Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ στη Μεταπολίτευση γνώρισαν μεγάλες ήττες, αλλά για μεγάλο διάστημα διατηρούσαν την εικόνα παρατάξεων που μπορούσαν να επιστρέψουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2023 έχασε κάτι βαθύτερο από ποσοστά: έχασε την προσδοκία της επιστροφής. Από αξιωματική αντιπολίτευση με κυβερνητική μνήμη μετατράπηκε σε κόμμα του οποίου η κοινωνία αμφισβητούσε την ίδια την ικανότητα να κυβερνήσει ξανά. Αυτή η απώλεια κυβερνητικής προοπτικής υπήρξε διαλυτική, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το 2012, δεν ήταν πλέον μικρό κόμμα ιδεολογικής μαρτυρίας. Ήταν κόμμα που δικαιολογούσε την ύπαρξή του ως εναλλακτική εξουσία.

Το ερώτημα «τι απομένει όταν χαθεί η κυβερνητική προοπτική;» είναι σκληρό επειδή απογυμνώνει το κόμμα από τις προστατευτικές του αφηγήσεις. Όταν υπάρχει πιθανότητα εξουσίας, οι εσωτερικές αντιθέσεις συγκαλύπτονται, οι προσωπικές φιλοδοξίες πειθαρχούνται, οι κοινωνικές ομάδες παραμένουν σε αναμονή, οι ψηφοφόροι δίνουν δεύτερες ευκαιρίες και τα στελέχη ανέχονται ασάφειες. Όταν όμως η προοπτική αυτή χαθεί, όλα τα άλυτα ζητήματα επιστρέφουν ταυτόχρονα. Ποιο είναι το ιδεολογικό στίγμα; Ποιος αποφασίζει; Ποιος εκφράζεται; Ποια κοινωνία εκπροσωπείται; Ποιο είναι το πρόγραμμα; Ποια είναι η σχέση με το ΠΑΣΟΚ; Ποια είναι η σχέση με τον Τσίπρα; Ποια είναι η σχέση με τον παλιό ριζοσπαστισμό; Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2023 βρέθηκε μπροστά σε αυτά τα ερωτήματα χωρίς οργανωτική και πνευματική ετοιμότητα.

Η κρίση αυτή έγινε τόσο έντονη επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε σταθεροποιήσει μια δεύτερη ταυτότητα μετά την κυβερνητική του εμπειρία. Δεν μπορούσε να επιστρέψει αθώα στο κόμμα της πλατείας, γιατί είχε κυβερνήσει και είχε συμβιβαστεί. Δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως καθαρή σοσιαλδημοκρατία, γιατί δεν είχε αναπτύξει συνεκτικό παραγωγικό και κοινωνικό σχέδιο ανάλογο ευρωπαϊκού κόμματος διακυβέρνησης. Δεν μπορούσε να γίνει κόμμα θεσμικής σοβαρότητας χωρίς να αποκηρύξει μέρος της παλιάς αντισυστημικής του γλώσσας. Δεν μπορούσε να γίνει κόμμα ριζοσπαστικής καθαρότητας χωρίς να απαξιώσει τη δική του κυβερνητική διαδρομή. Έτσι παγιδεύτηκε σε μια ενδιάμεση ταυτότητα: ούτε πειστικά παλιός, ούτε πειστικά νέος· ούτε κόμμα κινήματος, ούτε κανονικό κόμμα εξουσίας· ούτε ώριμη Κεντροαριστερά, ούτε αυθεντική ριζοσπαστική Αριστερά.

Η παραίτηση Τσίπρα από την ηγεσία μετά τις εκλογές του 2023 αφαίρεσε τον τελευταίο πραγματικό συνδετικό ιστό. Ο Τσίπρας δεν ήταν απλώς ένας πρόεδρος. Ήταν το πρόσωπο που ένωνε αντιφατικές εποχές: τον μικρό ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ, την αντιμνημονιακή έκρηξη, το 2015, τη διακυβέρνηση, τον συμβιβασμό, την ήττα του 2019 και την ελπίδα επιστροφής. Η αποχώρησή του από την κομματική ηγεσία δεν δημιούργησε το κενό· το έκανε ορατό. Ένα κόμμα που είχε μεγαλώσει γύρω από την αρχηγική συμβολική του δεν διέθετε αρκετά ισχυρούς θεσμούς για να απορροφήσει την απουσία του. Η επόμενη φάση δεν ήταν κανονική διαδοχή. Ήταν δοκιμασία ύπαρξης.

Η εκλογή Κασσελάκη υπήρξε το πιο εντυπωσιακό σύμπτωμα αυτής της αποσύνδεσης. Έδειξε ότι το κόμμα μπορούσε να καταληφθεί πολιτικά από ένα μοντέλο επικοινωνίας σχεδόν ξένο προς την ιστορική του κουλτούρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία δεν αναζητούσε ανανέωση ούτε ότι οι παλαιοί μηχανισμοί ήταν υγιείς. Σημαίνει όμως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό οργανωτικής αποϊδεολογικοποίησης ώστε η ανάγκη για αλλαγή μπορούσε να εκφραστεί ως καθαρό προσωπικό brand, χωρίς βαθύ πρόγραμμα, χωρίς ιστορική ένταξη και χωρίς επαρκή εσωτερική σύνθεση. Το κόμμα που κάποτε μιλούσε στο όνομα της κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης βρέθηκε να αναζητά σωτηρία στη λογική της πολιτικής θεαματικότητας. Αυτό ήταν όχι ανανέωση, αλλά ένδειξη αποθεσμοποίησης.

Η διάσπαση που ακολούθησε δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως σύγκρουση προσωπικοτήτων ή φιλοδοξιών. Ήταν σύγκρουση για το ποιο κομμάτι του παλιού ΣΥΡΙΖΑ είχε ακόμη δικαίωμα να μιλά στο όνομα της Αριστεράς. Η Νέα Αριστερά επιχείρησε να διασώσει την εικόνα μιας σοβαρής, ευρωπαϊκής, δικαιωματικής, οικολογικής και προγραμματικής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Όμως η δυσκολία της να σταθεροποιηθεί κοινωνικά, η αδυναμία της να υπερβεί το στελεχιακό της αποτύπωμα και η διάλυσή της ως κοινοβουλευτικής ομάδας το 2026 δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν ήταν απλώς η ηγεσία Κασσελάκη. Το πρόβλημα ήταν ότι η κοινωνική βάση που κάποτε αναγνώριζε τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό σπίτι δεν περίμενε απλώς ένα καθαρότερο αριστερό σχήμα για να επιστρέψει. Είχε ήδη διασκορπιστεί.

Οι δημοσκοπικές ενδείξεις του 2026 κάνουν ακόμη πιο καθαρό ότι το παλιό κομματικό κέλυφος δεν συγκρατεί την παλιά κοινωνική αναφορά. Σε δημοσκόπηση GPO που παρουσίασε το CNN Greece, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται στην πρόθεση ψήφου στο 1,1% και στην εκτίμηση ψήφου στο 1,2%, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται πολύ υψηλότερα και στη δεύτερη θέση. Αντίστοιχα, μέτρηση της Metron Analysis για το MEGA που δημοσιεύτηκε στα Νέα κατέγραφε τη ΝΔ πρώτη και την ΕΛ.Α.Σ. ως παγιούμενο δεύτερο πόλο στην πρόθεση ψήφου. Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι εκλογές και χρειάζονται πάντα προσοχή. Ωστόσο, η πολιτική τους σημασία είναι σαφής: η κοινωνική μνήμη του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αποσπάται από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και να μετακινείται είτε προς ένα νέο αρχηγικό εγχείρημα είτε προς άλλες μορφές αντιπολίτευσης είτε προς αποχή και πολιτική αποστροφή.

Τι απομένει, λοιπόν; Απομένει ένα όνομα που κουβαλά τεράστιο ιστορικό βάρος αλλά μειωμένη ενεργό ισχύ. Απομένει ένα κομματικό σώμα χωρίς σαφή σχέση με την κοινωνική στιγμή που το ανέδειξε. Απομένουν στελέχη που δυσκολεύονται να αποφασίσουν αν πρέπει να υπερασπιστούν το παρελθόν ή να το εγκαταλείψουν. Απομένει μια αντιδεξιά γλώσσα που δεν αρκεί για να δημιουργήσει κυβερνητική εμπιστοσύνη. Απομένει μια ανάμνηση εξουσίας που άλλοτε λειτουργεί ως πιστοποιητικό εμπειρίας και άλλοτε ως υπενθύμιση ματαίωσης. Απομένει, κυρίως, ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με οργανωτικές διαδικασίες: υπάρχει ακόμη κοινωνική ανάγκη για τον ΣΥΡΙΖΑ ως ΣΥΡΙΖΑ ή η ανάγκη που κάποτε εξέφρασε έχει ήδη μεταναστεύσει αλλού;

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τον ΣΥΡΙΖΑ είναι το κόμμα που έχασε τη λειτουργία του πριν ακόμη χάσει πλήρως τη μορφή του. Τυπικά μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει, να έχει όργανα, γραφεία, ανακοινώσεις, υπολείμματα κοινοβουλευτικής παρουσίας και ιστορική μνήμη. Πολιτικά όμως, ένα κόμμα ζει μόνο όσο η κοινωνία το χρειάζεται για κάτι που δεν μπορεί να πάρει από αλλού. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε αναγκαίος όταν η κοινωνία χρειαζόταν πολιτικό όχημα τιμωρίας και ελπίδας μέσα στην κρίση. Έπαψε να είναι αναγκαίος όταν δεν μπόρεσε να γίνει όχημα αξιοπιστίας, ανασυγκρότησης και προστασίας στη μετακρίση.