Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας μετέτρεψε μια ιστορική σύγκρουση εξουσίας σε καθολική θεωρία δικαιωμάτων. Η ιδιαιτερότητά της βρίσκεται στο ότι δεν αρκέστηκε να πει ότι οι αποικίες δεν ανέχονται πλέον τη διοίκηση του βρετανικού Στέμματος. Διατύπωσε ότι υπάρχουν δικαιώματα προγενέστερα της κυβέρνησης, ότι η κυβέρνηση θεσπίζεται για να τα προστατεύει και ότι όταν τα καταστρέφει, ο λαός έχει δικαίωμα να την αλλάξει ή να την καταργήσει. Το επαναστατικό της βάρος βρίσκεται ακριβώς εδώ: η πολιτική εξουσία δεν εμφανίζεται ως θεϊκό, δυναστικό ή αυτοκρατορικό δεδομένο, αλλά ως θεσμός υπό όρους, εξαρτημένος από τον σκοπό της προστασίας της ζωής, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας. Η κλασική διατύπωση για την ισότητα των ανθρώπων και τα «αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα» βρίσκεται στον πυρήνα του κειμένου που υιοθετήθηκε στις 4 Ιουλίου 1776.

Η έννοια των φυσικών ή αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων άλλαξε τη νεωτερική πολιτική γλώσσα επειδή μετέφερε το κέντρο της νομιμοποίησης από την εξουσία στον άνθρωπο. Μέχρι τότε, μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης εξακολουθούσαν να νομιμοποιούν την εξουσία μέσα από παράδοση, κληρονομικότητα, θεία τάξη, αυτοκρατορικό δίκαιο ή ιστορικά προνόμια. Η Διακήρυξη αντιστρέφει την οπτική: δεν είναι οι υπήκοοι που οφείλουν να αποδείξουν ότι δικαιούνται ελευθερίες, αλλά η εξουσία που οφείλει να αποδείξει ότι προστατεύει τα δικαιώματα για τα οποία υπάρχει. Αυτή η μετατόπιση είναι αποφασιστική για τη γέννηση της σύγχρονης δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η εξουσία παύει να είναι αυτονόητη και γίνεται λογοδοτούσα· το δικαίωμα παύει να είναι παραχώρηση και γίνεται κριτήριο αξιολόγησης του πολιτικού καθεστώτος.

Το ριζοσπαστικό στοιχείο της Διακήρυξης δεν βρίσκεται μόνο στη ρητορική της ισότητας, αλλά στην κατασκευή μιας λογικής ακολουθίας: οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα· οι κυβερνήσεις υπάρχουν για να τα διασφαλίζουν· οι κυβερνήσεις αντλούν τις δίκαιες εξουσίες τους από τη συναίνεση των κυβερνωμένων· όταν καταστρέφουν τους σκοπούς αυτούς, ο λαός έχει δικαίωμα πολιτικής μεταβολής. Αυτή η σειρά συλλογισμού μετατρέπει την επανάσταση από πράξη ανταρσίας σε πράξη συνταγματικής αποκατάστασης. Δεν εξεγείρονται απλώς αποικίες εναντίον μητρόπολης. Ένας λαός, κατά το επιχείρημα της Διακήρυξης, αποσύρει τη συναίνεσή του από μια εξουσία που έχει πάψει να υπηρετεί τον νόμιμο σκοπό της. Το κείμενο, επομένως, δεν είναι μόνο καταγγελτικό. Είναι θεωρητικό. Θεμελιώνει δικαίωμα αντίστασης μέσα σε μια πολιτική φιλοσοφία νομιμοποίησης.

Η γλώσσα αυτή είχε τεράστια ιστορική δύναμη ακριβώς επειδή ήταν ταυτόχρονα καθολική και αντιφατική. Καθολική, διότι μιλούσε για ανθρώπους, δικαιώματα και ισότητα με τρόπο που μπορούσε να υπερβεί τα όρια της αμερικανικής περίπτωσης. Αντιφατική, διότι η κοινωνία που την παρήγαγε περιλάμβανε δουλεία, αποκλεισμό γυναικών, περιορισμένη πολιτική συμμετοχή και βίαιη επέκταση εις βάρος των ιθαγενών πληθυσμών. Η αντίφαση αυτή δεν ακυρώνει την ιστορική σημασία της Διακήρυξης· την καθιστά βαθύτερη. Το κείμενο δεν αντανακλούσε πλήρως την κοινωνική πραγματικότητα του 1776. Δημιούργησε όμως μια κανονιστική γλώσσα με την οποία μεταγενέστερα κινήματα μπορούσαν να κρίνουν την ίδια την Αμερική. Από αυτή την άποψη, η Διακήρυξη υπήρξε όχι μόνο ιδρυτικό κείμενο, αλλά και εσωτερικό μέτρο αυτοκριτικής της αμερικανικής δημοκρατίας.

Η διαφορά ανάμεσα στη Διακήρυξη, το Σύνταγμα και το Bill of Rights είναι επίσης κρίσιμη. Η Διακήρυξη διατύπωσε την ιδρυτική υπόσχεση της ελευθερίας και της ισότητας· το Σύνταγμα οργάνωσε την εξουσία· το Bill of Rights κατέγραψε συγκεκριμένες εγγυήσεις ελευθεριών. Το National Constitution Center επισημαίνει ότι οι θεμελιώδεις ελευθερίες της Διακήρυξης έγιναν νομικά εφαρμόσιμες μέσα από τη συνταγματική δομή και τις τροπολογίες των δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι το 1776 δεν αρκεί από μόνο του ως θεσμικό καθεστώς. Η Διακήρυξη είναι το πολιτικό και ηθικό θεμέλιο· η συνταγματική τάξη είναι ο μηχανισμός μετατροπής της υπόσχεσης σε έννομη πραγματικότητα. Η αμερικανική εμπειρία δείχνει ότι τα δικαιώματα χρειάζονται και φιλοσοφική θεμελίωση και θεσμική εγγύηση.

Συμπερασματικά, η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας υπήρξε επαναστατικό κείμενο φυσικών δικαιωμάτων επειδή άλλαξε το ερώτημα της πολιτικής νεωτερικότητας. Δεν ρώτησε απλώς ποιος κυβερνά, αλλά με ποια νομιμοποίηση κυβερνά και για ποιον σκοπό. Δεν αμφισβήτησε μόνο μια αυτοκρατορική αρχή, αλλά την ίδια την ιδέα ότι η εξουσία μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από τα δικαιώματα των κυβερνωμένων. Η δύναμή της βρίσκεται στο ότι διατύπωσε μια υπόσχεση μεγαλύτερη από την εποχή της: ότι κάθε πολιτική εξουσία είναι νόμιμη μόνο όταν προστατεύει ανθρώπους που έχουν δικαιώματα πριν από αυτήν