.

Η νέα φάση σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν επαναφέρει με δραματικό τρόπο την εύθραυστη ισορροπία ισχύος στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Στο σκηνικό αυτό, η Ελλάδα καλείται να αναστοχαστεί την εξωτερική της πολιτική υπό το πρίσμα πέντε παραμέτρων: της στρατηγικής της συμμαχίας με το Ισραήλ, της παράδοσης φιλίας με το Ιράν, της γεωγραφικής και γεωπολιτικής της ιδιαιτερότητας, του ανταγωνισμού με την Τουρκία και της οργανικής της ένταξης στους δυτικούς θεσμούς.

Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στη Μέση Ανατολή, η Ελλάδα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο και τις δυνατότητές της στο ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο. Η στρατηγική της τοποθέτηση, η θεσμική της ένταξη στη Δύση και οι μακροχρόνιες πολιτισμικές της συνδέσεις με τις χώρες της Μέσης Ανατολής διαμορφώνουν ένα μοναδικό υπόβαθρο επιρροής. Η νέα ανάφλεξη μεταξύ Ισραήλ και Ιράν αναδεικνύει τις δυναμικές και τα όρια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής 

Η Ελλάδα διαθέτει μοναδικά γεωστρατηγικά και διπλωματικά πλεονεκτήματα που την καθιστούν σημαντικό δρώντα στην ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, με σταθερές συμμαχίες αλλά και πολιτισμική εγγύτητα προς παραδοσιακούς εταίρους της Ανατολής, η χώρα συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως κόμβος διαλόγου, ενεργειακής σταθερότητας και γεωπολιτικής εξισορρόπησης. Στο πλαίσιο της έντασης Ισραήλ–Ιράν, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη θέση της όχι ως παρατηρητής, αλλά ως ενεργός παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας.

 

Στρατηγική Συμμαχία Ελλάδας–Ισραήλ: Αναγκαιότητα με Κόστος

Η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε πολυδιάστατη. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, η ενεργειακή σύμπλευση στο πλαίσιο των αγωγών φυσικού αερίου, αλλά και η ευρύτερη γεωπολιτική ευθυγράμμιση έναντι της τουρκικής αναθεωρητικότητας, κατέστησαν το Ισραήλ στρατηγικό εταίρο για την Ελλάδα.

H συνεργασία αυτή αποδίδει σε όρους ασφάλειας και γεωπολιτικής ισορροπίας,  αλλά ελλοχεύει τον κίνδυνο μονομέρειας· η πλήρης ταύτιση με το Ισραήλ σε περιόδους κρίσης ενδέχεται να συρρικνώσει τον περιθώριο διπλωματικής ελιγμού της Ελλάδας, ιδιαίτερα έναντι κρατών όπως το Ιράν, με τα οποία διατηρεί ιστορική επικοινωνία.

 

Παράδοση Φιλίας με το Ιράν: Πολιτισμική Συνάφεια υπό Πίεση

Η ελληνοϊρανική φιλία έχει ρίζες βαθιές στην ιστορία, και επεκτείνεται σε πολιτισμικό, εμπορικό και ενεργειακό επίπεδο. Ιδιαίτερα κατά τη μεταπολίτευση, η Ελλάδα υιοθέτησε διακριτική πολιτική μη-εμπλοκής στην ευρύτερη αντιπαλότητα Δύσης–Ιράν, διατηρώντας επαφή ακόμη και σε συνθήκες διεθνούς απομόνωσης του ιρανικού καθεστώτος.

H Αθήνα, δεν έχει απωλέσει τον ρόλο του ήπιου συνομιλητή επιδιώκει να κατανοήσει, χωρίς να δικαιολογεί. Η Ελλάδα, ως μέλος της Δύσης χωρίς αποικιακό παρελθόν στην περιοχή, διατηρεί υψηλό απόθεμα διπλωματικού κεφαλαίου.

 

Η Γεωγραφική και Γεωπολιτική Θέση της Ελλάδας: Από Πέρασμα σε Σταυροδρόμι

Η ελληνική γεωγραφία δεν είναι παθητικό υπόβαθρο, αλλά ενεργή γεωπολιτική συνθήκη. Η Ελλάδα βρίσκεται στο όριο τριών κρίσιμων γεωπολιτικών χώρων: των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Ναι μεν η γεωγραφία ενισχύει την αξία της Ελλάδας ως πύλης της Ε.Ε., αλλά επιβάλλει στην εξωτερική πολιτική της ένα μόνιμο καθεστώς ισορροπίας και υπευθυνότητας. Οι ενεργειακές οδεύσεις, οι λιμενικές εγκαταστάσεις και οι μεταναστευτικές διαδρομές καθιστούν τη χώρα ευάλωτη σε δευτερογενείς επιπτώσεις από κάθε ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.

Η γεωπολιτική της  θέση Ελλάδας επομένως επιτάσσει προνοητικότητα, νηφαλιότητα και, προπαντός, στρατηγικό βάθος.

 

Η Παρουσία της Τουρκίας: Η Σκιά του Άλλου

Η Τουρκία αποτελεί για την Ελλάδα αναγκαστικό συνομιλητή και ταυτόχρονα στρατηγικό αντίπαλο. Η προσέγγισή της με το Ιράν εδράζεται στη λογική της συνδιαχείρισης περιφερειακών κρίσεων, ενώ η ταραχώδης, πλην διαρκής, επαφή με το Ισραήλ ενισχύει τον ρόλο της ως πολυεδρικού δρώντα.

Ναι μεν η Τουρκία διατηρεί ενεργή εμπλοκή στην περιοχή, αλλά η συμπεριφορά της Τουρκίας ως “επιτήδειου ουδετέρου” δημιουργούν στρατηγικό κενό και ενισχύουν το προφίλ της Ελλάδας ως δύναμης σταθερότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση δεν είναι απλώς στρατηγική επιλογή· είναι εργαλείο εξισορρόπησης του τουρκικού επεκτατισμού με όρους αποτροπής.

 

Η Θέση της Ελλάδας στους Δυτικούς Θεσμούς: Από Εξάρτηση σε Επιρροή

Η ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ προσδίδει στη χώρα πολιτική ασφάλεια, θεσμική σταθερότητα και διπλωματικό βάθος. Η Αθήνα κινείται, εντός του πλαισίου αποφάσεων αυτών των οργανισμών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις της με μη-δυτικούς δρώντες όπως το Ιράν.

Η θεσμική αυτή δέσμευση περιορίζει τα περιθώρια πρωτοβουλιών, όμως, εξασφαλίζει διεθνή αξιοπιστία και εμβέλεια· επιτρέπει στη χώρα να ενισχύει την επιρροή της όχι ως μεμονωμένος παίκτης, αλλά ως ευρωπαϊκή δύναμη με στρατηγική προσωπικότητα. Στις συνθήκες μιας πιθανής γενίκευσης της σύγκρουσης, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας εξισορρόπησης.

 

Συμπεράσματα: Η Σοφία της Ενδιάμεσης Δύναμης

Η Ελλάδα καλείται να ενεργεί ως ενδιάμεση δύναμη, που συνθέτει και διαμεσολαβεί· που στηρίζει τις συμμαχίες της, χωρίς να αποξενώνεται από τους πολιτισμικά συγγενείς· που αναγνωρίζει τον ρόλο της γεωγραφίας, χωρίς να της υποτάσσεται.

Η παρούσα συγκυρία αποκαλύπτει τις πολλαπλές διαστάσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: από την ενεργή συμμαχία με το Ισραήλ έως την ιστορική σχέση με το Ιράν, από την γεωγραφική επιταγή έως τη θεσμική ευθυγράμμιση με τη Δύση. Η Ελλάδα, εφόσον ενεργήσει με συνείδηση των ισορροπιών και των δυνατοτήτων της, μπορεί να αναδειχθεί σε σταθεροποιητική δύναμη. Αυτό συνεπάγεται την ανάπτυξη μιας εξωτερικής πολιτικής υψηλής στρατηγικής συνείδησης, που θα αξιοποιεί τα θεσμικά πλεονεκτήματα του ευρωπαϊκού πλαισίου και θα επενδύει στον ρόλο της ως ήπια δύναμη, ικανή να γεφυρώνει διχασμούς και να ενισχύει τον διάλογο. Η Ελλάδα μπορεί να διαμορφώσει το δικό της γεωπολιτικό αφήγημα ως πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή.