Η σύγχυση ανάμεσα στην κυριαρχία, στα κυριαρχικά δικαιώματα και στη δικαιοδοσία παράγει μεγάλο μέρος της παρανόησης γύρω από τα ελληνοτουρκικά θαλάσσια ζητήματα. Οι τρεις έννοιες περιγράφουν διαφορετικά επίπεδα κρατικής εξουσίας και δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Στα χωρικά ύδατα το κράτος ασκεί κυριαρχία. Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη διαθέτει συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα και λειτουργικά προσδιορισμένη δικαιοδοσία. Στην υφαλοκρηπίδα ασκεί αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα επί συγκεκριμένων πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Στην ανοικτή θάλασσα δεν υφίσταται κυριαρχία παράκτιου κράτους και η δικαιοδοσία κατανέμεται κυρίως με βάση τη σημαία, την εθνικότητα και ειδικές διεθνείς ρυθμίσεις.
Η κυριαρχία αποτελεί την πληρέστερη μορφή εδαφικής εξουσίας. Η UNCLOS ορίζει ότι η κυριαρχία του παράκτιου κράτους εκτείνεται πέραν του χερσαίου εδάφους και των εσωτερικών υδάτων του στην αιγιαλίτιδα ζώνη, καθώς και στον υπερκείμενο εναέριο χώρο, στον βυθό και στο υπέδαφός της. Η εξουσία αυτή ασκείται βέβαια σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και δεν εξαλείφει το καθεστώς αβλαβούς διέλευσης ξένων πλοίων. Παραμένει όμως ποιοτικά διαφορετική από τις εξουσίες που έχει ένα κράτος στις ζώνες πέραν των χωρικών υδάτων.
Αυτό εξηγεί γιατί η ελληνική θέση για τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα είναι νομικά ιδιαίτερα καθαρή. Η Αθήνα έχει δηλώσει ότι τα νέα πάρκα στο Ιόνιο και στο Νότιο Αιγαίο βρίσκονται εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Η βάση της περιβαλλοντικής ρύθμισης είναι συνεπώς η ελληνική κυριαρχία. Η χώρα δεν χρησιμοποιεί το πάρκο για να δημιουργήσει εξουσία επί του χώρου. Χρησιμοποιεί ήδη υφιστάμενη εδαφική εξουσία για να δημιουργήσει περιβαλλοντικό καθεστώς.
Η διάκριση αυτή έχει αναγνωριστεί και στην ελληνική πολιτική διατύπωση. Κατά τη δημόσια συζήτηση για τα πάρκα το 2025, η ελληνική πλευρά επέμεινε ότι στις συγκεκριμένες περιοχές ασκείται κυριαρχία, ακριβώς επειδή πρόκειται για χωρικά ύδατα, και όχι απλώς «κυριαρχικά δικαιώματα». Η ορολογική ακρίβεια έχει ουσιαστική νομική σημασία: τα κυριαρχικά δικαιώματα είναι περιορισμένα ως προς τον σκοπό τους, ενώ η κυριαρχία είναι εδαφικής φύσεως.
Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη δεν υπάρχει αντίστοιχη εδαφική κυριαρχία. Το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση, διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, καθώς και δικαιοδοσία σε συγκεκριμένους τομείς όπως οι τεχνητές εγκαταστάσεις, η θαλάσσια επιστημονική έρευνα και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Η χρήση δύο διαφορετικών όρων στο ίδιο άρθρο είναι σκόπιμη. Τα «κυριαρχικά δικαιώματα» αφορούν συγκεκριμένα οικονομικά και φυσικο-πόρικα αντικείμενα. Η «δικαιοδοσία» αφορά συγκεκριμένες κανονιστικές λειτουργίες. Κανένα από τα δύο δεν ισοδυναμεί με γενική εδαφική κυριαρχία.
Στην υφαλοκρηπίδα η εξουσία είναι ακόμη πιο συγκεκριμένη. Το παράκτιο κράτος διαθέτει αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Τα δικαιώματα υπάρχουν αυτοδικαίως και δεν εξαρτώνται από ανακήρυξη. Δεν παρέχουν όμως γενική εξουσία επί της θαλάσσιας στήλης. Αυτή η διάκριση είναι αποφασιστική για την ελληνική θέση επειδή επιτρέπει στην Ελλάδα να προστατεύει τα δικαιώματα του βυθού χωρίς να χρειάζεται να υποστηρίζει ότι ολόκληρα τα υπερκείμενα διεθνή ύδατα αποτελούν ελληνική επικράτεια.
Η δικαιοδοσία αποτελεί πιο λειτουργική έννοια. Περιγράφει την εξουσία θέσπισης, εφαρμογής ή εκδίκασης κανόνων σε σχέση με συγκεκριμένο πρόσωπο, δραστηριότητα ή χώρο. Μπορεί να βασίζεται στην εδαφικότητα, στη σημαία πλοίου, στην εθνικότητα, σε ειδικό διεθνές καθεστώς ή σε αναγνωρισμένο θαλάσσιο τίτλο. Δεν είναι αναγκαστικά ένδειξη κυριαρχίας. Ένα κράτος έχει, για παράδειγμα, δικαιοδοσία επί πλοίων της σημαίας του στην ανοικτή θάλασσα χωρίς να έχει κυριαρχία στην ίδια τη θαλάσσια περιοχή.
Η διάκριση αυτή αποκαλύπτει και το κεντρικό πρόβλημα της τουρκικής ανακήρυξης. Η Τουρκία μπορεί να ασκεί πλήρη κυριαρχία στα δικά της χωρικά ύδατα και να δημιουργεί εκεί εθνικές προστατευόμενες περιοχές. Μπορεί επίσης να ασκεί όποιες ειδικές εξουσίες διαθέτει νόμιμα σε άλλες θαλάσσιες ζώνες ή πάνω σε πλοία της σημαίας της. Δεν μπορεί όμως να συμπεριλάβει διαφορετικές περιοχές κάτω από μία ενιαία ονομασία «εθνικό θαλάσσιο πάρκο» και από την ονομασία αυτή να συναγάγει μια γενική εξουσία που υπερβαίνει την πραγματική δικαιοδοτική βάση της.
Η επίσημη ελληνική αντίδραση του Αυγούστου 2026 χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη λογική χωρίς να συγχέει τις κατηγορίες. Για την ανοικτή θάλασσα επικαλείται τις ελευθερίες που το διεθνές δίκαιο προστατεύει. Για την υφαλοκρηπίδα επικαλείται τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Για τα ελληνικά πάρκα υπογραμμίζει ότι βρίσκονται αποκλειστικά εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, δηλαδή εντός ελληνικής κυριαρχίας. Η τριπλή αυτή διάκριση αποτελεί τον πιο συνεκτικό τρόπο νομικής αποδόμησης της τουρκικής κίνησης.
Η ανοικτή θάλασσα αποτελεί το αντίθετο άκρο της κλίμακας σε σχέση με την κυριαρχία. Η UNCLOS διακηρύσσει ότι κανένα κράτος δεν μπορεί εγκύρως να υποβάλει οποιοδήποτε τμήμα της ανοικτής θάλασσας στην κυριαρχία του. Η απαγόρευση αυτή δεν σημαίνει ότι η ανοικτή θάλασσα είναι άναρχος χώρος. Υπάρχουν κανόνες, διεθνείς υποχρεώσεις, περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, αλιευτικές οργανώσεις, κανόνες ασφάλειας και δικαιοδοσία κράτους σημαίας. Σημαίνει όμως ότι η διεθνής ρύθμιση δεν μπορεί να μετασχηματίζεται μονομερώς σε εθνική χωρική διοίκηση.
Το σύστημα BBNJ έρχεται ακριβώς να γεφυρώσει το κενό μεταξύ της ανάγκης περιβαλλοντικής προστασίας και της απουσίας εθνικής κυριαρχίας. Οι θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές πέραν εθνικής δικαιοδοσίας εντάσσονται πλέον σε συλλογικό θεσμικό πλαίσιο. Αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την ελληνική επιχειρηματολογία, επειδή αποδεικνύει ότι το διεθνές δίκαιο δεν αντιμετωπίζει την απουσία κρατικής κυριαρχίας ως λόγο περιβαλλοντικής αδράνειας. Αντίθετα, δημιουργεί πολυμερή διακυβέρνηση.
Η τουρκική συμμετοχή στη Συμφωνία BBNJ προσθέτει μια αξιοσημείωτη νομική διάσταση. Η Τουρκία δηλώνει ρητά ότι παραμένει μη μέρος της UNCLOS και ότι θεωρεί τα αντίστοιχα δικαιώματα παράκτιων κρατών ως προερχόμενα, για αυτήν, από το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Η θέση αυτή καθιστά ακόμη δυσκολότερη οποιαδήποτε αντίληψη ότι η μη συμμετοχή της στην UNCLOS της επιτρέπει να δημιουργεί νέα είδη δικαιοδοσίας εκτός του κοινού διεθνούς πλαισίου. Αντιθέτως, η ίδια επικαλείται εθιμικές πηγές δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η διάκριση κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων έχει και μια ευρύτερη ελληνική στρατηγική αξία. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η κυριαρχία στα ελληνικά νησιά δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ η διαφορά που αναγνωρίζει προς επίλυση αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Αυτή η θέση προϋποθέτει ακριβώς τον διαχωρισμό ανάμεσα στην εδαφική κυριαρχία και στα θαλάσσια κυριαρχικά δικαιώματα που προκύπτουν από αυτήν. Όταν η Τουρκία επαναφέρει ζητήματα «μη παραχωρημένης κυριαρχίας» σε σχέση με ελληνικές διοικητικές πράξεις, η Αθήνα απαντά ότι η κυριαρχία καθορίζεται από τα σχετικά διεθνή συμβατικά κείμενα και δεν μπορεί να μετατρέπεται σε νέα διαφορά μέσω κάθε χωροταξικής ή περιβαλλοντικής πρωτοβουλίας. Η επίσημη ελληνική ανακοίνωση της 20ής Αυγούστου 2026 επανέλαβε αυτή τη γραμμή.
Η θέση αυτή είναι νομικά αποτελεσματική ακριβώς επειδή αποφεύγει την υπερβολή. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να υποστηρίξει ότι κάθε θαλάσσια δραστηριότητα γύρω από τα νησιά της υπάγεται στην απόλυτη κυριαρχία της. Χρειάζεται να διακρίνει τι ανήκει στην κυριαρχία, τι στα κυριαρχικά δικαιώματα και τι στις ελευθερίες ή δικαιοδοσίες που μοιράζονται διαφορετικά κράτη. Όσο ακριβέστερη γίνεται αυτή η διάκριση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί η ελληνική θέση ως συμμετρική εκδοχή τουρκικού μαξιμαλισμού.
Στην υπόθεση των θαλάσσιων πάρκων η νομική αξιολόγηση μπορεί συνεπώς να οργανωθεί σε τρία διαδοχικά ερωτήματα. Πρώτον, βρίσκεται η επίμαχη περιοχή εντός χωρικών υδάτων και άρα υπό κρατική κυριαρχία; Δεύτερον, εάν βρίσκεται εκτός χωρικών υδάτων, ποια συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα ή δικαιοδοσίες διαθέτει το κράτος στην αντίστοιχη ζώνη; Τρίτον, ποιο ακριβώς μέτρο επιχειρεί να εφαρμόσει και εμπίπτει πράγματι σε αυτές τις εξουσίες;
Η απάντηση στα τρία αυτά ερωτήματα εμποδίζει την πολιτική ονομασία «εθνικό θαλάσσιο πάρκο» να αποκτήσει περισσότερο νομικό περιεχόμενο από όσο πραγματικά διαθέτει. Ένα κράτος μπορεί να έχει πολύ ισχυρά δικαιώματα χωρίς να έχει κυριαρχία. Μπορεί να έχει περιορισμένη δικαιοδοσία χωρίς να έχει αποκλειστικά δικαιώματα επί όλων των δραστηριοτήτων. Μπορεί επίσης να μην έχει καμία χωρική δικαιοδοσία, διατηρώντας μόνο δικαιοδοσία επί των δικών του πλοίων και πολιτών.
Η ελληνική θέση στην παρούσα υπόθεση αποκτά τη μεγαλύτερη πειστικότητά της όταν παραμένει προσηλωμένη σε αυτή την κλίμακα. Στα ελληνικά χωρικά ύδατα ασκείται ελληνική κυριαρχία. Στην ελληνική υφαλοκρηπίδα προστατεύονται αποκλειστικά ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα επί του βυθού και του υπεδάφους. Στα διεθνή ύδατα διατηρούνται οι ελευθερίες που το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει και δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς γενικό τουρκικό εθνικό καθεστώς. Η περιβαλλοντική συνεργασία παραμένει απολύτως δυνατή, αλλά δεν μπορεί να γίνει μηχανισμός μεταφοράς κυριαρχίας ή δημιουργίας δικαιοδοσίας.
Αυτή η δομή επιτρέπει στην Ελλάδα να συνδέει την υπεράσπιση των εθνικών της συμφερόντων με την υπεράσπιση της ίδιας της διεθνούς θαλάσσιας τάξης. Η ελληνική επιχειρηματολογία δεν χρειάζεται ειδικό κανόνα υπέρ της Ελλάδας. Χρειάζεται την εφαρμογή των γενικών κανόνων με συνέπεια: κυριαρχία όπου υπάρχει εδαφικός τίτλος, κυριαρχικά δικαιώματα όπου το διεθνές δίκαιο τα απονέμει, συγκεκριμένη δικαιοδοσία όπου προβλέπεται και πολυμερής διακυβέρνηση όπου κανένα κράτος δεν διαθέτει μονομερή εθνική εξουσία.
Εκεί βρίσκεται και το βαθύτερο νομικό πρόβλημα των τουρκικών πάρκων. Η περιβαλλοντική ονομασία τείνει να συγχωνεύσει εξουσίες που το διεθνές δίκαιο έχει σκόπιμα διαχωρίσει. Η ελληνική απάντηση είναι ισχυρότερη όταν κάνει ακριβώς το αντίθετο: αποκαθιστά κάθε έννοια στη σωστή της θέση και απαιτεί από κάθε κρατική ενέργεια να στηρίζεται σε συγκεκριμένο διεθνή τίτλο.
Πρόσφατα σχόλια