητα, τότε η ευρωπαϊκοποίηση αποκτά πραγματικό στρατηγικό βάθος.
Η ελληνική θέση πρέπει να παραμείνει καθαρή: διάλογος ναι, αλλά όχι διάλογος υπό απειλή, όχι διάλογος που εξισώνει νόμιμες αξιώσεις με αναθεωρητικές διεκδικήσεις, όχι διάλογος που μετατρέπει το διεθνές δίκαιο σε ένα από πολλά διαπραγματευτικά επιχειρήματα. Η Ελλάδα έχει συμφέρον από τη σταθερότητα και από τη μείωση της έντασης. Δεν έχει συμφέρον από τη νομιμοποίηση μιας λογικής σύμφωνα με την οποία όποιος απειλεί, ασκεί πίεση ή δημιουργεί τετελεσμένα αποκτά επιπλέον διαπραγματευτικό βάρος. Η ευρωπαϊκή γλώσσα περί καλής γειτονίας και ειρηνικής επίλυσης διαφορών είναι χρήσιμη μόνο όταν συνοδεύεται από σαφή απόρριψη του αναθεωρητισμού. Διαφορετικά, η αποκλιμάκωση κινδυνεύει να γίνει πάγωμα της αμφισβήτησης και όχι επίλυση.
Συμπερασματικά, η ευρωπαϊκοποίηση των ελληνοτουρκικών ενισχύει την Ελλάδα όταν εντάσσει τις ελληνικές θέσεις σε ευρωπαϊκό πλαίσιο δικαίου, ασφάλειας και συμφέροντος. Αποδυναμώνεται όταν η ΕΕ, φοβούμενη την απώλεια της σχέσης της με την Τουρκία, μετατρέπει τις ελληνικές και κυπριακές ανησυχίες σε δευτερεύον παράρτημα μιας ευρύτερης ευρωτουρκικής συναλλαγής. Η σωστή ελληνική στρατηγική είναι διπλή: πλήρης αξιοποίηση της ευρωπαϊκής ιδιότητας, αλλά χωρίς εξάρτηση από αυτήν ως μοναδικό μέσο. Η Ελλάδα πρέπει να είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή δύναμη δικαίου και εθνικό κράτος με αποτρεπτική ικανότητα. Μόνο έτσι η ευρωπαϊκοποίηση παύει να είναι ρητορικό καταφύγιο και γίνεται πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος.
Πρόσφατα σχόλια