Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί στιγμιαίο γεγονός. Αντιθέτως, συνιστά μακροχρόνια συστημική αντιπαράθεση, ριζωμένη τόσο σε ιστορικές εντάσεις όσο και σε βαθύτερες στρατηγικές, ιδεολογικές και γεωπολιτικές διαφορές. Στο παρόν πλαίσιο, η πιθανότητα μιας μετωπικής σύγκρουσης αναδύεται ως υπαρκτό ενδεχόμενο, με συνέπειες τόσο για το διεθνές σύστημα όσο και για την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή.

Η Ουάσινγκτον, καλείται να σταθμίσει την απόφαση για εμπλοκή όχι μόνο με όρους στρατιωτικής ισχύος, αλλά και μέσα από τον φακό των εσωτερικών πολιτειακών ισορροπιών και των εξωτερικών της δεσμεύσεων.

 

Προεδρική Πρωτοβουλία και Συνταγματικά Όρια

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εξωτερική πολιτική και ιδιαίτερα η απόφαση για προσφυγή σε πόλεμο αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένη αρμοδιότητα του Κογκρέσου. Το War Powers Resolution του 1973, απότοκο του βιετναμικού τραύματος, θεσμοθετεί την υποχρέωση του Προέδρου να λάβει έγκριση από το νομοθετικό σώμα πριν από κάθε στρατιωτική ενέργεια μεγάλης κλίμακας.

Παρά ταύτα, η πρακτική των τελευταίων δεκαετιών αποκαλύπτει μια τάση επικοινωνιακής και νομικής παράκαμψης των θεσμικών φραγμών. Η προσφυγή σε προεδρικά διατάγματα, η επίκληση “κατάστασης έκτακτης ανάγκης” και η ρητορική περί “εθνικής ασφάλειας” υποκαθιστούν τη διαδικασία συναινέσεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ενσαρκώνοντας ένα πρότυπο ηγεσίας που εστιάζει στον τακτικισμό και τη δημόσια εικόνα, εμφανίζεται πρόθυμος να υιοθετήσει ανάλογες πρακτικές, σε μια προσπάθεια να ελέγξει μονομερώς τον βηματισμό των ΗΠΑ στην παγκόσμια σκακιέρα.

Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει και πολιτική κάλυψη: τη διασφάλιση πως το εκλογικό σώμα και οι βασικοί θεσμικοί δρώντες στηρίζουν την απόφαση εμπλοκής. Εάν οι συγκυρίες – τόσο εσωτερικές όσο και διεθνείς – δεν ευνοούν την επέκταση της στρατιωτικής επιρροής, η επιμονή του Οβάλ Γραφείου σε μονομερείς επιλογές θα εντείνει τις ρωγμές στο εσωτερικό της αμερικανικής δημοκρατίας.

 

Στρατηγική Θέση του Ιράν: Αμυντική Ισχύς και Περιφερειακή Αποτροπή

Το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται από την Ουάσινγκτον απλώς ως  γεωπολιτικός αντίπαλος αλλά ως περιφερειακή δύναμη με ηγεμονικές φιλοδοξίες στη Μέση Ανατολή. Η ιρανική στρατηγική, δομημένη πάνω σε ένα μείγμα αποτρεπτικής ισχύος και ευέλικτης χρήσης μη-κρατικών δρώντων, επιδιώκει τη σταθερή παρουσία και επιρροή στην ευρύτερη περιοχή.

Η αμυντική στρατηγική της Τεχεράνης έχει ως στόχο την αποφυγή άμεσης σύγκρουσης με υπερδυνάμεις, χωρίς όμως να υποχωρεί σε ζητήματα γεωστρατηγικού βάρους. Η στήριξη προς εξτρεμιστικές ομάδες, καθώς και η ενίσχυση του πυραυλικού της προγράμματος, λειτουργούν ως αντισταθμιστικά εργαλεία έναντι των συμβατικών στρατιωτικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Οι πρόσφατες επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους στο κέντρο του Τελ Αβίβ αποτελούν σημείο καμπής: το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να δοκιμάσει τα όρια ανοχής του αντιπάλου του, επιδιώκοντας να ενισχύσει την εικόνα αποφασιστικότητας και να αποτρέψει μαζική δυτική επέμβαση.

 

Διπλωματία υπό Πίεση: Ο Πειρασμός του Πολέμου ως Μέσο Επαναδιαπραγμάτευσης

Για την Ουάσινγκτον, η προσφυγή σε περιορισμένη στρατιωτική δράση ενδέχεται να μην είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο. Η λεγόμενη “διπλωματία του εξαναγκασμού” (coercive diplomacy) προβλέπει χρήση περιορισμένης ισχύος με στόχο να αναγκαστεί ο αντίπαλος να επανέλθει σε διαπραγματεύσεις

Ένα νέο “παράθυρο ευκαιρίας” μπορεί να ανοίξει εάν οι ΗΠΑ συνδυάσουν στρατιωτική πίεση με σαφή οδικό χάρτη για επιστροφή στον διάλογο. Η πίεση προς την Τεχεράνη – ειδικά σε περίπτωση αλλαγής πολιτικής ηγεσίας εκεί – μπορεί να ενισχύσει την προοπτική μιας διαρκούς συμφωνίας που θα περιορίζει το πυρηνικό πρόγραμμα και τις περιφερειακές επεμβάσεις του Ιράν.

 

Το Ισραήλ ως Καταλύτης και Αποδέκτης των Εξελίξεων

Η θέση του Ισραήλ αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα της αμερικανικής στρατηγικής. Η ταύτιση των γεωστρατηγικών στόχων Ουάσινγκτον–Τελ Αβίβ είναι δεδομένη, όμως η επόμενη μέρα της στρατιωτικής εμπλοκής με το Ιράν ενδέχεται να επιφέρει πιέσεις και υποχρεώσεις προς την ισραηλινή ηγεσία.

Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να απαιτήσει από την κυβέρνηση Νετανιάχου:

  • Άμεση κατάπαυση πυρός στη Γάζα
  • Διπλωματικές χειρονομίες προς τον Λίβανο
  • Συγκράτηση στη ρητορική περί εθνικής άμυνας

Το Ισραήλ, γνωρίζει ότι η διπλωματική νομιμοποίηση της ισραηλινής πολιτικής περνά πλέον μέσα από τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε ευρύτερες στρατηγικές διευθετήσεις.

 

Η Ρητορική Τραμπ και η Πολιτική της Εικόνας

Η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ εστιάζει στην προβολή ισχύος μέσω συμβολικών ενεργειών. Η εμπλοκή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις όμως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους τηλεοπτικής σκηνοθεσίας. Απαιτεί συνέπεια, συμμάχους, σαφή στρατηγική και διαχείριση συνεπειών.

 

Συμπεράσματα: Μία Ανασύνθεση της Ασφάλειας στη Μέση Ανατολή

Η προοπτική σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν δεν είναι ανεξάρτητη από τις  παγκόσμιες αναδιατάξεις ισχύος. Είναι ενδεικτικό της ανάδυσης του πολυπολικού διεθνούς συστήματος με το Ιράν να διεκδικεί ενισχυμένο ρόλο και τις ΗΠΑ να επιδιώκουν την ανασύσταση της διεθνούς τάξης υπό τη δική τους καθοδήγηση.

Το δίλημμα συνεπώς δεν είναι απλώς «πόλεμος ή ειρήνη», αλλά:
Αντιπαράθεση ή επαναδιαπραγμάτευση της γεωπολιτικής θέσης κάθε δρώντα με όρους ρεαλισμού, και ηγεμονικής νομιμοποίησης