Η ιδέα ότι οι κυβερνήσεις αντλούν τις δίκαιες εξουσίες τους από τη συναίνεση εκείνων που κυβερνούν αποτέλεσε ρήξη με τη μοναρχική, δυναστική και αυτοκρατορική λογική, όπου η εξουσία μπορούσε να θεμελιώνεται στην κληρονομικότητα, στη θεία βούληση, στην κατάκτηση, στη συνήθεια ή στην αυτοκρατορική κυριαρχία. Η Διακήρυξη του 1776 συμπυκνώνει αυτή τη ρήξη: τα δικαιώματα προηγούνται της κυβέρνησης και η κυβέρνηση υπάρχει για να τα διασφαλίζει, λαμβάνοντας τη νομιμότητά της από τη συναίνεση των κυβερνωμένων.
Η συναίνεση εδώ δεν πρέπει να νοηθεί ως παθητική ανοχή. Δεν σημαίνει απλώς ότι οι κυβερνώμενοι δεν εξεγείρονται. Σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία οφείλει να ανάγεται σε μια κοινότητα πολιτών που αναγνωρίζονται ως πηγή νομιμοποίησης. Η διαφορά είναι τεράστια. Ένας υπήκοος μπορεί να υπακούει επειδή φοβάται, επειδή έχει συνηθίσει ή επειδή δεν έχει εναλλακτική. Ένας πολίτης συναινεί επειδή συμμετέχει, άμεσα ή μέσω αντιπροσώπων, στη συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας. Η αμερικανική επανάσταση βρίσκεται ακριβώς στο πέρασμα από την υπηκοότητα στην πολιτειότητα. Οι άποικοι δεν ήθελαν να θεωρούνται απλώς υπήκοοι μιας μακρινής αυτοκρατορικής αρχής. Αξίωναν να είναι πολιτικά υποκείμενα των οποίων η συναίνεση είναι αναγκαία για τη νομιμότητα των αποφάσεων που τους δεσμεύουν.
Η σημασία της συναίνεσης φαίνεται ακόμη καθαρότερα αν τη συνδέσουμε με την αντιπροσώπευση. Η αποικιακή κρίση του 18ου αιώνα δεν αφορούσε μόνο φόρους, αλλά τη σχέση μεταξύ φορολογικής επιβάρυνσης και πολιτικής συμμετοχής. Το Stamp Act Congress υποστήριξε ότι δεν μπορούν να επιβάλλονται φόροι χωρίς συναίνεση, είτε προσωπική είτε μέσω αντιπροσώπων. Η φράση αυτή δείχνει ότι η συναίνεση δεν ήταν αφηρημένη ηθική αρχή. Ήταν θεσμική απαίτηση αντιπροσώπευσης. Χωρίς αντιπροσώπευση, ο φόρος γίνεται ένδειξη υποταγής. Με αντιπροσώπευση, γίνεται μέρος μιας πολιτικής σχέσης στην οποία ο πολίτης αναγνωρίζεται ως συμμέτοχος της κοινής εξουσίας.
Η αμερικανική ιδρυτική σκέψη δεν ταύτισε, βεβαίως, τη συναίνεση με άμεση δημοκρατία. Οι ιδρυτές φοβούνταν τη δημαγωγία, τις φατρίες, τις παροδικές πλειοψηφίες και τη συγκέντρωση εξουσίας. Γι’ αυτό η συναίνεση οργανώθηκε μέσα από αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, φεντεραλισμό, διάκριση εξουσιών, εκλογικούς μηχανισμούς και συνταγματικούς περιορισμούς. Ο Madison, στο Federalist No. 39, αναλύει αν το προτεινόμενο Σύνταγμα είναι πράγματι ρεπουμπλικανικό και συνδέει το νέο πολίτευμα με την αρχή ότι η εξουσία πρέπει να βασίζεται στον λαό. Η αμερικανική συναίνεση, επομένως, δεν είναι απλός πλειοψηφισμός. Είναι συνταγματικά οργανωμένη συναίνεση, φιλτραρισμένη από θεσμούς που επιδιώκουν να συνδυάσουν λαϊκή νομιμοποίηση και περιορισμό της εξουσίας.
Αυτό οδηγεί σε ένα βαθύτερο συμπέρασμα: στην αμερικανική ιδρυτική σκέψη, η συναίνεση των κυβερνωμένων δεν νομιμοποιεί απεριόριστη εξουσία. Η λαϊκή προέλευση της εξουσίας δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία μπορεί να καταπατά δικαιώματα ή να καταργεί τα όρια του Συντάγματος. Η κυβέρνηση είναι νόμιμη επειδή πηγάζει από τη συναίνεση, αλλά παραμένει δίκαιη μόνο αν υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε: την προστασία των δικαιωμάτων. Εδώ βρίσκεται η ιδιομορφία της αμερικανικής παράδοσης: η λαϊκή κυριαρχία δεν είναι απόλυτη. Περιορίζεται από φυσικά δικαιώματα, από συνταγματικές εγγυήσεις και από τη διάκριση των εξουσιών. Ο λαός είναι πηγή της εξουσίας, αλλά το Σύνταγμα οργανώνει και περιορίζει την άσκησή της.
Η αντίθεση με τη μοναρχική και αυτοκρατορική παράδοση είναι καθοριστική. Σε μια μοναρχία, η νομιμοποίηση μπορεί να είναι κληρονομική. Σε μια αυτοκρατορία, μπορεί να είναι γεωπολιτική ή διοικητική: το κέντρο κυβερνά περιφέρειες επειδή έχει την ισχύ και την αναγνωρισμένη κυριαρχία. Στην αμερικανική λογική, όμως, ούτε η ιστορική κυριαρχία της Βρετανίας ούτε η νομοθετική αυθεντία του Κοινοβουλίου αρκούσαν για να δικαιολογήσουν εξουσία χωρίς αποικιακή συναίνεση. Αυτό ήταν το επαναστατικό σημείο: η αυτοκρατορική ένταξη δεν μπορούσε να υποκαταστήσει τη δημοκρατική συγκατάθεση. Μια πολιτική κοινότητα που θεωρεί ότι δεν εκπροσωπείται δεν δεσμεύεται ηθικά από εξουσία που επιβάλλεται εξωτερικά.
Η αρχή αυτή απέκτησε παγκόσμια σημασία επειδή ξεπέρασε την αμερικανική συγκυρία. Η συναίνεση των κυβερνωμένων έγινε κριτήριο νομιμότητας για κάθε νεωτερικό πολίτευμα. Χωρίς αυτήν, η εξουσία μοιάζει με διοίκηση πάνω σε πληθυσμούς, όχι με αυτοκυβέρνηση πολιτών. Βεβαίως, η αμερικανική πράξη υπήρξε περιορισμένη και αντιφατική: η συναίνεση δεν περιλάμβανε όλους. Όμως η ίδια η αρχή επέτρεψε μεταγενέστερους αγώνες επέκτασης της πολιτικής κοινότητας. Οι αποκλεισμένοι μπορούσαν να ρωτήσουν: αν η εξουσία είναι νόμιμη επειδή πηγάζει από τη συναίνεση των κυβερνωμένων, γιατί εμείς κυβερνώμαστε χωρίς ίση συμμετοχή; Έτσι, η ιδρυτική αρχή έγινε εργαλείο αμφισβήτησης των ιδρυτικών αποκλεισμών.
Συμπερασματικά, η συναίνεση των κυβερνωμένων υπήρξε η μεγάλη πολιτειολογική καινοτομία της αμερικανικής ιδρυτικής σκέψης. Μετέτρεψε την εξουσία από κληρονομικό ή αυτοκρατορικό δικαίωμα σε σχέση λογοδοσίας προς τον λαό. Μετέτρεψε τον υπήκοο σε πολίτη και τη διαμαρτυρία σε δικαίωμα ίδρυσης πολιτικού καθεστώτος. Ταυτόχρονα, δεν οδήγησε σε απεριόριστη κυριαρχία της πλειοψηφίας, αλλά σε συνταγματικά οργανωμένη δημοκρατία, όπου η συναίνεση συνυπάρχει με δικαιώματα, θεσμούς και όρια. Στα 250 χρόνια της αμερικανικής ανεξαρτησίας, η αρχή αυτή παραμένει ζωντανή επειδή συνεχίζει να θέτει το πιο βασικό ερώτημα κάθε δημοκρατίας: κυβερνώνται οι άνθρωποι ως παθητικοί αποδέκτες εξουσίας ή ως ενεργά υποκείμενα που αποτελούν την πηγή της;
Πρόσφατα σχόλια